1.4.13

ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ

05/05/2013Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής, στον ενταφιασμό του Κυρίου, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή και οι υπόλοιπες, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού· και την επομένη μέρα απείχαν από κάθε δραστηριότητα λόγω της αργίας του Σαββάτου. Κατά το βαθύ όρθρο, όμως, της Κυριακής, η οποία ονομάζεται από τους Ευαγγελιστές «πρώτη Σαββάτου» και «μια Σαββάτων», δηλαδή πρώτη μέρα της εβδομάδος, μετά από τριάντα έξι σχεδόν ώρες από τη νέκρωση του ζωοδότη Λυτρωτή, έρχονται με νεκρώσιμα αρώματα στον τάφο. Και ενώ σκέπτονταν τη δυσκολία της αποκυλίσεως του λίθου από την είσοδο του τάφου γίνεται σεισμός φοβερός· και Άγγελος με αστραπηφόρα όψη και χιονόφωτη στολή, αφού αποκύλισε το λίθο και κάθισε πάνω σ’ αυτόν, έκανε τους φύλακες να τρομάξουν και τους έτρεψε σε φυγή. Οι γυναίκες, στο μεταξύ, αφού μπήκαν στον τάφο και δε βρήκαν το σώμα του Ιησού, βλέπουν δυο Αγγέλους λευκοφορεμένους, με αντρική μορφή, οι οποίοι αφού τους φανέρωσαν την ανάσταση του Σωτήρα, τις στέλνουν για να αναγγείλουν στους μαθητές την χαρούμενη είδηση. Σε μικρό χρονικό διάστημα φθάνουν στον τάφο ο Πέτρος με τον Ιωάννη, αφού έμαθαν τι έγινε από τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως ήδη ειπώθηκε, αλλά μπαίνοντας μέσα βρίσκουν μόνο τα σάβανα. Γι’ αυτό ανέρχονται όλοι στη πόλη με χαρά, κήρυκες της ανάστασης του Χριστού, τον οποίον και είδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά τη σημερινή γιορτή. Αυτή την χαρμόσυνο Ανάσταση γιορτάζοντας σήμερα ασπαζόμαστε μεταξύ μας τον εν Χριστώ ασπασμό, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη διακοπή της πρώτης έχθρας ανάμεσα σ’ εμάς και το Θεό και τη διαλλαγή του Θεού προς εμάς για άλλη μια φορά, διαλλαγή που έγινε φανερή με το πάθος του Σωτήρος. Και η εορτή ονομάζεται Πάσχα, έχοντας έτσι το ίδιο όνομα με το Πάσχα των Εβραίων, το οποίο, στη γλώσσα τους σημαίνει διάβαση• διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς μας διεβίβασε από την κατάρα του Αδάμ και τη δουλεία του διαβόλου στην ελευθερία και μακαριότητα. Και αυτή η μέρα της εβδομάδος, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι η πρώτη από τις υπόλοιπες μέρες, επειδή, αφιερώθηκε στην τιμή του Κυρίου ονομάστηκε από το όνομα Του Κυριακή, και σ’ αυτή μετατέθηκε από τους Αποστόλους η αργία και η ανάπαυση της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου.

Μεγάλο Σάββατο - Η ταφή του Κυρίου

04/05/2013Το Σάββατο, αφού συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι στο Πόντιο Πιλάτο, τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Ιησού για τρεις ημέρες διότι, καθώς έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές Του, αφού κλέψουν την νύχτα το ενταφιασμένο Του σώμα κηρύξουν έπειτα στο λαό ως αληθινή την ανάσταση την οποία προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμη ζούσε· και τότε θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη της πρώτης». Αυτά αφού είπαν στον Πόντιο Πιλάτο και αφού πήραν την άδεια του, έφυγαν και σφράγισαν τον τάφο τοποθετώντας εκεί για ασφάλεια του κουστωδία, δηλαδή στρατιωτική φρουρά. Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενο

ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 2013 ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ---------------------------------- ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ------------------------------------- ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ------------------------------------- ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΑΝΑΛΥΨΕΩΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ------------------------------------- ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ------------------------------------- ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ------------------------------------ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ----------------------------------- ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ----------------------------------- ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ------------------------------------------ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΛΟΓΡΑΙΩΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ---------------------------------------------- ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ EΠΕΙΧΡΥΣΟΜΕΝΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ -----------------------------------------------

Μεγάλη Παρασκευή - Τα άγια πάθη του Κυρίου

03/05/2013 Την Παρασκευή, στέλνεται ο Ιησούς δέσμιος από τον Καϊάφα στον τότε ηγεμόνα της Ιουδαίας Πόντιο Πιλάτο. Αυτός, αφού Τον ανέκρινε με πολλούς τρόπους και αφού ομολόγησε δυο φορές ότι ο Ιησούς είναι αθώος, έπειτα, για να ευχαριστηθούν οι Ιουδαίοι, τον καταδικάζει σε θάνατο• και αφού τον μαστίγωσε σαν δραπέτη δούλο τον Δεσπότη των όλων, Τον παρέδωσε για να σταυρωθεί. Από ’κει και πέρα ο Ιησούς, αφού παραδόθηκε στους στρατιώτες, γυμνώνεται, φοράει κόκκινη χλαμύδα, στεφανώνεται με ακάνθινο στεφάνι, κρατάει κάλαμο σα σκήπτρο, προσκυνείται χλευαστικά, φτύνεται και χτυπιέται στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Μετά, φορώντας πάλι τα ρούχα του και βαστάζοντας το Σταυρό, πηγαίνει προς τον Γολγοθά, τον τόπο της καταδίκης και εκεί, γύρω στην Τρίτη ώρα της ημέρας, σταυρώνεται μεταξύ δυο ληστών, βλασφημείται από αυτούς που είχαν πάει στον Γολγοθά μαζί του, μυκτηρίζεται από τους αρχιερείς, ποτίζεται από τους στρατιώτες με ξύδι ανακατεμένο με χολή. Γύρω στην ενάτη ώρα, αφού βγάζει πρώτα φωνή μεγάλη, και λέει: «Τετέλεσται», εκπνέει «ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», την ώρα κατά την οποία σφάζονταν, σύμφωνα με τον νόμο, ο πασχαλινός αμνός, ο οποίος καθιερώθηκε ως έθιμο στους Ιουδαίους, προτυπώνοντας τον Εσταυρωμένο Χριστό, πρίν από 1043 χρόνια. Το δεσποτικό αυτό θάνατο και η άψυχη κτίση, πενθώντας, τον τρέμει και αλλοιώνεται από το φόβο αλλά ο Δημιουργός της κτίσεως ακόμα και όταν είναι νεκρός, λογχίζεται την ακήρατη πλευρά Του και ρέει απ’ αυτή αίμα και νερό. Τέλος, κατά τη δύση του ηλίου, έρχεται ο Ιωσήφ από Αριμαθείας και ο Νικόδημος μαζί με αυτόν, και οι δυο κρυφοί μαθητές του Ιησού, αποκαθηλώνουν από το Σταυρό το πανάγιο του διδασκάλου σώμα, το αρωματίζουν, το τυλίγουν με καθαρό σεντόνι και αφού το έθαψαν σε καινούργιο τάφο, κυλούν στο στόμιο του μεγάλο λίθο. Αυτά τα φρικτά και σωτήρια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού επιτελούμε σήμερα και εις ανάμνηση αυτών παραλάβαμε από αποστολική διαταγή, τη νηστεία της Παρασκευής. Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν. Η ζωή πως θνήσκεις; πώς και τάφω οικείς; του θανάτου το βασίλειον λύεις δε και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς. Μεγαλύνομέν σε, Ιησού Βασιλεύ, και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου, δι' ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς. Μέτρα γής ο στήσας, εν σμικρώ κατοικείς, Ιησού Παμβασιλεύ, τάφω σήμερον, εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών. Ιησού Χριστέ μου, Βασιλεύ του παντός, τι ζητών τοις εν τω άδη ελήλυθας; ή το γένος απολύσαι των βροτών. Ο Δεσπότης πάντων καθοράται νεκρός, και εν μνήματι καινώ κατατίθεται, ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών. Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας και επήγασας τω κόσμω την ζωήν. Μετά των κακούργων ως κακούργος, Χριστέ, ελογίσθης δικαιών ημάς άπαντας, κακουργίας του αρχαίου Πτερνιστού. Ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς ως ανείδεος νεκρός καταφαίνεται, ο την φύσιν ωραΐσας του παντός. Άδης πως υποίσει παρουσίαν την σήν, και μη θάττον συντριβείη σκοτούμενος, αστραπής φωτός σου αίγλη τυφλωθείς; Ιησού, γλυκύ μοι και σωτήριον φως, τάφω πως εν σκοτεινώ κατακέκρυψαι; ω αφάτου και αρρήτου ανοχής! Απορεί και φύσις, νοερά και πληθύς, η ασώματος, Χριστέ, το μυστήριον της αφράστου και αρρήτου σου ταφής. Ώ θαυμάτων ξένων! ώ πραγμάτων καινών! ο πνοής μοι χορηγός άπνους φέρεται, κηδευόμενος χερσί του Ιωσήφ. Και εν τάφω έδυς, και των κόλπων, Χριστέ, των πατρώων ουδαμώς απεφοίτησας τούτο ξένον και παράδοξον ομού. Αληθής και πόλου και της γης Βασιλεύς, ει και τάφω σμικροτάτω συγκέκλεισαι, επεγνώσθης πάση κτίσει, Ιησού. Σου τεθέντος τάφω, πλαστουργέτα Χριστέ, τα του Άδου εσαλεύθη θεμέλια, και μνημεία ηνεώχθη των βροτών. Ο την γην κατέχων, τη δρακί νεκρωθείς, σαρκικώς υπό της γης νυν συνέχεται, τους νεκρούς λυτρών της Άδου συνοχής. Εκ φθοράς ανέβη η ζωή μου ευθύς, Σου θανέντος και τω Άδη φοιτήσαντος, Ιησού μου, του θανάτου συντριβή. Ως φωτός λυχνία νυν η σάρξ του Θεού, υπό γην ως υπό μόδιον κρύπτεται, και διώκει τον εν Άδη σκοτασμόν. Νοερών συντρέχει στρατιών η πληθύς, Ιωσήφ και Νικοδήμω συστείλαί σε, τον αχώρητον, εν μνήματι σμικρώ. Νεκρωθείς βουλήσει και τεθείς υπό γήν, ζωοβρύτα Ιησού μου, εζώωσας νεκρωθέντα παραβάσει με πικρά. Ηλλοιούτο πάσα, Ιησού, εν τω σώ εκουσίω πάθει κτίσις, ως Λόγον Σε, εγνωκυία εαυτής συνεκτικόν. Της ζωής την πέτραν ως βροτόν, Ιησου, ο παμφάγος Σε φαγών Άδης ήμεσεν, εξ αιώνος ους κατέπιε νεκρούς. Εν καινώ μνημείω κατετέθης, Χριστέ, και την φύσιν των βροτών ανεκαίνισας, αναστάς θεοπρεπώς εκ των νεκρών. Επί γης κατήλθες ίνα σώσης Αδάμ και εν γη μη ευρηκώς τούτον, Δέσποτα, μέχρις Άδου κατελήλυθας ζητών. Συγκλονείται φόβω πάσα, Λόγε, η γη και Φωσφόρος τας ακτίνας απέκρυψε, του μεγίστου γη κρυβέντος σου φωτός. Ως βροτός μεν θνήσεις, εκουσίως, Σωτήρ, ως Θεός δε τους θνητούς εξανέστησας, εκ μνημάτων και βυθού αμαρτιών. Δακρυρρόους θρήνους επί σε η Αγνή μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα, ανεβόα πως κηδεύσω σε, Υιέ; Ώσπερ σίτου κόκκος, υποδύς κόλπους γης, τον πολύχουν απεδέδωκας άσταχυν, αναστήσας τους βροτούς τους εξ Αδάμ. Υπό γην εκρύβης ώσπερ Ήλιος νυν, και νυκτί τη του θανάτου κεκάλυψαι αλλ' ανάτειλον φαιδρότερον, Σωτήρ. Ως ηλίου δίσκον η σελήνη, Σωτήρ, αποκρύπτει, και Σε τάφος νυν έκρυψεν, εκλιπόντα τω θανάτω σαρκικώς. Η ζωή θανάτου γευσαμένη, Χριστός, εκ θανάτου τους βροτούς ηλευθέρωσε, και δωρείται πάση κτίσει την ζωήν. Νεκρωθέντα πάλαι τον Αδάμ φθονερώς επανάγεις προς ζωήν τη νεκρώσει Σου, νέος, Σώτερ, εν σαρκί φανείς Αδάμ. Νοεραί σε τάξεις, ηπλωμένον νεκρόν καθορώσαι δι' ημάς εξεπλήττοντο, καλυπτόμεναι ταις πτέρυξι, Σωτήρ. Καθελών σε, Λόγε, απο ξύλου νεκρόν, εν μνημείω Ιωσήφ νυν κατέθετο. Αλλ' ανάστα σώζων πάντας ως Θεός. Των αγγέλων, Σώτερ, χαρμονή πεφυκώς νυν και λύπης τούτοις γέγονας αίτιος, καθορώμενος σαρκί άπνους νεκρός. Υψωθείς εν ξύλω και τους ζώντας βροτούς συνοψοίς υπό την γήν δε γενόμενος, τους κειμένους υπ' αυτήν εξανιστάς. Ώσπερ λέων, Σώτερ, αφυπνώσας σαρκί, ως τις σκύμνος ο νεκρός εξανίστασαι, αποθέμενος το γήρας της σαρκός. Την πλευράς ενύγης ο πλευράν ειληφώς του Αδάμ, εξ ής την Εύαν διέπλασας, και εξέβλυσας κρουνούς καθαρτικούς. Εν κρυπτώ μεν πάλαι έθυον τον Αμνόν σύ δ' υπαίθριος τυθείς, Ανεξίκακε, πάσαν κτίσιν απεκάθηρας, Σωτήρ. Τις εξείποι τρόπον, φρικτόν! όντως καινόν; ο δεσπόζων γαρ της κτίσεως σήμερον, πάθος δέχεται και θνήσκει δι' ημάς. Ο ζωής ταμίας πως οράται νεκρός; εκπληττόμενοι οι άγγελοι έκραζον πως δ' εν μνήματι συγκλείεται Θεός; Λογχονύκτου, Σώτερ, εκ πλευράς σου ζωήν τη ζωή, την εκ ζωής εξωσάση με επιστάζεις και ζωοίς με σύν αυτή. Απλωθείς εν ξύλω συνηγάγου βροτούς την πλευράν σου δε νυγείς την ζωήρρυτον, πάσιν άφεσιν πηγάζεις, Ιησού. Ο ευσχήμων, Σώτερ, σχηματίζει φρικτώς, και κηδεύει ως νεκρόν ευσχημόνως Σε, και θαμβείταί σου το σχήμα το φρικτόν. Υπό γην βουλήσει, κατελθών ως θνητός, επανάγεις απο γης προς ουράνια τους εκείθεν πεπτωκότας, Ιησού. Καν νεκρός ωράθης, αλλά ζων ως Θεός, νεκρωθέντας τους βροτούς ανεζώωσας, τον εμόν απονεκρώσας νεκρωτήν. Ω χαράς εκείνης! ω πολλής ηδονής! Ιησού, ης τους εν Άδη πεπλήρωκας, εν πυθμέσι φως αστράψας ζοφεροίς. Προσκυνώ το πάθος, ανυμνώ την ταφήν μεγαλύνω σου το κράτος, φιλάνθρωπε, δι' ων λέλυμαι παθών φθοροποιών. Κατά σου ρομφαία εστιλβούτο, Χριστέ, και ρομφαία ισχυρού μεν αμβλύνεται, η ρομφαία δε τροπούται της Εδέμ. Η αμνάς τον άρνα, καθορώσα νεκρόν, ταις αικίσι βαλλομένη ωλόλυζε συγκινούσα και το ποίμνιον βοάν. Καν ενθάπτη τάφω καν εις Άδου μολή, αλλά, Σώτερ, και τους τάφους εκένωσας και τον Άδην απεγύμνωσας, Χριστέ. Εκουσίως, Σώτερ, κατελθών υπό γήν, νεκρωθέντας τους βρούς ανεζώωσας και ανήγαγες εν δόξη πατρική Της Τριάδος πάθος υπομένει, ο Είς, επονείδιστον, αμνός ιλαστήριος φρίξον ήλιος, και τρόμαξον η γη. Ως πικράς εκ κρήνης, της Ιούδα φυλής, οι απόγονοι εν λάκκω κατέθεντο, τον τροφέα μανναδότην Ιησούν. Ο Κριτής εις δίκην προ αδίκου κριτού, και παρίστατο και θάνατον άδικον κατεκρίθη διά ξύλου σταυρικού. Μιαιφόνον έθνος, αλαζών Ισραήλ, τι παθών τον Βαραββάν ηλευθέρωσας; τον Σωτήρα δε παρέδωκας σταυρώ; Ο χειρί σου πλάσας τον Αδάμ εκ της γής, δι' αυτόν τη φύσει γέγονας άνθρωπος, και εσταύρωσαι βουλήματι τω σω Υπακούσας, Λόγε, τω ιδίω Πατρί, μέχρις Άδου του δεινού καταβέβηκας και ανέστησας το γένος των βροτών. Οίμοι, φώς του κόσμου! οίμοι φως, το εμόν! Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν, η Παρθένος, θρηνωδούσα γοερώς. Φθονερέ, ελάστορ, φόνου πλήρης λαέ, καν σινδόνας και αυτό το σουδάριον ουκ αισχύνη, αναστάντος του Χριστού! Δολοφόνε, δεύρο, μιαρέ μαθητά, και τον τρόπον της κακίας σου δείξον μοι, δι' όν γέγονας προδότης του Χριστού. Ως φιλάνθρωπός τις υποκρίνη, μωρέ και τυφλέ, πανωλεθρότατε άσπονδε, ο το μύρον πεπρακώς διά τιμής. Ουρανίου μύρου ποίαν έσχες τιμήν; του τιμίου τι εδέξω αντάξιον λύσσαν εύρες, καταρώτατε Σατάν. Ει λυπή το μύρον και φιλόπτωχος εί, εις εξίλασμα ψυχής νυν χεόμενον, πως χρυσώ απεμπολείς τον φωταυγή; Ώ Θεέ και Λόγε, ω χαρά η εμή πως ενέγκω σου ταφήν την τριήμερον; νυν σπαράττομαι τα σπλάγχνα μητρικώς. Τίς μοι δώσει ύδωρ και δακρύων πηγάς, η Θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν, ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν; Ώ βουνοί και νάπται και ανθρώπων πληθύς, οίμοι! κλαύσατε και πάντα θρηνήσατε συν εμοί τη του Θεού ημών Μητρί. Πότε ίδω, Σώτερ, σε το άχρονον φως, την χαράν και ηδονήν της καρδίας μου; η Παρθένος ανεβόα γοερώς, Καν ως πέτρα, Σώτερ, η ακρότομος σύ, κατεδέξω την τομήν, αλλ' επήγασας, ζων το ρείθρον, ως πηγή ων της ζωής. Ως μιας εκ κρήνης, τον διπλούν ποταμόν, της πλευράς σου, προχεούσης αρδόμενοι, την αθάνατον καρπούμεθα Ζωήν. Θέλων ώφθης, Λόγε, εν τω τάφω νεκρός, αλλά ζής και τους βροτούς,ως προείρηται τη εγέρσει σου, Σωτήρ μου, ανιστάς. Ανυμνούμεν, Λόγε, σε των πάντων Θεόν, τω Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι, και δοξάζομεν την θείαν σου ταφήν. Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε Αγνή, και τιμώμεν την ταφήν την τριήμερον του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς. Η ζωή εν τάφω, κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Μεγάλη Πέμπτη - Ο Μυστικός Δείπνος

02/05/2013 Κατά τη Μεγάλη Πέμπτη επιτελούμε ανάμνηση: Της νίψεως των ποδών των Αποστόλων υπό του Κυρίου, Του Μυστικού Δείπνου, δηλαδή της παραδόσεως σ' εμάς υπό του Κυρίου του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, της θαυμαστής προσευχής του Κυρίου προς τον Πατέρα Του και της προδοσίας του Κυρίου υπό του Ιούδα. Εκείνο το βράδυ της Πέμπτης, πριν ν' αρχίσει το δείπνο ο Ιησούς σηκώνεται από το τραπέζι, αφήνει κάτω τα ιμάτιά του, βάζει νερό στο νιπτήρα και τα κάνει όλα μόνος Του, πλένοντας τα πόδια των Μαθητών Του. Με τον τρόπο αυτό θέλει να δείξει σ' όλους ότι δεν πρέπει να επιζητούμε τα πρωτεία. Μετά τη νίψη των ποδιών λέγει: «όποιος θέλει να είναι πρώτος, να είναι τελευταίος απ' όλους». Πρώτα πήγε στον Ιούδα και μετά στό Πέτρο, ο οποίος ήταν ο πιο ορμητικός απ' όλους και στην αρχή σταματάει το Διδάσκαλο, αλλά ύστερα όταν τον έλεγξε, υποχωρεί με τη καρδιά του. Αφού έπλυνε τα πόδια όλων, πήρε τα ιμάτιά Του και ξανακάθησε. Άρχισε κατόπιν να τους νουθετεί να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να μη επιζητούν το ποιός θα είναι πρώτος. Στη συνέχεια τους μίλησε για την προδοσία και επειδή θορυβήθηκαν, στρέφεται με ήρεμο τρόπο στον Ιωάννη και τον υπέδειξε. Κατόπιν πήρε ψωμί στα χέρια Του και είπε: «Λάβετε φάγετε». Το ίδιο έκανε και με το ποτήρι του κρασιού λέγοντας: «Πιέστε απ' αυτό όλοι, γιατί αυτό είναι το αίμα Μου, της νέας Συμφωνίας. Αυτό να κάνετε για να Με θυμάστε». Μετά από αυτή τη στιγμή ο Ιούδας, μόλις έφαγε τον άρτο έφυγε και συμφώνησε με τους αρχιερείς να τους Τον παραδώσει. Μετά το δείπνο βγήκαν όλοι στο όρος των Ελαιών, όπου ο Χριστός τους δίδαξε τα ανήκουστα και τελευταία μαθήματα και αρχίζει να λυπάται και να ανυπομονεί. Αναχωρεό μόνος Του και, γονατίζοντας, προσεύχεται εκτενώς. Από την πολλή αγωνία γίνεται ο ιδρώτας Του σαν σταγόνες πηχτού αίματος, οι οποίες έπεφταν στη γη. Μόλις συμπληρώνει την εναγώνια εκείνη προσευχή, φθάνει ο Ιούδας με ένοπλους στρατιώτες και πολύ όχλο και αφού χαιρετάει και φιλάει πονηρά το δάσκαλό Του, Τον παραδίδει. Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και τον φέρνουν δέσμιο στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι μαθητές σκορπίζονται και ο θερμότερος των άλλων ο Πέτρος τον ακολούθησε ως την αρχιερατική αυλή και αρνείται και αυτός ότι είναι μαθητής Του. Εν τω μεταξύ ο θείος διδάσκαλος παρουσιάζεται μπροστά στο παράνομο συνέδριο, εξετάζεται για τους μαθητές και τη διδασκαλία Του, εξορκίζεται στο Θεό για να πεί εάν Αυτός είναι πράγματι ο Χριστός και αφού είπε την αλήθεια, κρίνεται ως ένοχος θανάτου, επειδή τάχα βλασφήμησε. Από 'κει και πέρα τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χτυπάνε, τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο κατά τη διάρκεια όλης της νύχτας, ως το πρωϊ.

Μεγάλη Τετάρτη - Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω

01/05/2013Κατά την Μεγάλη Τετάρτη επιτελούμε ανάμνηση του γεγονότος της αλείψεως του Κυρίου με μύρο από μια πόρνη γυναίκα. Επίσης φέρεται στη μνήμη μας, η σύγκλιση του Συνεδρίου των Ιουδαίων, του ανωτάτου δηλαδή Δικαστηρίου τους, προς λήψη καταδικαστικής αποφάσεως του Κυρίου, καθώς και τα σχέδια του Ιούδα για προδοσία του Διδασκάλου του. Δύο μέρες πριν το Πάσχα, καθώς ο Κύριος ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα, κι ενώ βρισκόταν στο σπίτι στου λεπρού Σίμωνα, τον πλησίασε μια πόρνη γυναίκα κι άλειψε το κεφάλι Του με πολύτιμο μύρο. Η τιμή του ήταν γύρω στα τριακόσια δηνάρια, πολύτιμο άρωμα και γι' αυτό οι μαθητές την επέκριναν και περισσότερο απ' όλους ο Ιούδας. Γνώριζαν οι μαθητές καλά πόσο μεγάλο ζήλο έδειχνε πάντοτε ο Χριστός για την ελεημοσύνη προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως την υπερασπίσθηκε, για να μην αποτραπεί απ' το καλό της σκοπό. Ανέφερε μάλιστα και τον ενταφιασμό Του, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Ιούδα από τη προδοσία, αλλά μάταια. Τότε απέδωσε στη γυναίκα την μεγάλη τιμή να διακηρύσσεται το ενάρετο έργο της σε ολόκληρο την οικουμένη. Ο Ιερός Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι δύο ήταν οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο. Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές αναφέρουν μια και την ίδια γυναίκα, που πήρε την ονομασία πόρνη. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όμως κάνει λόγο για άλλη γυναίκα, αξιοθαύμαστη και σεμνή, τη Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, που άλειψε τα άχραντα πόδια Του σκουπίζοντας τα με τις τρίχες των μαλλιών της.

Μεγάλη Τρίτη - Των Δέκα Παρθένων

30/04/2013 Κατά την Μεγάλη Τρίτη επιτελούμε ανάμνηση της περί των δέκα παρθένων γνωστής παραβολής του Κυρίου. Η Εκκλησία μας καλεί να είμεθα έτοιμοι για να υποδεχθούμε, κρατούντες τις λαμπάδες των αρετών μας, τον ουράνιον Νυμφίο, τον Κύριον Ιησού, ο Οποίος θα έλθει αιφνίδια, είτε ειδικά κατά τη στιγμή του θανάτου μας, είτε γενικά κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Επίσης μας καλεί, φέρουσα ενώπιό μας και τη παραβολή των ταλάντων, να καλλιεργήσουμε και να αυξήσουμε τα χαρίσματα που μας έδωσε ο Θεός. Ο Κύριός μας, ο Ιησούς Χριστός, όταν ανέβαινε στα Ιεροσόλυμα και πλησίαζε προς το εκούσιο Πάθος, έλεγε στους μαθητές Του ορισμένες παραβολές για να τους προετοιμάσει. Μερικές, μάλιστα, τις έλεγε για να καυτηριάσει και να χτυπήσει του Γραμματείς και τους Φαρισαίους. Μια από αυτές, τη σημερινή των δέκα παρθένων, την είπε για να παρακινήσει μεν όλους προς την ελεημοσύνη, αλλά και να διδάξει όλους μας να είμαστε έτοιμοι πριν μας προλάβει το τέλος του θανάτου. Επειδή έχει πολλή δόξα η παρθενία (πραγματικά είναι μεγάλο κατόρθωμα!) και για να μη βρεθεί κάποιος που κατορθώνει αυτό το μεγάλο έργο, αλλά παραμελεί τα άλλα και ιδίως την ελεημοσύνη, προβάλλει αυτή τη παραβολή. Τρέχει πολύ γρήγορα η νύκτα της παρούσης ζωής, έτσι οι παρθένες όλες νύσταξαν και κοιμήθηκαν, δηλαδή πέθαναν, γιατί ο θάνατος λέγεται και ύπνος. Καθώς κοιμόντουσαν, στη μέση της νύχτας ακούσθηκε μια δυνατή φωνή που έλεγε: «Να ΄τος ο Νυμφίος, έρχεται! Βγείτε όλες να Τον προϋπαντήσετε!». Τότε οι φρόνιμες παρθένες που είχαν φροντίσει να έχουν άφθονο λάδι, συνάντησαν τον Νυμφίο και μπήκαν μέσα μαζί Του, όταν ανοίχθηκαν οι πύλες. Αυτές κοντά στις άλλες αρετές και μάλιστα της παρθενίας, φρόντισαν να έχουν άφθονο και το λάδι της ελεημοσύνης. Αντίθετα οι άλλες πέντε παρθένες που δεν είχαν αρκετό λάδι, όταν ξύπνησαν ζητούσαν λίγο από τις φρόνιμες, αλλά μετά θάνατο δεν είναι εύκολο να αγοράσεις λάδι από αυτούς που το πουλούν, δηλαδή τους φτωχούς. Αυτές, η παραβολή, τις ονομάζει μωρές, γατί ενώ κατόρθωσαν το δυσκολώτερο, την ''παρθενία'', παραμέλησαν το ευκολώτερο γιατί ήταν ανελεήμονες καρδιές. Όποιος λοιπόν κατορθώσει μια αρετή - έστω μεγάλη - αλλά δε φροντίσει και για τις άλλες και ιδίως την ελεημοσύνη, δε μπορεί να μπει μαζί με το Χριστό στην αιώνια ανάπαυση και γυρίζει πίσω ντροπιασμένος. Και τίποτα δεν είναι πιό λυπηρό και πιο ντροπιαστικό από μια "παρθένο" που νικιέται απ' τον έρωτα των χρημάτων.

Μεγάλη Δευτέρα - Ιωσήφ του Παγκάλου

29/04/2013 Από τη σημερινή μέρα ξεκινούν τα άγια Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τύπος του Κυρίου μας Ιησού είναι ο πάγκαλος Ιωσήφ που σήμερα επιτελούμε την ανάμνησή του. Ήταν ο μικρότερος γιός του Πατριάρχη Ιακώβ και ο πιο αγαπητός. Όμως φθονήθηκε από τα αδέλφια του και αρχικά τον έρριξαν σ' ένα βαθύ λάκκο και εξαπάτησαν το πατέρα τους χρησιμοποιώντας ένα ματωμένο ρούχο ότι δήθεν τον κατασπάραξε κάποιο θηρίο. Στη συνέχεια τον πούλησαν για τριάντα αργύρια σε εμπόρους, οι οποίοι τον ξαναπούλησαν στον αρχιμάργειρα του βασιλιά της Αιγύπτου, τον Πετεφρή. Ο Ιωσήφ ήταν πανέμορφος και τον ερωτεύθηκε η γυναίκα του Πετεφρή, που θέλησε να τον παρασύρει σε ανήθικη πράξη βιαίως. Μόλις εκείνη έπιασε τον Ιωσήφ, εκείνος άφησε στα χέρια της το χιτώνα του και έφυγε. Εκείνη από το θυμό της τον συκοφάντησε στο σύζυγό της, ότι δήθεν αυτός επιτέθηκε εναντίον της με ανήθικους σκοπούς. Ο Πετεφρής την πίστευσε και φυλάκισε τον Ιωσήφ. Κάποτε όμως ο Φαραώ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, είδε ένα παράξενο όνειρο και ζήτησε έναν εξηγητή. Με το φωτισμό του Θεού, μόνο ο Ιωσήφ μπόρεσε να το εξηγήσει. Ότι θα έλθουν στη χώρα του επτά χρόνια ευφορίας και επτά ακαρπίας και πείνας. Ενθουσιάσθηκε ο Φαραώ από τη σοφία του και τον έκανε γενικό άρχοντα, σαν πρωθυπουργό. Ο Ιωσήφ διαχειρίσθηκε άριστα την εξουσία και φρόντισε στα δύσκολα χρόνια της πείνας όλο το λαό. Με αφορμή τη διανομή του σιταριού, φανερώθηκαν τ' αδέλφια του που τον είχαν φθονήσει. Εκείνος δεν τους κράτησε κακία, αντίθετα τα προσκάλεσε μόνιμα στην Αίγυπτο μαζί με τους γονείς. Αυτός λοιπόν αποτελεί προεικόνηση του Χριστού, διότι και Αυτός, αγαπητός γιός του Πατέρα, φθονήθηκε από τους ομοφύλους Του Ιουδαίους, πουλήθηκε από το μαθητή Του για τριάντα αργύρια και κλείσθηκε στο σκοτεινό λάκκο, τον τάφο. Επίσης, σήμερα μνημονεύουμε και τη άκαρπο συκή, την οποία καταράσθηκε ο Κύριος και ξεράθηκε αμέσως. Συμβολίζει τόσο τη Συναγωγή των Εβραίων, η οποία δεν είχε πνευματικούς καρπούς, όσο και κάθε άνθρωπο που στερείται πνευματικών καρπών, αρετών. Έδειξε ο Κύριος τη δύναμή Του στο άψυχο δένδρο και ποτέ πάνω σε άνθρωπο, για να δείξει ότι δεν έχει μόνο δύναμη να ευεργετεί, αλλά και να τιμωρεί. Η υμνογραφία αναφέρεται σήμερα στα δύο παραπάνω θέματα, αλλά και επί πλέον στο θέμα της πορείας του Κυρίου προς το Πάθος. Από το τροπάριο: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...» οι ακολουθίες της Μ. Δευτέρας έως Τετάρτης λέγονται και «Ακολουθίες του Νυμφίου». Δύο από τα πιο γνωστά τροπάρια της Μ. Εβδομάδας είναι τα «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται» και «Τον νυμφώνα Σου βλέπω». Ποια είναι όμως η σημασία τους; Το πρώτο απ’ αυτά λέει: «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα. Ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ουν, ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθείς, ίνα μη τω θανάτω παραδοθείς και της βασιλείας έξω κλεισθείς. Αλλά ανάνηψον κράζουσα· Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών, διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς». Στα νέα ελληνικά, το τροπάριο λέει (κάπως ελεύθερα): «Δείτε, έρχεται ο Γαμπρός (Νυμφίος) καταμεσίς της νύχτας, και καλότυχος ο δούλος, που θα τον βρει ξύπνιο, αλλά ανάξιος εκείνος που θα πιαστεί στον ύπνο. Πρόσεχε λοιπόν, ψυχή μου, μην αφεθείς στον ύπνο, για να μην παραδοθείς στο θάνατο και κλειστείς έξω από τη βασιλεία. Αλλά σύνελθε και φώναξε: Είσαι Άγιος, Άγιος, Άγιος, Θεέ μας, μέσω της Θεοτόκου ελέησέ μας». Ποια είναι η σημασία αυτού του τροπαρίου; Οι στίχοι παραπέμπουν σε δύο παραβολές, δηλαδή ιστορίες με κάποιο νόημα που είπε ο Χριστός. Η πρώτη φράση προέρχεται από την παραβολή των δέκα παρθένων (κατά Ματθαίον, κεφ. 25, στίχοι 1-13). Λέει ότι δέκα κορίτσια είχαν βγει να προϋπαντήσουν το γαμπρό σε κάποιο γάμο. Όμως εκείνος άργησε και αποκοιμήθηκαν. Και καταμεσίς της νύχτας ακούστηκε φωνή: «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται!». Οι κοπέλες ξύπνησαν, αλλά «οι λαμπάδες τους» έσβηναν. Οι πέντε απ’ αυτές (οι «φρόνιμες» = συνετές) είχαν μαζί τους λάδι και ανανέωσαν τη φλόγα, αλλά οι άλλες πέντε (οι «μωρές» = επιπόλαιες) δεν είχαν. Έτσι, μέχρι να βρουν να αγοράσουν, ο Γαμπρός μπήκε στο σπίτι του γάμου, έκλεισε η πόρτα και έμειναν απ’ έξω. Όπως φαίνεται στα λόγια του Χριστού, ο γαμπρός της ιστορίας συμβολίζει το Χριστό, που όλοι περιμένουμε τη Δευτέρα Παρουσία Του, αλλά αυτή καθυστερεί. Θα έρθει ξαφνικά («μέσα στη νύχτα») και τότε κάποιοι θα είναι έτοιμοι να εμφανιστούν μπροστά Του, γιατί θα είναι καλοί άνθρωποι, ενώ κάποιοι άλλοι θα είναι ανέτοιμοι (επειδή φέρθηκαν ανόητα και δε φρόντισαν να καθαρίσουν την καρδιά τους) και θα μείνουν έξω από «το γάμο», δηλαδή τη βασιλεία του Θεού (τον παράδεισο). Η δεύτερη παραβολή (κατά Λουκάν, κεφ. 12, στίχοι 36-46) μιλάει για κάποιους δούλους, που περιμένουν τον κύριό τους να επιστρέψει από γάμο. Καλότυχος, λέει ο Ιησούς, εκείνος ο δούλος, που ο κύριος θα τον βρει σε επιφυλακή να τον περιμένει, ενώ αλίμονο σ’ εκείνον που θα σκεφτεί «αργεί ο κύριος» και θ’ αρχίσει να μεθοκοπάει, να δέρνει και να καταπιέζει τους άλλους δούλους. Και αυτή η παραβολή δηλώνει ότι ο Χριστός θα επιστρέψει «ως κλέπτης εν νυκτί», σε στιγμή που κανείς δε θα Τον περιμένει. Εννοείται ότι η στιγμή, για την οποία ο καθένας πρέπει να είναι έτοιμος, είναι η στιγμή του θανάτου μας, που πιθανότατα θα προηγηθεί της Δ. Παρουσίας και είναι ουσιαστικά η στιγμή της κρίσης μας μπροστά στο Θεό. Ας είμαστε έτοιμοι, έχοντας καθαρίσει την καρδιά μας από τα ελαττώματα που μας εμποδίζουν να αγαπήσουμε το Θεό και τον πλησίον μας. Αυτό ακριβώς είναι και το νόημα του τροπαρίου. Ο ποιητής καλεί την ίδια την ψυχή του να μετανοήσει και να αφεθεί στα χέρια του Θεού, ζητώντας τη βοήθειά Του μέσω της Θεοτόκου, των αγίων και των φωτεινών αγγέλων (η τελευταία φράση λέγεται με όλες αυτές τις παραλλαγές). Το τριπλό «Άγιος, Άγιος, Άγιος» είναι από τον ύμνο των αγγέλων (των Σεραφείμ) που άκουσε ο προφήτης Ησαΐας (Ησαΐας, κεφ. 6) και υποδηλώνει την Αγία Τριάδα. «Τον νυμφώνα Σου βλέπω…» Το δεύτερο τροπάριο λέει: «Τον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ. Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα, και σώσον με». Σε νέα ελληνικά: «Σωτήρα μου, βλέπω στολισμένο το σπίτι του γάμου, αλλά δεν έχω κατάλληλα ρούχα για να μπω μέσα. Κάνε λαμπερή τη στολή της ψυχής μου, Εσύ που δίνεις το φως, και σώσε με». Οι στίχοι είναι εμπνευσμένοι από μια άλλη παραβολή του Χριστού, στο κατά Ματθαίον, κεφ. 22, στίχοι 1-14: ένας βασιλιάς παντρεύει το γιο του, αλλά οι καλεσμένοι «αγρόν ηγόρασαν» (η φράση είναι από το Λουκ. 14, 18, όπου υπάρχει η ίδια παραβολή ή μια παρόμοια – εκεί κάποιος λέει: «αγόρασα ένα αγρό (χωράφι) και πρέπει να πάω να τον δω, γι’ αυτό δε μπορώ να έρθω») και δεν πήγαν. Τότε εκείνος έστειλε και κάλεσαν όλους τους φτωχούς και περιθωριακούς, που ήρθαν αντί για τους επίσημους. Είδε όμως κάποιον με ρούχα ακατάλληλα για γάμο και έβαλε να τον πετάξουν έξω, και μάλιστα «στο σκοτάδι»!... Εννοείται ότι, αφού οι τελικοί καλεσμένοι ήταν φτωχοί, ο Ιησούς δεν εννοούσε ότι ο άνθρωπος διώχτηκε επειδή είχε «κακά ρούχα». Το νόημα είναι ότι είχε κακή ψυχή. Εδώ λοιπόν ο ποιητής του τροπαρίου παρακαλεί το Χριστό να τον βοηθήσει να γίνει λαμπερή η ψυχή του, να τη «φορέσει» (ως το καταλληλότερο ένδυμα) και να μπορέσει να μπει στο γλέντι του γάμου, δηλ. στον παράδεισο. Ο Ιησούς ως Νυμφίος Ο ίδιος ο Χριστός συχνά παρομοίασε τον ερχομό Του με γάμο και τον εαυτό Του με Νυμφίο (γαμπρό). Και στο τέλος της Αποκάλυψης ο παράδεισος συμβολίζεται με μια «πόλη στολισμένη σα νύφη», μέσα στην οποία δεν μπαίνει τίποτε κακό. Η σημασία αυτής της παρομοίωσης είναι ότι στο πρόσωπο του Χριστού συντελείται ένας «ιερός γάμος» Θεού και ανθρωπότητας: στο γάμο οι δύο σύζυγοι ενώνονται, ενώ στο Χριστό ενώθηκαν Θεός και άνθρωπος, γι’ αυτό ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος. Γι’ αυτό ο Χριστός ονομάζεται «Νυμφίος της Εκκλησίας», η σχέση του αντρόγυνου παρομοιάζεται από τον απόστολο Παύλο με τη σχέση Χριστού και Εκκλησίας (στην επιστολή προς Εφεσίους, κεφ. 5, που διαβάζεται κατά την τελετή του γάμου), ενώ το «Άσμα Ασμάτων» (το ερωτικό τραγούδι του βασιλιά Σολομώντα που βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη) ερμηνεύτηκε από τους χριστιανούς αγίους ως αλληγορία του έρωτα του Θεού και του ανθρώπου. Ο Θεός, κατά τους αγίους μας, είναι «ερωτευμένος με τον άνθρωπο», γιατί μόνο ένας ερωτευμένος θα μπορούσε να κάνει τέτοια θυσία: να γίνει ταπεινός άνθρωπος (ενώ είναι ο παντοδύναμος Θεός) και ν’ αφήσει να τον βασανίσουν μέχρι θανάτου για να σώσει το δημιούργημά Του. Επίσης, η αγάπη του Θεού είναι «έρως», γιατί Τον κινεί σε ένωση με τον άνθρωπο, όπως οι δύο ερωτευμένοι ενώνονται «οι δύο εις σάρκα μίαν». Όλα αυτά δεν σκανδαλίζουν τους χριστιανούς, γιατί δεν περιέχουν τίποτε κακό: μιλάνε για την αγάπη του Θεού και για την ένωσή Του με τους ανθρώπους (την αγιότητα). Αυτή την ένωση καλείται να έχει ως σκοπό της ζωής του κάθε χριστιανός. Έτσι, αξιολογεί κάθε πράξη του, στην προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική κ.τ.λ. ζωή του, με γνώμονα αν συμβάλλει σ’ αυτή την ένωση ή την εμποδίζει: στην ένωση με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν θα μπορούσε να έχει παντρευτεί ή ερωτευτεί μια γυναίκα: όχι γιατί «ήταν ανέραστος» (δεν ήταν, όπως μόλις είπαμε), αλλά γιατί είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας, ερωτευμένος και ενωμένος με τη Νύμφη Του, την ανθρωπότητα. Μόνο αν δεν ήταν Θεός, αλλά ένας κοινός άνθρωπος, τότε δεν είναι αληθινός αυτός ο ιερός γάμος, άρα ούτε η ανάσταση και φυσικά δεν υπάρχει και σωτηρία από το θάνατο. Γι’ αυτό και οι (λανθασμένες) ιδέες ότι δήθεν ήταν παντρεμένος με την αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, είναι αντίθετες με τη διδασκαλία και την εμπειρία των αγίων όλων των εποχών για τη Θεότητα του Θεανθρώπου Νυμφίου Ιησού. Καλή ανάσταση σε όλους μας.