20.5.08

Ο Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος (Flavius Valerius Constantinus) ή Μέγας Κωνσταντίνος ή άγιος και ισαπόστολος Κωνσταντίνος (κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία)


Ο Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος (Flavius Valerius Constantinus) ή Μέγας Κωνσταντίνος ή άγιος και ισαπόστολος Κωνσταντίνος (κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία) υπήρξε αυτοκράτορας κατά την κρίσιμη περίοδο που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετασχηματίσθηκε στην Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, γενικά γνωστή ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία (274(;)-337 μ.Χ.). Στο πρόσωπό του συναντάμε τη μετάβαση από την Αρχαιότητα στο Μεσαίωνα, το πέρασμα από τον Παγανισμό στο Χριστιανισμό. Έχει χαρακτηριστεί ως ο σημαντικότερος αυτοκράτορας της ύστερης αρχαιότητας και ο τελευταίος ηγέτης[εκκρεμεί παραπομπή] (ως την εποχή μας τουλάχιστον) που άλλαξε την Ιστορία της Ευρώπης και επηρέασε έμμεσα τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι ο άνθρωπος που νίκησε στη μάχη της Μιλβίας Γέφυρας το 312 μ.Χ., μία από τις αποφασιστικότερες μάχες όλων των εποχών. Υπήρξε ο αποκλειστικός αυτοκράτορας της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από το 312 και ταυτόχρονα της δυτικής και της ανατολικής από το 324 ως το 337[1].
Είναι ο αυτοκράτορας που έλαβε δυο κοσμοϊστορικές αποφάσεις:
Υπέγραψε διάταγμα με το οποίο θεσπιζόταν η ανεξιθρησκία (Διάταγμα των Μεδιολάνων, 313 μ.Χ.). Έτσι, για πρώτη φορά ο Χριστιανισμός βρισκόταν υπό την προστασία του αυτοκράτορα (όμως, δεν ανακήρυξε το Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, όπως λανθασμένα αναφέρεται κάποιες φορές. Αυτό το έπραξε αρκετά χρόνια αργότερα ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος). Με την κίνηση αυτή ο διορατικός Μέγας Κωνσταντίνος, συνέχιζε την πολιτική του Γαλέριου, που ως εκπρόσωπος της σκληρής γραμμής κατά των Χριστιανών, αντιλήφθηκε πως οι διωγμοί δεν εδραίωναν την εσωτερική ειρήνη του κράτους και αφού το 311 μ.Χ. κατέπαυσε με διάταγμα τους διωγμούς, νομιμοποίησε την Εκκλησία ως "επιτρεπομένη θρησκεία", οι οπαδοί της οποίας έπρεπε να προσεύχονται στον δικό τους θεό για την ευτυχία του κράτους.
Μετέφερε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, εγκαινιάζοντας μια νέα ιστορική εποχή και μια νέα αυτοκρατορία, που έμελλε να διαγράψει μια πορεία 1000 χρόνων.
Το γεγονός ότι δέκα τουλάχιστον διάδοχοί του είχαν το όνομά του, δείχνει πόσο σημαντική ήταν η υστεροφημία του και πόσο μεγάλης υπόληψης έχαιρε. Έμεινε στην ιστορία ως Κωνσταντίνος ο Μεγάλος, ο πρώτος αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας και ανακηρύχθηκε Αύγουστος από τα στρατεύματά του στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. ή άγιος και ισαπόστολος Κωνσταντίνος (κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία) υπήρξε αυτοκράτορας κατά την κρίσιμη περίοδο που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετασχηματίσθηκε στην Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, γενικά γνωστή ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία (274(;)-337 μ.Χ.). Στο πρόσωπό του συναντάμε τη μετάβαση από την Αρχαιότητα στο Μεσαίωνα, το πέρασμα από τον Παγανισμό στο Χριστιανισμό. Έχει χαρακτηριστεί ως ο σημαντικότερος αυτοκράτορας της ύστερης αρχαιότητας και ο τελευταίος ηγέτης[εκκρεμεί παραπομπή] (ως την εποχή μας τουλάχιστον) που άλλαξε την Ιστορία της Ευρώπης και επηρέασε έμμεσα τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι ο άνθρωπος που νίκησε στη μάχη της Μιλβίας Γέφυρας το 312 μ.Χ., μία από τις αποφασιστικότερες μάχες όλων των εποχών. Υπήρξε ο αποκλειστικός αυτοκράτορας της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από το 312 και ταυτόχρονα της δυτικής και της ανατολικής από το 324 ως το 337[1].
Είναι ο αυτοκράτορας που έλαβε δυο κοσμοϊστορικές αποφάσεις:
Υπέγραψε διάταγμα με το οποίο θεσπιζόταν η ανεξιθρησκία (Διάταγμα των Μεδιολάνων, 313 μ.Χ.). Έτσι, για πρώτη φορά ο Χριστιανισμός βρισκόταν υπό την προστασία του αυτοκράτορα (όμως, δεν ανακήρυξε το Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, όπως λανθασμένα αναφέρεται κάποιες φορές. Αυτό το έπραξε αρκετά χρόνια αργότερα ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος). Με την κίνηση αυτή ο διορατικός Μέγας Κωνσταντίνος, συνέχιζε την πολιτική του Γαλέριου, που ως εκπρόσωπος της σκληρής γραμμής κατά των Χριστιανών, αντιλήφθηκε πως οι διωγμοί δεν εδραίωναν την εσωτερική ειρήνη του κράτους και αφού το 311 μ.Χ. κατέπαυσε με διάταγμα τους διωγμούς, νομιμοποίησε την Εκκλησία ως "επιτρεπομένη θρησκεία", οι οπαδοί της οποίας έπρεπε να προσεύχονται στον δικό τους θεό για την ευτυχία του κράτους.
Μετέφερε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, εγκαινιάζοντας μια νέα ιστορική εποχή και μια νέα αυτοκρατορία, που έμελλε να διαγράψει μια πορεία 1000 χρόνων.
Το γεγονός ότι δέκα τουλάχιστον διάδοχοί του είχαν το όνομά του, δείχνει πόσο σημαντική ήταν η υστεροφημία του και πόσο μεγάλης υπόληψης έχαιρε. Έμεινε στην ιστορία ως Κωνσταντίνος ο Μεγάλος, ο πρώτος αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας και ανακηρύχθηκε Αύγουστος από τα στρατεύματά του στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ.

ΣΗΜΕΡΑ 21 ΜΑΙΟΥ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΩΣΤΑ/ΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ


Κάποια αλήθεια λέει, πως πίσω από κάθε πραγματικά μεγάλο άνδρα στέκει μια πραγματικά μεγάλη μητέρα.
Σ' αυτή και το ψυχικό της μεγαλείο χρωστά ο κόσμος τις ξεχωριστές εκείνες μορφές, που τον ανέβασαν και τον δόξασαν.
Απόδειξη τρανή της αλήθειας αυτής είναι και το παράδειγμα των δύο θεοστέπτων βασιλέων και ισαποστόλων, των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Τη μνήμη τους τιμά και γιορτάζει η Εκκλησία μας κάθε χρόνο την 21η Μαΐου.
Μια σύντομη κι ευλαβική αναδρομή της σκέψης μας στη ζωή και το έργο της αγίας Ελένης, της εξαίρετης αυτής μητέρας και φλογερής χριστιανής και ισαποστόλου, που η επίσκεψη και προσφορά της στο ευλογημένο νησί μας το αγιάζει μέχρι σήμερα και θα το αγιάζει μέχρι της συντέλειας των αιώνων, πολλά θα έχει να μας διδάξει.
Ας την παρακολουθήσουμε.
Η υπέροχη αυτή γυναίκα γεννήθηκε στη Δρεπάνη της Βιθυνίας της Μ. Ασίας γύρω στο 248 μ.Χ. από γονείς άσημους και φτωχούς. Της επαρχίας αυτής όχι μονάχα η πρωτεύουσα Νίκαια, αλλά και πολλές άλλες πόλεις ήσαν Ελληνικότατες. Γι' αυτό και το όνομα Ελένη που δόθηκε στην κόρη ήταν αποτέλεσμα όχι μιας ελληνίζουσας παραλαβής, αλλά μιας Ελληνικής συνείδησης. Από τα παιδικά της χρόνια η Ελένη διακρινόταν για την εξαιρετική της εξυπνάδα κι ομορφιά. Από νωρίς δε οι σπάνιες χριστιανικές αρετές της την ξεχώριζαν από τις συνομήλικες του καιρού της και την προέβαλλαν στον κύκλο της παντού.
Γύρω στο 270, όταν η κόρη ήταν ηλικίας 22 περίπου χρόνων, πέρασε από τη Δρεπάνη και κατέλυσε στο εκεί ξενοδοχείο του πατέρα της ένας αξιωματικός των πραιτωριανών, που λεγόταν Κωνστάντιος Χλωρός. Το προσωνύμιο Χλωρός του δόθηκε γιατί το πρόσωπο του ήταν πολύ χλωμό. Ο Κωνστάντιος ήταν γόνος μεγάλης και αριστοκρατικής οικογένειας και άνθρωπος πολύ ευγενής. Κάποια μέρα εκεί που βρισκόταν στην αυλή του ξενοδοχείου, είδε τη σεμνή κόρη κι η ευγένειά της μαζί με άλλα χαρίσματα της τράβηξαν έντονα την προσοχή του. Η εντύπωση του υπήρξε τέτοια, που, χωρίς να χάσει καιρό έσπευσε να παραμερίσει την ασημότητα της καταγωγής της - πράγμα αντίθετο με τα τότε Ρωμαϊκά έθιμα - και να την ζητήσει για σύζυγό του. Ένα χρόνο ύστερα από τους γάμους (272 μ.Χ.), το ευτυχισμένο ζευγάρι αποκτούσε, ως ευλογημένο καρπό της ένωσης του, ένα χαριτωμένο αγόρι, τον Κωνσταντίνο, τον αργότερα ιδρυτή της Βυζαντινής μας αυτοκρατορίας και κραταιό προστάτη του χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας.
Η ευτυχία δυστυχώς του νεαρού ζεύγους κι ιδιαίτερα της Ελένης δεν κράτησε για πολύ. Η γρήγορη άνοδος του Χλωρού στο ύπατο αξίωμα του Καίσαρα από τον Διοκλητιανό κι η ανάθεση σ' αυτόν του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τον έσπρωξε νωρίς να εγκαταλείψει την πιστή κι ενάρετη σύντροφό του Ελένη, για να παντρευτεί γυναίκα της κοινωνικής του τάξεως.Η πράξη αυτή του Χλωρού φαίνεται σ' εμάς αληθινά παράδοξη. Κι είναι παράδοξη. Ύστερα από την τόση εκτίμηση που η ευγενικιά αυτή ψυχή έτρεφε στη σύντροφό του Ελένη, τη μητέρα του αγαπημένου παιδιού του, η διαγωγή όχι μόνο φαίνεται, αλλά και είναι παράδοξη κι αδικαιολόγητη για μας. Στην πράξη όμως αυτήν καλούμαστε να θαυμάσουμε το ψυχικό μεγαλείο της αγίας μας, μαζί με την ταπείνωση και την αυτοθυσία της.
Σημειώνουμε μερικά στοιχεία.
1. Ο διορισμός του Χλωρού σε Καίσαρα, που εξ αιτίας της χριστιανής συζύγου του Ελένης διέκειτο κάπως ευνοϊκά προς την πίστη αυτή θα εξασφάλιζε στους χριστιανούς κάποια ελευθερία ζωής και λατρείας. Κι αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση του μεγάλου διωγμού, που ο Διοκλητιανός εκίνησε ενάντια στους χριστιανούς της αυτοκρατορίας του. Οι πιστοί στη μεγάλη επαρχία του Χλωρού δεν καταδιώχθηκαν.
2. Η ανάδειξη του Κωνσταντίνου του Χλωρού στο αξίωμα του Καίσαρος του άνοιξε τον δρόμο και στο αξίωμα του Αυγούστου αυτοκράτορας. Κι η ανάδειξη αυτή θα είχε υψίστη σημασία για τους χριστιανούς και την Εκκλησία τους.
3. Με την άνοδο ταυ Χλωρού ανοιγόταν ο δρόμος και για τον γιο του, τον νεαρό Κωνσταντίνο.
Γι' αυτούς λοιπόν τους λόγους αποφασίστηκε ο χωρισμός κι έγινε η διάζευξη με τη συναίνεση της μεγάλης κι ανώτερης εκείνης γυναίκας, της αγίας Ελένης. Θυσιάστηκε η χριστιανή μητέρα για το καλό των αδελφών του Χριστού, των χριστιανών και την άνοδο του παιδιού της.
Από τη στιγμή εκείνη η μαρτυρική μάνα παραμερίστηκε από το προσκήνιο της ζωής. Για δεκατρία τόσα χρόνια η Ελένη ζούσε μόνη με συντροφιά την πίστη της στον Σωτήρα Χριστό και στήριγμα της την προσευχή. Πολύ συχνά οι πρωινές ώρες την έβρισκαν γονατιστή κι άγρυπνη να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια για το παιδί της, τον Κωνσταντίνο. Μια ήταν η παράκλησή της. Να τον φωτίσει ο Θεός να μη παρασυρθεί από τη δόξα και τη ματαιότητα του κόσμου. Κι η απάντηση δόθηκε. Πολύ νωρίς δόθηκε από Εκείνον που διακήρυξε: «Όσα αν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες λήψεσθε». Και δόθηκε πλουσιοπάροχα. Στ' αλήθεια: «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει θεριούσι». Αυτοί που τον καιρό της σποράς σαν να βλέπουν την τρομερή ξηρασία, σπέρνουν με δάκρυα απελπισίας τα χωράφια τους, όταν πέσουν οι βροχές και καρποφορήσουν αυτά, θα τα θερίσουν σκιρτώντες από αγαλλίαση. Με αγαλλίαση θέρισε κι η πονεμένη, μα μεγαλόκαρδη μάνα, αυτό που με επιμονή και πίστη ζήτησε από τον Πανάγαθο Θεό.
Το 306 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος διαδέχτηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Δύσεως τον πατέρα του Κωνστάντιο Χλωρό. Μια από τις πρώτες ενέργειες του νεαρού αυτοκράτορα, ήταν να καλέσει κοντά του την αγαπημένη του μητέρα, να την ανακηρύξει Αυγούστα, δηλαδή αυτοκράτειρα, και να την έχει κοντά του συνεργάτιδα, στο μεγαλόπνοο και πολύπλευρο έργο του. Η αγάπη, μα κι η αφοσίωσή του σ' αυτή, υπήρξε απεριόριστη και παραδειγματική. Σ' όλες τις δύσκολες, μα κι όμορφες στιγμές της ζωής του, την είχε δίπλα του και την συμβουλευόταν. Για να την τιμήσει, έκοψε νομίσματα με τ' όνομα και τη μορφή της. Κι ακόμη την πόλη που γεννήθηκε η αγία του μητέρα, τη Δρεπάνη της Βιθυνίας, προς τιμή της τη μετονόμασε σε Ελενόπολη. Για να την ευχαριστήσει δε, φρόντισε σε διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας του να στηθούν ποικίλα ιδρύματα για την εξυπηρέτηση και ανακούφιση του λαού. Πολλοί λένε πως κι αυτό το θησαυροφυλάκιο της μεγάλης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τους αφάνταστους πόρους δεν δίστασε ο φιλόστοργος γιος να το αναθέσει ανεξέλεγκτα στα χέρια της άξιας μάνας του. Η μεγάλη τιμή του στοργικού Κωνσταντίνου προς την άγια του Μητέρα εκδηλώθηκε λαμπρή και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό της. Όταν το 330 κτίστηκε η Κωνσταντινούπολη, εκεί στη μεγάλη πλατεία που ονομαζόταν Φόρος, υψώθηκαν δύο στήλες στο όνομα της Ελένης και του Κωνσταντίνου και ανάμεσα τους τοποθετήθηκε ένας σταυρός, που έφερε αυτή την επιγραφή:«Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού πατρός, Αμήν».
Με τούτη την επιγραφή ήθελε να διατυπώσει τη δογματική ομολογία της χριστιανικής πίστεως, την οποία υπηρέτησε με τη βασιλεία του και την οποία στην ψυχή του φύτεψε από αυτά τα παιδικά του χρόνια η ευσεβής και στοργική μητέρα με την όλη παιδαγωγία της.Ψηλά, πολύ ψηλά κράτησε η ταπεινή κι υπέροχη εκείνη γυναίκα, η αγία Ελένη σ' ολόκληρη τη ζωή της τον τιμητικό ρόλο της. Με τη στοργή και τη φρόνησή της έγινε για τον Κωνσταντίνο ο φωτεινός σύμβουλος κι ο αναντικατάστατος οδηγός. Με τη χριστιανική υπομονή της καλλιέργησε κι ατσάλωσε τον τραχύ χαρακτήρα του. Με τη φρόνιμη κι επίκαιρη επέμβασή της, τον βοήθησε να αποφύγει ένα σωρό άτοπα, στα οποία θα παρασυρόταν εξ αιτίας της τόλμης και της ορμητικότητάς του. Με την πνοή ακόμη και τον ζήλο της του ενεφύσησε τις χριστιανικές εκείνες αρετές που τον δόξασαν και δίκαια του προσέδωσαν τον τιμητικό και ζηλευτό τίτλο του Μεγάλου.
Η ίδια, παρά το απότομο ανέβασμά της, δεν περηφανεύτηκε. Έμεινε σ' όλη τη ζωή της η απλή, η ταπεινή και απέριττη χριστιανή. Η χριστιανή των έργων, της διακονίας, της δράσεως.
Με τους μακροχρόνιους διωγμούς ενάντια στους χριστιανούς οι πιο πολλοί ναοί που υπήρχαν είχαν μισογκρεμισθεί κι απογυμνωθεί από τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεία λατρεία. Οι χριστιανοί που έβγαιναν από «τα σπήλαια και τις οπές της γης», τις κατακόμβες, χρειαζόντουσαν κάποιους χώρους, για να λατρεύσουν τον Θεό. Ποιος θα τους έλυε αυτό το πρόβλημα; Ποιος θα φρόντιζε να κτισθούν οι κατάλληλοι ναοί και να εξοπλισθούν με τα απαραίτητα αντικείμενα και ιερά σκεύη;
Ποίος άλλος από την αγία;
Αυτή με δική της πρωτοβουλία ανέλαβε το όλο ζήτημα. Με τη δική της συνδρομή και φροντίδα και με τα άφθονα χρήματα που προσφέρει, αρκετοί ναοί αρχίζουν να κτίζονται σε πλείστα όσα μέρη. Παρά την ηλικία της δεν διστάζει να αναλάβει και κουραστικά ταξίδια σε μακρινά τμήματα της απέραντης αυτοκρατορίας, για να ελέγξει και παρακολουθήσει τα έργα, που γίνονται. Οι χριστιανοί στο πρόσωπο της υποδέχονται, όχι απλώς την «Αυγούστα», αλλά τη μητέρα, την προστάτιδα της χριστιανικής πίστεως. Σε λίγα χρόνια με την άγρυπνη φροντίδα της περίλαμπροι ναοί υψώθηκαν όχι μονάχα σε πόλεις, μα και σε απόμερα χωριά. Ναοί! Οάσεις πνευματικού ανεφοδιασμού και ψυχικής ανατάσεως! Διαμάντια ομορφιάς, μα και κέντρα πολιτισμού.
Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει σχετικά:«Ελένη Αυγούστα Θεώ τω Σωτήρι αυτής, Θεοφιλούς βασιλέως θεοφιλής μήτηρ, ευσεβούς τεκμήρια διαθέσεως ίδρυσε».
Εκείνο όμως που ιδιαίτερα τίμησε την αγία, είναι η περί τα τέλη της ζωής της (326 μ.Χ.) μετάβασή της στους τόπους όπου έζησε ο Κύριος, κι η ανεύρεση εκεί του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, επάνω στον οποίο υψώθηκε ο Λυτρωτής μας.
Πόσους κόπους αλήθεια δεν κατέβαλε εδώ! Και πόσες νύχτες δεν πέρασε άγρυπνη ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για την επιτυχία του σκοπού της.
Κι η εξήγηση απλή.
Μετά το Άγιο Πάθος της Μεγάλης Παρασκευής, οι σταυρωτές πέταξαν τον Τίμιο Σταυρό σε κάποιο λάκκωμα, εκεί κοντά στον Γολγοθά. Πάνω από αυτόν οι κάτοικοι της θεοκτόνου πόλεως πετούσαν κάθε μέρα τα σκουπίδια και τις ακαθαρσίες τους. Αυτός δε ο αυτοκράτορας της Ρώμης Αδριανός (118-138 μ.Χ.) με σκοπό να ματαιώσει μελλοντικά κάθε προσκυνηματική ευλάβεια στα άγια αυτά μέρη, φρόντισε να καλυφθεί ο Γολγοθάς κι έστησε επάνω σ' Αυτόν το άγαλμα της Αφροδίτης. Επάνω δε στον τάφο του Σωτήρος, που κι αυτός καλύφθηκε με χώματα, στήθηκε ένα άγαλμα του Διός. Εν τούτοις όμως, όπως μας λέγει η παράδοση, η αγία Ελένη με τον ζήλο και τις υπεράνθρωπες προσπάθειές της, κατώρθωσε τα φαινομενικά ακατόρθωτα. Το μέρος που πετάχθηκε ο Τίμιος Σταυρός αναγνωρίσθηκε με τη βοήθεια ενός λουλουδιού του γνωστού μας βασιλικού Μα 'κει που σκάφτουν σκυθρωπά εν άρωμα σκορπιέται, μοσχοβολά γλυκά. Μέσ' απ' το χώμα το σκορπά μια λουλουδιά που σειέται με τ' άνθη τα λευκά.Έκτοτε μένει σεβαστό το πράσινο βλαστάρι με τάνθος το λευκό. Τους αγιασμούς κάμνουν μ' αυτό το παίρνουν γι' άγια χάρι το λεν βασιλικό., που βλαστούσε πάνω από τον τόπο, που έκρυβε τον Σταυρό.
Εκεί έβαλε κι έσκαψαν η αγία. Κι οι κόποι της βραβεύθηκαν πολύ γρήγορα. Κάποια μέρα οι εργάτες ανέσυραν από τα χώματα το ιερό σύμβολο μαζί με τους σταυρούς των δύο ληστών. Τον γνήσιο Σταυρό τον διέκριναν από ένα θαύμα που έγινε με τη δύναμή Του. Μια νεκρή αναστήθηκε μόλις το ευλογημένο τούτο Ξύλο άγγιξε το κορμί της. Τότε η αγία πλημμυρισμένη από ανεκλάλητη χαρά κι αγαλλίαση κάλεσε τον επίσκοπο της Άγιας Πόλεως και ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό, ενώ τα πλήθη των πιστών που συνέρρευσαν εκεί, με ευλάβεια μοναδική έψαλαν το «Κύριε ελέησον».
Θεία εύνοια και προς αυτήν και προς τον γιο της θεώρησε η αγία την αποκάλυψη αυτή. Γι' αυτό κι έσπευσε να χρηματοδοτήσει το κτίσιμο εκεί του ναού της Αναστάσεως, ενός άλλου ναού επάνω από το Σπήλαιο της Γεννήσεως του Σωτήρος μας στη Βηθλεέμ και άλλων επάνω στο Όρος της Αναλήψεως και στο ορός Θαβώρ.
Με τεμάχια από τον πολύτιμο θησαυρό της, τον Τίμιο Σταυρό φτιαγμένα σε μικρότερους σταυρούς και τους αγιασμένους ήλους και το ακάνθινο στεφάνι, ξεκίνησε ένα πρωί η μακαρία Ελένη με το βασιλικό της καράβι για την επιστροφή στον γιο της.
Το ταξίδι αυτό η αγάπη του Θεού ευδόκησε να μη γίνει ανώδυνο και χωρίς επεισόδια. Θαλασσοταραχή δυνατή παρά την προσπάθεια και τον αγώνα του πληρώματος οδήγησε το καράβι στα νότια παράλια της Κύπρου και το ανάγκασε ύστερα από πολλές δυσκολίες να προσορμισθεί σ' ένα μικρό όρμο, κοντά στον οποίο χυνόταν ένας χείμαρρος, που από τότε ονομάστηκε Βασιλοπόταμο, δίπλα στο σημερινό Ζύγι.
Κουρασμένη και ζαλισμένη η Αυγούστα από τη θαλασσοταραχή, διέταξε τους υπηρέτες της να στήσουν εκεί στην ακρογιαλιά τη βασιλική της σκηνή για να ξεκουραστεί ολίγο. Η προσταγή εκτελέστηκε αμέσως.
Οι ναύτες μετέφεραν στην ξηρά όλες τις αποσκευές κι η κουρασμένη βασίλισσα από την τρικυμία και τα χρόνια — ήταν τότε 80 περίπου χρόνων - έγειρε στο κρεβάτι, έκλεισε τα μάτια και σε λίγο κοιμήθηκε. Στον ύπνο της τον ταραγμένο, ένα όνειρο παράδοξο την ξύπνησε τρομαγμένη. Ένας όμορφος νέος, ένας νέος με αγγελική μορφή, ήρθε και στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι της και της είπε:- Σεβαστή βασίλισσα, είμαι σταλμένος από τον Πανάγαθο Θεό να σου ειπώ το θέλημά Του. Όπως εκεί στα Ιεροσόλυμα έκτισες ναούς για να δοξάζεται και να υμνείται, έτσι κι εδώ, σε τούτο το νησί το ευλογημένο, πρέπει να κάμεις το ίδιο. Να κτίσεις κι εδώ ιερό ναό, τον οποίο μάλιστα να προικίσεις με το τίμιο Ξύλο του Σταυρού, για να προσκυνείται και να δοξάζεται τους αιώνες ο σεβάσμιος Σταυρός του Κυρίου από τους κατοίκους αυτού του τόπου. Εδώ θα ζουν χριστιανοί μέχρι τη συντέλεια του κόσμου.
Ήταν τόσο ζωντανό το όνειρο, που η βασίλισσα τινάχτηκε πάνω από το κρεβάτι της τρομαγμένη. Νόμιζε πως έβλεπε ακόμη μπροστά της τον αγγελόμορφο νέο να της μιλά.
Με θαυμαστή γρηγοράδα για την ηλικία της κατέβηκε από το στρώμα της κι έτρεξε στο μπαούλο μέσα στο όποιο είχε φυλάξει το Τίμιο ξύλο. Το άνοιξε με ευλάβεια και προσοχή και κοιτάζει να βρει και να πάρει το Άγιο Ξύλο. Τίποτα όμως δεν βρίσκει. Στις φωνές της τρέχουν κι οι υπηρέτες της και ψάχνουν κι αυτοί. Άκαρπες οι προσπάθειες όλων. Τρομαγμένη η μακαρία γυναίκα για τον χαμό, προσπαθεί με νεύματα να δείξει στους υπηρέτες της να συνεχίσουν την έρευνα κι έξω από τη σκηνή. Με νεύματα αγωνίζεται η βασίλισσα, γιατί από τη θλίψη και τη στενοχώρια, πάγωσαν τα χείλη και δεν μπορεί να μιλήσει. Με νεύματα συνιστά πως πρέπει οπωσδήποτε να ευρεθεί το σεπτό κειμήλιο.Πέρασε αρκετή ώρα. Ξαφνικά λαχανιασμένος μπήκε στη σκηνή ένας υπηρέτης και κατασυγκινημένος απευθύνεται στην «Αυγούστα» και λέει: Κυρά Βασίλισσα, πέρα μακριά στην κορυφή ενός βουνού, φαίνεται μια παράξενη χρυσοκόκκινη φλόγα, που όσο πάει μεγαλώνει και λάμπει γύρω. Περίεργη η Βασίλισσα βγαίνει από τη σκηνή της και κοιτάζει προς τη μυτερή κορυφή του βουνού και βλέπει κι αυτή την παράξενη λάμψη. Είχε δίκαιο ο υπηρέτης. Σωστά μίλησε. Χωρίς να χάσει καιρό η βασίλισσα, καλεί τον υπηρέτη κοντά της και τον διατάζει με συντροφιά κάποιου άλλου, να πάν να εξετάσουν ποιο πράγμα ήταν εκείνο, που έδινε την ασυνήθιστη και παράξενη λάμψη.
Μετά από ώρες γύρισαν οι υπηρέτες έχοντας στα χέρια τον χαμένο θησαυρό της βασίλισσας, το Τίμιο Ξύλο.
Το βρήκαν, της είπαν, μέσα σε μια φλόγα, που σαν πύρινη στήλη ανέβαινε πάνω από πενήντα μέτρα υψηλά, χωρίς ξύλα η άλλη πηγή φωτιάς.
Συγκινημένη η ευσεβέστατη άνασσα για όσα άκουε και όσα έγιναν κατάλαβε αμέσως ποιο ήταν το θέλημα του Θεού.
Έπρεπε εκεί στο βουνό να κτισθεί ο ναός και να προικοδοτηθεί με το τίμιο Ξύλο, για να θυμούνται όλοι το θαύμα του Εσταυρωμένου.
Χωρίς να χάσει καιρό σηκώνεται και με αρκετούς από τη συνοδεία της ξεκινά για το Σταυροβούνι.
Ένας θρύλος.
Ένας από τους πιο μεγάλους θρύλους της Κύπρου μας είναι τούτο το ξεκίνημα. Τούτη την εποχή, σύμφωνα με μια παράδοση, το νησί μας το έδερνε η πιο μακρόχρονη ανομβρία. Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια δεν έπεσε στη γη της Κύπρου μας σταγόνα βροχής. Τα δένδρα ξηράνθηκαν. Τα ζώα ψοφούσαν καθημερινά από τη δίψα. Οι κάτοικοι οι περισσότεροι έφυγαν, γιατί δεν βρίσκανε τίποτα να φάνε, ούτε και νερό να πιουν. Το νησί γέμισε από φίδια φαρμακερά, τις γνωστές μας σήμερα κουφάδες. Από τότε οι λίγοι κάτοικοι που εναπόμειναν, άρχισαν να χρησιμοποιούν τα υψηλά παπούτσια, τις ποδίνες, για να φυλάγονται από τα δαγκώματα των φιδιών. Το νησί μας ερήμωσε σχεδόν.Σ' αυτή τη θλιβερή κατάσταση βρήκε την Κύπρο μας η βασίλισσα. Και σε μια τέτοια κατάσταση αναλαμβάνει αυτή σε μεγάλη ηλικία τούτο το ταξίδι. Σε κάθε τους βήμα τα φαρμακερά φίδια φεύγουν τρομαγμένα από μπροστά τους. Κι αυτοί αναγκάζονται για πιο πολλή ασφάλεια να προχωρούν μέχρι το Κίτι, όλο ακρογιαλιά κι απ' εκεί ύστερα να προχωρήσουν προς το βουνό. Για να απαλλαγούν από τους ξηρούς θάμνους και τα ξηρά αγριόχορτα που κρύβανε ένα σωρό κινδύνους, η παράδοσή μας λέγει, πως η αγία διέταξε κι έβαλαν φωτιά, για να καούν μαζί μ' αυτά και τα φίδια. Η φωτιά σιγά-σιγά ξαπλώθηκε σε όλο το νησί. Τα μόνα μέρη που έμειναν έξω απ' τη φωτιά, άκαυτα, ήταν ο Ακάμας και το Καρπάσι. Ύστερα από πολλούς κόπους και κινδύνους, η αγία με τη συνοδεία της μπόρεσαν να φτάσουν μέχρι την κορυφή. Εκεί, σαν η βασίλισσα είδε τα είδωλα στημένα και ρώτησε κι έμαθε, πως εκεί ήταν ο ναός της ψευδοθεάς Αφροδίτης Υπάρχει και η γνώμη ότι ο ειδωλολατρικός ναός ήταν αφιερωμένος στη λατρεία του μεγάλου Θεού Δία. , λέγεται ότι είπε:— Εδώ επάνω στο βωμό της θεάς του έρωτα, θα κτίσω το βωμό και τον ναό του αληθινού θεού, του Θεού της αγάπης.
Έτσι κτίστηκε το Σταυροβούνι. Και σήμερα ακόμη στη νότια πλευρά της μονής βρίσκεται κάποιο κτίσμα που θεωρείται σαν πιθανό απομεινάριο του αρχαίου ειδωλολατρικού ναού.
Κατά το κτίσιμο του μοναστηριού λέγεται, πως σ' αυτό βοηθούσε κι η ίδια η βασίλισσα. Ο πόθος της αγίας να δει το γρηγορώτερο εκεί υψωμένο τον ναό του αληθινού Θεού και Σωτήρος των ανθρώπων και τον Τίμιο Σταυρό, να στολίζει περίλαμπρα τον ιερό εκείνο χώρο, την έκαμε να τρέχει επάνω κάτω και να βοηθά.
Και να.
Σε λίγο καιρό το εκκλησάκι ήταν έτοιμο.
Σ' αυτό η ευσεβής βασίλισσα έβαλε εκεί ένα κομμάτι από τον Τίμιο Σταυρό κι έδωσε εντολή να κτιστεί και εκκλησία και στην Τόχνη και αλλαχού.
Και στα μέρη αυτά επίσης η βασίλισσα αφήκε τεμάχια από τον Τίμιο Σταυρό, ένα τεμάχιο από τον άγιο Κάνναβο - το σχοινί με το οποίον εδέθησαν τα άγια χέρια του Κυρίου και που βρίσκεται τώρα στο Όμοδος — και τμήμα από ένα αγιασμένο ήλο (καρφί).
Σαν τέλειωσε το έργο της η ευλαβέστατη αυτή γυναίκα, γονάτισε, δοξολόγησε τον Κύριο για τη βοήθειά Του και προχώρησε προς το καράβι για να φύγει. Προτού ανεβεί ακόμη σ' αυτό η δύναμη του Σταυρού άρχισε να εκδηλώνεται πλούσια στο ταλαιπωρημένο νησί.1. Βροχές καταρρακτώδεις άρχισαν να πέφτουν σε όλη την Κύπρο.2. Οι δαίμονες που κατοικούσαν στην κορφή του βουνού και ταλαιπωρούσαν αλύπητα τους κατοίκους χάθηκαν για πάντα.Καινούργια ζωή αρχίζει στο νησί. Οι κάτοικοι ξαναγυρίζουν στον τόπο τους από τις γειτονικές χώρες όπου πήγαν. Κι η ίδια η βασίλισσα φροντίζει να έρθουν κι άλλοι κι άλλοι. Για να προστατεύσει τους κατοίκους από τα φίδια φρόντισε κι έστειλε ένα καράβι με γάτους για να τρώνε τα φίδια. Τα τόσο χρήσιμα αυτά ζώα λέγεται, πως αφέθηκαν ελεύθερα εκεί στο ακρωτήριο, που από τότε πήρε το όνομα Κάβο-γάτα.
Ορόσημο στην ιστορία του νησιού μας αποτέλεσε κι αποτελεί η άφιξη της αγίας σ' αυτό. Δικαιολογημένη απόλυτα κι η ευλάβεια κι ο σεβασμός των κατοίκων της Κύπρου μας προς το πρόσωπό της. Το μοναστήρι που έκτισε και τα δώρα που αφήκε στο νησί μας, θα το αγιάζουν μέχρι της συντέλειας των αιώνων και θα 'ναι για πάντα για τις ευλαβείς ψυχές πηγή καθαρμού και ανανεώσεως. Αρκεί μονάχα οι κάτοικοι αυτού του τόπου να ενθυμούνται τον θησαυρό της πίστεως, της ορθοδόξου πίστεως που παρέλαβαν και κατέχουν και τον θησαυρό αυτό να τον φυλάνε ως κόρη οφθαλμού.
Ο Τίμιος Σταυρός θα 'ναι και γι' αυτούς και για κάθε πιστό πηγή ευλογίας και ζωής. «Σταυρός πιστών το στήριγμα!»
Ο Τίμιος Σταυρός που ύψωσε εκεί στο μοναστήρι του Σταυρού και που έχει στη μέση ένα κομμάτι από τον πραγματικό Σταυρό του Κυρίου παρουσιάζει το έξης θαυμαστό: Είναι αιωρούμενος. Δεν στηρίζεται δηλαδή στη γη.
Πολλοί πιστοί αναφέρουν, πως πολλές φορές νόμισαν ότι έβλεπαν τον Σταυρό να κρέμεται από τον Ουρανό. Γι' αυτό και το όνομα Θεοκρέμμαστος. Αυτό το θαύμα πολλοί ευλαβείς χωρικοί από τα περίχωρα το είδαν. Είδαν δηλαδή «τον Σταυρόν υψούμενον εν μέσω λαμπρού και ακτίστου φωτός άνωθεν της Μονής και του Όρους».
Το 327, ο Μέγας Κωνσταντίνος, με συγκινητικότατα δείγματα στοργής και ευλάβειας, δέχθηκε την επιστροφή της αγίας του Μητέρας. Την ημέρα του ερχομού της, βγήκε σε προϋπάντησή της. Και σαν πλησίασε, έτρεξε κοντά της κι έπεσε κάτω και με ευλάβεια πολλή πήρε στα χέρια του και με χαρά προσκύνησε το Τίμιο Ξύλο και τη θήκη που περιείχε τους Ήλους (τα καρφιά), που είχαν εμπηχθεί στα άγια χέρια και πόδια του Κυρίου μας. Μετά κάλεσε κοντά του τον πατριάρχη Μακάριο και του τα παρέδωσε για να τα προσκυνούν οι πιστοί.
Το μεγαλύτερο μέρος του Τιμίου Σταυρού βρίσκεται σήμερα στο Άγιο Όρος, στη Μονή του Ξηροποτάμου. Από τους τέσσερις Ήλους, τους δύο τους τοποθέτησαν στο βασιλικό Στέμμα. Κι αυτό έφερε πάντα μαζί του ο Κωνσταντίνος και το φορούσε με την περικεφαλαία του.
Το έργο της η Ελένη δεν το περιόρισε μονάχα στο κτίσιμο εκκλησιών.
Ιδιαίτερη φροντίδα επέδειξε η μεγάλη αυτή γυναίκα και για τα έργα της χριστιανικής φιλανθρωπίας και αγάπης.
Η φιλανθρωπία απετέλεσε για την αγία βασικό στοιχείο της ζωής της. Την αρετή αυτή την θεωρούσε τόσο αναγκαία για τον άνθρωπο, όσο αναγκαία είναι κι η αναπνοή για το σώμα. Και τούτο, γιατί τον κάθε χριστιανό τον έβλεπε σαν ένα έμψυχο ναό του Θεού. Και σ' αυτό προσέφερε ό,τι ημπορούσε. Χρήματα, βοήθεια, προστασία.
Έτσι έζησε η αγία, μέχρι τη στιγμή που ο θάνατός της έκλεισε τα μάτια (329 μ.Χ.).
Απέθανε σε ηλικία 80-81 ετών και εκηδεύθη βασιλικά, όπως της άξιζε.
Το λείψανό της το μετέφεραν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη και το έθαψαν στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
Τον ναό αυτό άρχισε να κτίζει ο Μ. Κωνσταντίνος και τον αποτελείωσε ο γιος του Κωνστάντιος.
Το όνομα της αγίας μαζί με το όνομα του παιδιού της θα το αναφέρουν με σεβασμό οι γενεές των ανθρώπων.
Τη μνήμη και των δύο συνεορτάζει η Εκκλησία μας όπως σημειώσαμε την 21η Μαΐου και τους ονομάζει ισαποστόλους.
Ισαπόστολος ο γιος. Ισαπόστολος και η μητέρα. Και πολύ δίκαια.
1ον. Γιατί ό,τι έκαμε ο γιος για τον χριστιανισμό, αυτό οφείλεται στην υπέροχή του μητέρα, την αγία Ελένη. Αυτή τον προπαρασκεύασε με την αγάπη και τη διαπαιδαγώγηση που του έδωκε.2ον. Αγία υπήρξε η ίδια. Αγιασμένη ζωή έζησε. Παρά τις τιμές που απολάμβανε σαν αυτοκρατόρισσα δεν παρασύρθηκε απ' αυτές. Δεν περηφανεύτηκε από τις δόξες και τα μεγαλεία. Έμεινε πάντα η ταπεινή, η απλή, η καλόκαρδη, η πονετική, η πιστή. Πόθος της ένας. Πως να αρέσει στον Θεό και να κερδίσει τη βασιλεία Του. Τον Παράδεισο. Και το πέτυχε.
Το παράδειγμά της, ας γίνει για τον καθένα μας ένας οδοδείχτης. Από ανθρώπους έχει ανάγκη κι η εποχή μας, για να ορθοποδήσει. Από ανθρώπους καλοσύνης κι αρετής. Τους ανθρώπους όμως αυτούς θα μας τους δώσουν και σήμερα μόνο οι αληθινές χριστιανές μητέρες. Οι μητέρες του πνευματικού βάθους και ύψους της αγίας Ελένης.
Ας γίνει λοιπόν το παράδειγμα της πρότυπο μιμήσεως.
Ας μιμηθούν οι γυναίκες την πίστη της. Την υπομονή της. Την πλατιά καρδιά της. Την κοινωνική δράση της. Την αρετή κι αγιοσύνη της. Το επιβάλλει η αποστολή τους. Το θέλει η αγία. Το απαιτεί ο Χριστός.
Απολυτίκιο Ήχος πλ. δ'Του Σταυρού Σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν βασιλεύσιν Απόστολος Σου, Κύριε, Βασιλεύουσαν πάλιν τη χειρί Σου παρέθετα ην περίσωζε δια παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.
Εξήγηση : Ο Μέγας κι άγιος Κωνσταντίνος, Κύριε, που είναι βασιλιάς, μα και απόστολος δικός Σου, σαν είδε στον ουρανό το σημείο του Σταυρού Σου και κλήθηκε έτσι όχι από ανθρώπους να γίνει χριστιανός, αλλά, όπως κι ο απόστολος Παύλος από Σένα τον ίδιο, έσπευσε να παραδώσει στην προστασία Σου την πρωτεύουσα του κράτους του, την τρανή Κωνσταντινούπολη. Αυτήν (την πόλη) φύλαγε την πάντοτε ειρηνική, Φιλάνθρωπε Χριστέ, με τις παρακλήσεις της Παναγίας Σου Μητέρας, της Θεοτόκου.
Κοντάκιο Ήχος γ'Κωνσταντίνος σήμερον, συν τη μητρί τη Ελένη, τον Σταυρόν εκφαίνουσι, το πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μεν των Ιουδαίων αισχύνην όντα, όπλον δε Πιστών ανάκτων κατ' εναντίον δι' ημάς γαρ ανεδείχθη σημείον μέγα και εν πολέμοις φρικτόν.
Εξήγηση: Σήμερα ο Κωνσταντίνος μαζί με τη μητέρα του την αγία Ελένη μας παρουσιάζουν για προσκύνηση τον Τίμιο Σταυρό, που είναι το πανσεβάσμιο Ξύλο της πίστεώς μας. Μας παρουσιάζουν τον τίμιο Σταυρό, γιατί τούτο το πανσεβάσμιο Ξύλο είναι από τότε σύμβολο εντροπής για τους Ιουδαίους και όλους τους άπιστους και βλάσφημους αρνητές. Αντίθετα δε για τους πιστούς κι ευλαβείς βασιλιάδες και στρατηγούς, μα και για όλους τους χριστιανούς, είναι όπλο παντοδύναμο, όπλο ειρήνης και τρόπαιο αήττητο ενάντια στους ασεβείς και αντίχριστους πολεμίους και εχθρούς.
ΜεγαλυνάριοΤους της ευσέβειας θείους πυρσούς, και των Αποστόλων, θιασώτας και μιμητός, συν τω Κωνσταντίνω, Ελένην την Αγίαν, ως βασιλέων δόξαν, ανευφημήσωμεν.

Ο Ναός του Δία στην Ολυμπια







Ο Ναός του Δία στην Ολυμπία βρίσκεται μέσα στον περίβολο της Άλτεως, στο ιερό που ήταν αφιερωμένο στο Δία, όπου τελούνταν και οι Ολυμπιακοί Αγώνες κατά την αρχαιότητα. Το κτίσμα (βλ.κάτοψη) είναι ένας τυπικός δωρικός περίπτερος ναός, με 6 κίονες στη κάθε στενή και 13 στην κάθε μακριά πλευρά του. Ο στυλοβάτης του έχει μήκος 64,12 μ. και πλάτος 27,68 μ. και οι κίονές του ύψος 10,51 μ. Ο ναός είναι διπλός, ο σηκός του δηλ. είναι χωρισμένος σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο. Η είσοδος είναι στα ανατολικά και προσεγγίζεται μέσω ράμπας. Εσωτερικά ο ναός διαθέτει δύο δίτονες (διώροφες) κιονοστοιχίες τοποθετημένες κοντά στους τοίχους (βλ. τομή). Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται τρία κλίτη, το μεσαίο με διπλάσιο πλάτος από τα πλευρικά. Πάνω από τα πλευρικά κλίτη δημιουργείται ένα υπερώο. Κύριο υλικό δομής του ναού είναι ο ντόπιος κογχυλιάτης λίθος, επιχρισμένος με λεπτό λευκό μαρμαροκονίαμα για να δίνει την εντύπωση μαρμάρου. Η στέγη του φέρει κεράμωση κορινθιακού τύπου.

Τα ερείπια του Ναού του Δία στην Ολυμπία
Ο Ναός του Δία χτίστηκε από τους Ηλείους με τα έσοδα από την εκποίηση των λαφύρων που απέσπασαν κατά το νικηφόρο πόλεμο εναντίον της Πίσας το 471 π.Χ. Μέχρι τότε ο Δίας λατρευόταν στο ναό της Ήρας, ήταν σύνναος με τη θεά. Έχουμε τη μαρτυρία ότι οι Σπαρτιάτες τοποθέτησαν μια χρυσή ασπίδα ως ανάθημα στο επιστύλιο του ναού μετά από νίκη τους στην Τανάγρα το 457 π.Χ. Άρα ο ναός θα πρέπει να ήταν σχεδόν, αν όχι εντελώς έτοιμος, οπότε χτίστηκε μεταξύ 471 και 457 π.Χ., δηλαδή σε λιγότερο από 15 χρόνια. Η συνοχή του συνόλου ενισχύει αυτή την άποψη. Το όνομα του αρχιτέκτονα, που παραδίνουν οι πηγές, είναι Λίβων ο Ηλείος. Περισσότερα στοιχεία γι' αυτό τον αρχιτέκτονα δεν είναι γνωστά. Ο ναός υπέστη μεγάλες καταστροφές το 426 μ.Χ., όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄, ενώ αργότερα, το 522 και το 551 μ.Χ., χτυπήθηκε από σεισμούς.
Ο Μεγάλος Βωμός του Δία βρισκόταν στο κέντρο περίπου της Άλτεως, στα νοτιοανατολικά του Ναού της Ήρας. Ο βωμός ήταν μεγάλος, κωνικού σχήματος και είχε διαμορφωθεί από τη σταδιακή συσσώρευση της τέφρας από τις θυσίες και την εστία του Πρυτανείου του ιερού.

Ο Απόλλων από το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.
Ο πλούσιος γλυπτός διάκοσμος του ναού, από παριανό μάρμαρο, χρονολογείται γύρω στο 460 π.Χ. και αποτελεί ένα από τα εξοχότερα δείγματα του λεγόμενου Αυστηρού Ρυθμού της Πρώιμης Κλασικής γλυπτικής. Στην ανατολική πλευρά (βλ. αποκατάσταση) το θέμα στο αέτωμα προέρχεται από τον τοπικό μύθο του Πέλοπα, που ήθελε να πάρει γυναίκα του την Ιπποδάμεια, την κόρη του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου. Ο Οινόμαος τον προκάλεσε σε αρματοδρομία, την οποία κέρδισε τελικά ο Πέλοπας μαζί με την Ιπποδάμεια και την εξουσία στην Πίσα. Στο αέτωμα του ναού, που προφανώς υμνούσε μυθολογικά την ιστορική νίκη των Ηλείων επί της Πίσας, απεικονιζόταν στο κέντρο ο Δίας σε ρόλο διαιτητή, αριστερά και δεξιά του οι δύο ήρωες με τα άρματά τους. Ο Παυσανίας αναφέρει το γλύπτη Παιώνιο ως δημιουργό των γλυπτών, πρόκειται όμως μάλλον για λάθος.

Ηρακλής και Μινώταυρος σε μετόπη από το ναό του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.
Στο δυτικό αέτωμα παριστάνεται μια θεσσαλική παραλλαγή του θέματος της Κενταυρομαχίας, η απόπειρα απαγωγής των Λαπιθίδων από τους Κενταύρους στο γάμο του Πειρίθου. Κεντρική μορφή είναι εδώ ο θεός Απόλλων. Ο Παυσανίας αναφέρει τον Αλκαμένη ως γλύπτη, πρόκειται όμως και πάλι πιθανότατα για λάθος. Το αέτωμα έφερε επίστεψη από ακρωτήρια, στο κέντρο ένα επίχρυσο άγαλμα Νίκης του γλύπτη Παιωνίου, στα πλάγια από ένα επίχρυσο λέβητα.
Από τις μετόπες μόνο αυτές των δύο στενών πλευρών φέρουν γλυπτό διάκοσμο και αποδίδουν τους Άθλους του Ηρακλή κατ' εντολή του Ευρυσθέα, με τη συμπαράσταση της Αθηνάς (Δωδέκαθλον). Γνωστός ήταν ο ναός και για το λατρευτικό του άγαλμα, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του γλύπτη Φειδία από τα χρόνια γύρω στο 430 π.Χ. και ένα από τα Επτά Θαύματα του κόσμου. Στο δάπεδο του πρόναου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση Τριτώνων.
Ναός του Δία στην Ολυμπία
Σχεδιαστική αποκατάσταση του ναού του Δία στην Ολυμπία, περ. 1900Ο Ναός του Δία στην Ολυμπία βρίσκεται μέσα στον περίβολο της Άλτεως, στο ιερό που ήταν αφιερωμένο στο Δία, όπου τελούνταν και οι Ολυμπιακοί Αγώνες κατά την αρχαιότητα. Το κτίσμα (βλ.κάτοψη) είναι ένας τυπικός δωρικός περίπτερος ναός, με 6 κίονες στη κάθε στενή και 13 στην κάθε μακριά πλευρά του. Ο στυλοβάτης του έχει μήκος 64,12 μ. και πλάτος 27,68 μ. και οι κίονές του ύψος 10,51 μ. Ο ναός είναι διπλός, ο σηκός του δηλ. είναι χωρισμένος σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο. Η είσοδος είναι στα ανατολικά και προσεγγίζεται μέσω ράμπας. Εσωτερικά ο ναός διαθέτει δύο δίτονες (διώροφες) κιονοστοιχίες τοποθετημένες κοντά στους τοίχους (βλ. τομή). Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται τρία κλίτη, το μεσαίο με διπλάσιο πλάτος από τα πλευρικά. Πάνω από τα πλευρικά κλίτη δημιουργείται ένα υπερώο. Κύριο υλικό δομής του ναού είναι ο ντόπιος κογχυλιάτης λίθος, επιχρισμένος με λεπτό λευκό μαρμαροκονίαμα για να δίνει την εντύπωση μαρμάρου. Η στέγη του φέρει κεράμωση κορινθιακού τύπου.
Τα ερείπια του Ναού του Δία στην ΟλυμπίαΟ Ναός του Δία χτίστηκε από τους Ηλείους με τα έσοδα από την εκποίηση των λαφύρων που απέσπασαν κατά το νικηφόρο πόλεμο εναντίον της Πίσας το 471 π.Χ. Μέχρι τότε ο Δίας λατρευόταν στο ναό της Ήρας, ήταν σύνναος με τη θεά. Έχουμε τη μαρτυρία ότι οι Σπαρτιάτες τοποθέτησαν μια χρυσή ασπίδα ως ανάθημα στο επιστύλιο του ναού μετά από νίκη τους στην Τανάγρα το 457 π.Χ. Άρα ο ναός θα πρέπει να ήταν σχεδόν, αν όχι εντελώς έτοιμος, οπότε χτίστηκε μεταξύ 471 και 457 π.Χ., δηλαδή σε λιγότερο από 15 χρόνια. Η συνοχή του συνόλου ενισχύει αυτή την άποψη. Το όνομα του αρχιτέκτονα, που παραδίνουν οι πηγές, είναι Λίβων ο Ηλείος. Περισσότερα στοιχεία γι' αυτό τον αρχιτέκτονα δεν είναι γνωστά. Ο ναός υπέστη μεγάλες καταστροφές το 426 μ.Χ., όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄, ενώ αργότερα, το 522 και το 551 μ.Χ., χτυπήθηκε από σεισμούς.
Ο Μεγάλος Βωμός του Δία βρισκόταν στο κέντρο περίπου της Άλτεως, στα νοτιοανατολικά του Ναού της Ήρας. Ο βωμός ήταν μεγάλος, κωνικού σχήματος και είχε διαμορφωθεί από τη σταδιακή συσσώρευση της τέφρας από τις θυσίες και την εστία του Πρυτανείου του ιερού.
Ο Απόλλων από το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.Ο πλούσιος γλυπτός διάκοσμος του ναού, από παριανό μάρμαρο, χρονολογείται γύρω στο 460 π.Χ. και αποτελεί ένα από τα εξοχότερα δείγματα του λεγόμενου Αυστηρού Ρυθμού της Πρώιμης Κλασικής γλυπτικής. Στην ανατολική πλευρά (βλ. αποκατάσταση) το θέμα στο αέτωμα προέρχεται από τον τοπικό μύθο του Πέλοπα, που ήθελε να πάρει γυναίκα του την Ιπποδάμεια, την κόρη του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου. Ο Οινόμαος τον προκάλεσε σε αρματοδρομία, την οποία κέρδισε τελικά ο Πέλοπας μαζί με την Ιπποδάμεια και την εξουσία στην Πίσα. Στο αέτωμα του ναού, που προφανώς υμνούσε μυθολογικά την ιστορική νίκη των Ηλείων επί της Πίσας, απεικονιζόταν στο κέντρο ο Δίας σε ρόλο διαιτητή, αριστερά και δεξιά του οι δύο ήρωες με τα άρματά τους. Ο Παυσανίας αναφέρει το γλύπτη Παιώνιο ως δημιουργό των γλυπτών, πρόκειται όμως μάλλον για λάθος.
Ηρακλής και Μινώταυρος σε μετόπη από το ναό του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.Στο δυτικό αέτωμα παριστάνεται μια θεσσαλική παραλλαγή του θέματος της Κενταυρομαχίας, η απόπειρα απαγωγής των Λαπιθίδων από τους Κενταύρους στο γάμο του Πειρίθου. Κεντρική μορφή είναι εδώ ο θεός Απόλλων. Ο Παυσανίας αναφέρει τον Αλκαμένη ως γλύπτη, πρόκειται όμως και πάλι πιθανότατα για λάθος. Το αέτωμα έφερε επίστεψη από ακρωτήρια, στο κέντρο ένα επίχρυσο άγαλμα Νίκης του γλύπτη Παιωνίου, στα πλάγια από ένα επίχρυσο λέβητα.
Από τις μετόπες μόνο αυτές των δύο στενών πλευρών φέρουν γλυπτό διάκοσμο και αποδίδουν τους Άθλους του Ηρακλή κατ' εντολή του Ευρυσθέα, με τη συμπαράσταση της Αθηνάς (Δωδέκαθλον). Γνωστός ήταν ο ναός και για το λατρευτικό του άγαλμα, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του γλύπτη Φειδία από τα χρόνια γύρω στο 430 π.Χ. και ένα από τα Επτά Θαύματα του κόσμου. Στο δάπεδο του πρόναου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση Τριτώνων. βρίσκεται μέσα στον περίβολο της Άλτεως, στο ιερό που ήταν αφιερωμένο στο Δία, όπου τελούνταν και οι Ολυμπιακοί Αγώνες κατά την αρχαιότητα. Το κτίσμα (βλ.κάτοψη) είναι ένας τυπικός δωρικός περίπτερος ναός, με 6 κίονες στη κάθε στενή και 13 στην κάθε μακριά πλευρά του. Ο στυλοβάτης του έχει μήκος 64,12 μ. και πλάτος 27,68 μ. και οι κίονές του ύψος 10,51 μ. Ο ναός είναι διπλός, ο σηκός του δηλ. είναι χωρισμένος σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο. Η είσοδος είναι στα ανατολικά και προσεγγίζεται μέσω ράμπας. Εσωτερικά ο ναός διαθέτει δύο δίτονες (διώροφες) κιονοστοιχίες τοποθετημένες κοντά στους τοίχους (βλ. τομή). Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται τρία κλίτη, το μεσαίο με διπλάσιο πλάτος από τα πλευρικά. Πάνω από τα πλευρικά κλίτη δημιουργείται ένα υπερώο. Κύριο υλικό δομής του ναού είναι ο ντόπιος κογχυλιάτης λίθος, επιχρισμένος με λεπτό λευκό μαρμαροκονίαμα για να δίνει την εντύπωση μαρμάρου. Η στέγη του φέρει κεράμωση κορινθιακού τύπου.

Τα ερείπια του Ναού του Δία στην Ολυμπία
Ο Ναός του Δία χτίστηκε από τους Ηλείους με τα έσοδα από την εκποίηση των λαφύρων που απέσπασαν κατά το νικηφόρο πόλεμο εναντίον της Πίσας το 471 π.Χ. Μέχρι τότε ο Δίας λατρευόταν στο ναό της Ήρας, ήταν σύνναος με τη θεά. Έχουμε τη μαρτυρία ότι οι Σπαρτιάτες τοποθέτησαν μια χρυσή ασπίδα ως ανάθημα στο επιστύλιο του ναού μετά από νίκη τους στην Τανάγρα το 457 π.Χ. Άρα ο ναός θα πρέπει να ήταν σχεδόν, αν όχι εντελώς έτοιμος, οπότε χτίστηκε μεταξύ 471 και 457 π.Χ., δηλαδή σε λιγότερο από 15 χρόνια. Η συνοχή του συνόλου ενισχύει αυτή την άποψη. Το όνομα του αρχιτέκτονα, που παραδίνουν οι πηγές, είναι Λίβων ο Ηλείος. Περισσότερα στοιχεία γι' αυτό τον αρχιτέκτονα δεν είναι γνωστά. Ο ναός υπέστη μεγάλες καταστροφές το 426 μ.Χ., όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄, ενώ αργότερα, το 522 και το 551 μ.Χ., χτυπήθηκε από σεισμούς.
Ο Μεγάλος Βωμός του Δία βρισκόταν στο κέντρο περίπου της Άλτεως, στα νοτιοανατολικά του Ναού της Ήρας. Ο βωμός ήταν μεγάλος, κωνικού σχήματος και είχε διαμορφωθεί από τη σταδιακή συσσώρευση της τέφρας από τις θυσίες και την εστία του Πρυτανείου του ιερού.

Ο Απόλλων από το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.
Ο πλούσιος γλυπτός διάκοσμος του ναού, από παριανό μάρμαρο, χρονολογείται γύρω στο 460 π.Χ. και αποτελεί ένα από τα εξοχότερα δείγματα του λεγόμενου Αυστηρού Ρυθμού της Πρώιμης Κλασικής γλυπτικής. Στην ανατολική πλευρά (βλ. αποκατάσταση) το θέμα στο αέτωμα προέρχεται από τον τοπικό μύθο του Πέλοπα, που ήθελε να πάρει γυναίκα του την Ιπποδάμεια, την κόρη του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου. Ο Οινόμαος τον προκάλεσε σε αρματοδρομία, την οποία κέρδισε τελικά ο Πέλοπας μαζί με την Ιπποδάμεια και την εξουσία στην Πίσα. Στο αέτωμα του ναού, που προφανώς υμνούσε μυθολογικά την ιστορική νίκη των Ηλείων επί της Πίσας, απεικονιζόταν στο κέντρο ο Δίας σε ρόλο διαιτητή, αριστερά και δεξιά του οι δύο ήρωες με τα άρματά τους. Ο Παυσανίας αναφέρει το γλύπτη Παιώνιο ως δημιουργό των γλυπτών, πρόκειται όμως μάλλον για λάθος.

Ηρακλής και Μινώταυρος σε μετόπη από το ναό του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.
Στο δυτικό αέτωμα παριστάνεται μια θεσσαλική παραλλαγή του θέματος της Κενταυρομαχίας, η απόπειρα απαγωγής των Λαπιθίδων από τους Κενταύρους στο γάμο του Πειρίθου. Κεντρική μορφή είναι εδώ ο θεός Απόλλων. Ο Παυσανίας αναφέρει τον Αλκαμένη ως γλύπτη, πρόκειται όμως και πάλι πιθανότατα για λάθος. Το αέτωμα έφερε επίστεψη από ακρωτήρια, στο κέντρο ένα επίχρυσο άγαλμα Νίκης του γλύπτη Παιωνίου, στα πλάγια από ένα επίχρυσο λέβητα.
Από τις μετόπες μόνο αυτές των δύο στενών πλευρών φέρουν γλυπτό διάκοσμο και αποδίδουν τους Άθλους του Ηρακλή κατ' εντολή του Ευρυσθέα, με τη συμπαράσταση της Αθηνάς (Δωδέκαθλον). Γνωστός ήταν ο ναός και για το λατρευτικό του άγαλμα, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του γλύπτη Φειδία από τα χρόνια γύρω στο 430 π.Χ. και ένα από τα Επτά Θαύματα του κόσμου. Στο δάπεδο του πρόναου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση Τριτώνων.
Ναός του Δία στην Ολυμπία
Σχεδιαστική αποκατάσταση του ναού του Δία στην Ολυμπία, περ. 1900Ο Ναός του Δία στην Ολυμπία βρίσκεται μέσα στον περίβολο της Άλτεως, στο ιερό που ήταν αφιερωμένο στο Δία, όπου τελούνταν και οι Ολυμπιακοί Αγώνες κατά την αρχαιότητα. Το κτίσμα (βλ.κάτοψη) είναι ένας τυπικός δωρικός περίπτερος ναός, με 6 κίονες στη κάθε στενή και 13 στην κάθε μακριά πλευρά του. Ο στυλοβάτης του έχει μήκος 64,12 μ. και πλάτος 27,68 μ. και οι κίονές του ύψος 10,51 μ. Ο ναός είναι διπλός, ο σηκός του δηλ. είναι χωρισμένος σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο. Η είσοδος είναι στα ανατολικά και προσεγγίζεται μέσω ράμπας. Εσωτερικά ο ναός διαθέτει δύο δίτονες (διώροφες) κιονοστοιχίες τοποθετημένες κοντά στους τοίχους (βλ. τομή). Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται τρία κλίτη, το μεσαίο με διπλάσιο πλάτος από τα πλευρικά. Πάνω από τα πλευρικά κλίτη δημιουργείται ένα υπερώο. Κύριο υλικό δομής του ναού είναι ο ντόπιος κογχυλιάτης λίθος, επιχρισμένος με λεπτό λευκό μαρμαροκονίαμα για να δίνει την εντύπωση μαρμάρου. Η στέγη του φέρει κεράμωση κορινθιακού τύπου.
Τα ερείπια του Ναού του Δία στην ΟλυμπίαΟ Ναός του Δία χτίστηκε από τους Ηλείους με τα έσοδα από την εκποίηση των λαφύρων που απέσπασαν κατά το νικηφόρο πόλεμο εναντίον της Πίσας το 471 π.Χ. Μέχρι τότε ο Δίας λατρευόταν στο ναό της Ήρας, ήταν σύνναος με τη θεά. Έχουμε τη μαρτυρία ότι οι Σπαρτιάτες τοποθέτησαν μια χρυσή ασπίδα ως ανάθημα στο επιστύλιο του ναού μετά από νίκη τους στην Τανάγρα το 457 π.Χ. Άρα ο ναός θα πρέπει να ήταν σχεδόν, αν όχι εντελώς έτοιμος, οπότε χτίστηκε μεταξύ 471 και 457 π.Χ., δηλαδή σε λιγότερο από 15 χρόνια. Η συνοχή του συνόλου ενισχύει αυτή την άποψη. Το όνομα του αρχιτέκτονα, που παραδίνουν οι πηγές, είναι Λίβων ο Ηλείος. Περισσότερα στοιχεία γι' αυτό τον αρχιτέκτονα δεν είναι γνωστά. Ο ναός υπέστη μεγάλες καταστροφές το 426 μ.Χ., όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄, ενώ αργότερα, το 522 και το 551 μ.Χ., χτυπήθηκε από σεισμούς.
Ο Μεγάλος Βωμός του Δία βρισκόταν στο κέντρο περίπου της Άλτεως, στα νοτιοανατολικά του Ναού της Ήρας. Ο βωμός ήταν μεγάλος, κωνικού σχήματος και είχε διαμορφωθεί από τη σταδιακή συσσώρευση της τέφρας από τις θυσίες και την εστία του Πρυτανείου του ιερού.
Ο Απόλλων από το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.Ο πλούσιος γλυπτός διάκοσμος του ναού, από παριανό μάρμαρο, χρονολογείται γύρω στο 460 π.Χ. και αποτελεί ένα από τα εξοχότερα δείγματα του λεγόμενου Αυστηρού Ρυθμού της Πρώιμης Κλασικής γλυπτικής. Στην ανατολική πλευρά (βλ. αποκατάσταση) το θέμα στο αέτωμα προέρχεται από τον τοπικό μύθο του Πέλοπα, που ήθελε να πάρει γυναίκα του την Ιπποδάμεια, την κόρη του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου. Ο Οινόμαος τον προκάλεσε σε αρματοδρομία, την οποία κέρδισε τελικά ο Πέλοπας μαζί με την Ιπποδάμεια και την εξουσία στην Πίσα. Στο αέτωμα του ναού, που προφανώς υμνούσε μυθολογικά την ιστορική νίκη των Ηλείων επί της Πίσας, απεικονιζόταν στο κέντρο ο Δίας σε ρόλο διαιτητή, αριστερά και δεξιά του οι δύο ήρωες με τα άρματά τους. Ο Παυσανίας αναφέρει το γλύπτη Παιώνιο ως δημιουργό των γλυπτών, πρόκειται όμως μάλλον για λάθος.
Ηρακλής και Μινώταυρος σε μετόπη από το ναό του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.Στο δυτικό αέτωμα παριστάνεται μια θεσσαλική παραλλαγή του θέματος της Κενταυρομαχίας, η απόπειρα απαγωγής των Λαπιθίδων από τους Κενταύρους στο γάμο του Πειρίθου. Κεντρική μορφή είναι εδώ ο θεός Απόλλων. Ο Παυσανίας αναφέρει τον Αλκαμένη ως γλύπτη, πρόκειται όμως και πάλι πιθανότατα για λάθος. Το αέτωμα έφερε επίστεψη από ακρωτήρια, στο κέντρο ένα επίχρυσο άγαλμα Νίκης του γλύπτη Παιωνίου, στα πλάγια από ένα επίχρυσο λέβητα.
Από τις μετόπες μόνο αυτές των δύο στενών πλευρών φέρουν γλυπτό διάκοσμο και αποδίδουν τους Άθλους του Ηρακλή κατ' εντολή του Ευρυσθέα, με τη συμπαράσταση της Αθηνάς (Δωδέκαθλον). Γνωστός ήταν ο ναός και για το λατρευτικό του άγαλμα, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του γλύπτη Φειδία από τα χρόνια γύρω στο 430 π.Χ. και ένα από τα Επτά Θαύματα του κόσμου. Στο δάπεδο του πρόναου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση Τριτώνων.

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα











Νοτιοδυτικά της Ανδρίτσαινας, σε ένα επιβλητικό και άγριο ορεινό τοπίο, βρίσκεται ο μεγαλοπρεπής ναός Νοτιοδυτικά της Ανδρίτσαινας, σε ένα επιβλητικό και άγριο ορεινό τοπίο, βρίσκεται ο μεγαλοπρεπής ναός του Επικούριου Απόλλωνα, ένας από τους μεγαλύτερους ναούς της Αρχαιότητας.
Ο ναός βρίσκεται σε απόσταση 14 χλμ. νότια της Ανδρίτσαινας, σε υψόμετρο 1.130 μ., επάνω στο όρος Κωτίλιο. Στην τοποθεσία αυτή, που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Βάσσες (που σημαίνει μικρά πλατώματα σε βράχους), οι κάτοικοι της γειτονικής Φιγάλειας είχαν ιδρύσει, από τον 7ο αι.π.Χ., ιερό του Απόλλωνος Βασσίτα, τον οποίο και λάτρευαν με την προσωνυμία του Επικουρίου- συμπαραστάτη στον πόλεμο ή στην αρρώστια. Το επίθετο Επικούριος δόθηκε την εποχή των πολέμων με τους Σπαρτιάτες γύρω στο 650 π.Χ.
Ο ναός του Απόλλωνος στο ιερό των Βασσών αποτελεί ένα από τα καλύτερα σωζόμενα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας. Συγκεκριμένα, είναι ο καλύτερα διατηρημένος ναός μετά το ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο.
Χτίστηκε το 420-400 π.Χ. στη θέση ενός παλαιότερου, αρχαϊκού ναού. Ο περιηγητής Παυσανίας, που επισκέφτηκε και θαύμασε το μνημείο στα μέσα περίπου του 2ου αι.μ.Χ., αναφέρει ως αρχιτέκτονά του τον Ικτίνο. Η θέση που κατέχει ο ναός στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι ξεχωριστή, καθώς συνδυάζει με ιδιοφυή τρόπο τα αρχαϊστικά στοιχεία, που υπαγόρευε η τοπική θρησκευτική παράδοση, με τις τολμηρές ανανεωτικές ιδέες του δημιουργού του. Είναι δωρικός παρίπτερος, με προσανατολισμό Β.-Ν και διαστάσεις 14,48x38,24μ. στο επίπεδο του στυλοβάτη.
Η υπερβολικά στενόμακρη κάτοψη της περίστασης, ο αριθμός των κιόνων (6x15 αντί του κανονικού για την εποχή 6x13) και η διάταξή τους (μεγαλύτερα μετακιόνια διαστήματα στις στενές πλευρές) είναι αρχαϊκά χαρακτηριστικά και παραπέμπουν σε συγκεκριμένο πρότυπο: το μεγάλο ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς. Συνυπάρχουν όμως αρμονικά με προοδευτικά γνωρίσματα της ώριμης κλασικής αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, όπως είναι η λεπτότητα των κιόνων, το χαμηλό ύψος της κρηπίδας και του θριγκού και η ευρυχωρία του προδόμου και του οπισθοδόμου. Η μεγάλη πρωτοτυπία του μνημείου έγκειται στη διαμόρφωση του εσωτερικού του.
Στο σηκό υπάρχει η ιδέα της κιονοστοιχίας κατά τις τρεις πλευρές, όπως στον Παρθενώνα και το ναό του Ηφαίστου (Θησείο) στην Αθήνα, όμως οι κίονες στις μακρές πλευρές δεν είναι ελεύθεροι. Εκφύονται από τους τοίχους ως λεπτά εγκάρσια χωρίσματα (ανάλογα με εκείνα του αρχαϊκού ναού της Ήρας στη Ολυμπία), που απολήγουν σε ιωνικούς ημικίονες με ιδιότυπα κοινόκρανα και βάσεις. Στη στενή πλευρά του σηκού, απέναντι από την είσοδο, ο ελεύθερος κίονας (ίσως και οι δύο τελευταίοι, στην ίδια γραμμή με αυτόν, ημικίονες) έφερε το πρώτο στην ιστορία της αρχιτεκτονικής κορινθιακό κιονόκρανο.
Η κιονοστοιχία στήριζε ιωνικό θριγκό με ανάγλυφη ζωφόρο, που περιέτρεχε εσωτερικά και τις τέσσερις πλευρές του σηκού. Είχε μήκος 31 μ. και οι 23 πλάκες της, με σκηνές αμαζονομαχίας και κενταυρομαχίας, βρίσκονται από το 1814 στο Βρετανικό Μουσείο. Πίσω από τον ελεύθερο κορινθιακό κίονα, στη θέση του κλειστού αδύτου άλλων ναών, δαιμορφώνεται ένας κλειστός χώρος, που επικοινωνεί μεν ελεύθερα με το σηκό, "βλέπει" όμως για θρησκευτικούς λόγους προς ανατολάς, με μια πόρτα που ανοίγεται προς το ανατολικό πτερό. Όλα αυτά τα στοιχεία συνέτειναν στην ανάδειξη του εσωτερικού χώρου και αποτέλεσαν καινοτομίες που έμελλε να επηρεάσουν αποφασιστικά την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στους επόμενους αιώνες.
Ο ναός είναι χτισμένος από τοπικό ασβεστόλιθο. Μαρμάρινα ήταν τα κιονόκρανα του σηκού, ορισμένα μέρη της οροφής και της στέγης και ο γλυπτός διάκοσμος. Η ερείπωση άρχισε από τα ρωμαϊκά χρόνια, πρώτα από τους ανθρώπους και ύστερα από τους σεισμούς. Γλυπτά του διάκοσμου του ναού, μεταξύ των οποίων και Αμαζονομαχία, βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Βρεττανικό Μουσείο.
Η ζωφόρος του ναού είναι ένα πραγματικό αριστούργημα αποτελούμενη από εικοσιτρείς μαρμάρινες πλάκες, από τις οποίες οι έντεκα δυτικά παρίσταναν κενταυρομαχία (Λάπηθες - Κένταυροι) και οι έντεκα ανατολικά αμαζονομαχία (Αθηναίοι - Αμαζόνες). Η κεντρική στο βάθος παρίστανε τον Απόλλωνα που με τη συνδρομή της Αρτέμιδος, έκανε να επέλθει η δικαιοσύνη, που διαταράχτηκε από τους αίτιους των φοβερών μαχών (Κενταύρους - Αμαζόνες). Πρόκειται για πραγματικό αριστούργημα που η ζωντάνια και η έκφραση των μορφών, καθώς και η συνταιριασμένη πλοκή των σκηνών, το κατατάσσουν στους καλύτερους γλυπτικούς διάκοσμους της αρχαιότητας. Δυστυχώς τα μοναδικά αυτά γλυπτά της ζωφόρου του Επικουρείου Απόλλωνα, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έγιναν αντιληπτά από Ευρωπαίους αρχαιοκάπηλους και εκλάπησαν. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος τους κοσμεί τις προθήκες του Βρετανικού μουσείου, αλλά και του μουσείου του Λούβρου και του Μονάχου. Μέσα στο ναό υπήρχε και μεγάλο (12 πόδια) χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα το οποίο κατά τις μαρτυρίες του Παυσανία, όταν ιδρύθηκε η Μεγάλη Πόλις μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε εκεί, μπροστά από το τέμενος του Λυκαίου Διός.
Σήμερα, ο ναός διατηρείται στη μορφή που έλαβε με τις εργασίες αναστήλωσής του από την Αρχαιολογική Εταιρεία, στις αρχές του αιώνα. Από το 1965, και συστηματικά από το 1982, το Υπουργείο Πολιτισμού έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της συντήρησης και προστασίας του μνημείου. Το στέγαστρο, που προστατεύει το ευαίσθητο οικοδομικό υλικό από τις ακραίες καιρικές συνθήκες της περιοχής, το αντισεισμικό ικρίωμα και οι άλλες εγκαταστάσεις είναι προσωρινά, για όσο διάστημα απαιτήσουν οι σωστικές εργασίες.
Η πρόσβαση στον αρχαιολογικό χώρο του ναού μπορεί να γίνει από την
Μεγαλόπολη, μέσω Καρύταινας, και από τα Κρέστενα της Ηλίας.
(Τo παραπάνω κείμενο έχει μερικά βασισθεί σε κείμενο ειδικού φυλλαδίου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας)
Οι πρώτες αναστηλώσεις και οι σημερινές προσπάθειες
Η πρώτη προσπάθεια αναστήλωσης του ναού πραγματοποιήθηκε το 1902 υπό τον Π. Καββαδία και κράτησε έξι χρόνια. Το 1965 ο ναός παθαίνει μεγάλες ζημιές από τον καταστρεπτικό σεισμό που έπληξε την περιοχή. Τον ίδιο χρόνο γίνονται οι πρώτες σωστικές παρεμβάσεις ενώ τον επόμενο ένας κεραυνός δημιουργεί νέα προβλήματα στο μνημείο, το οποίο πλέον κιδυνεύει άμεσα αφού έχουν έχουν πάρει κλίση οι κίονες και ολόκληρο το κτίριο έχει παραμορφωθεί.
Το 1970 δημιουργείται η Επιτροπή Συντήρησης του Ναού Επικούρειου Απόλλωνος (ΕΣΝΕΑ). Κατά τη δεκαετία 1985-1995 η Επιτροπή προχώρησε σε τέσσερα βασικά μέτρα προστασίας του ναού. Δημιούργησε ένα προστατευτικό στέγαστρο πάνω το ναό, έλαβε αντισεισμικά μέτρα, απομάκρυνε τα όμβρρια ύδατα και έλαβε μέτρα προστασίας από τους κεραυνούς.
Του Ιούνιο του 1997 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο μετά από μια μαραθώνια συζήτηση αποφάσισε να προχωρήσει σε ουσιαστικά έργα στερέωσης και αποκατάστασης του ναού. Συγκεκριμένα αποφάσισε ότι το μνημείο για να σωθεί πρέπει να διαλυθεί, να υπάρξει καταβίβαση των επιστυλίων και μεταφορά των κιόνων προκειμένου να ενισχυθεί η θεμελίωση, και να συντηρηθούν τα 2.000 αρχιτεκτονικά μέλη, που θα κατέβουν.
Μετά παρέλευση τριών ετών αδράνειας - παρά το γεγονός ότι ο ναός εκινδυνεύε πλέον με κατάρρευση - το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ξανασυνεδρίασε (Σεπτέμβριος 2000) παρουσία της ΕΣΝΕΑ. Στη συνεδρίαση υπήρξαν διαφωνίες και διατυπώθηκαν διαμετρικά αντίθετες απόψεις περί του τρόπου στερέωσης και αποκατάστασης του ναού. Τελικά αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία να εγκριθεί “κατ αρχήν” η μελέτη για επέμβαση στο βόρειο πτερό του ναού, με την “πιλοτική” μετακίνηση της βορειοδυτικής γωνιάς του, δηλαδή των τεσσάρων επιστυλίων και των τριών κιόνων του και τη διάλυση της κρηπίδας όπου εδράζονται.
ένας από τους μεγαλύτερους ναούς της Αρχαιότητας.
Ο ναός βρίσκεται σε απόσταση 14 χλμ. νότια της Ανδρίτσαινας, σε υψόμετρο 1.130 μ., επάνω στο όρος Κωτίλιο. Στην τοποθεσία αυτή, που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Βάσσες (που σημαίνει μικρά πλατώματα σε βράχους), οι κάτοικοι της γειτονικής Φιγάλειας είχαν ιδρύσει, από τον 7ο αι.π.Χ., ιερό του Απόλλωνος Βασσίτα, τον οποίο και λάτρευαν με την προσωνυμία του Επικουρίου- συμπαραστάτη στον πόλεμο ή στην αρρώστια. Το επίθετο Επικούριος δόθηκε την εποχή των πολέμων με τους Σπαρτιάτες γύρω στο 650 π.Χ.
Ο ναός του Απόλλωνος στο ιερό των Βασσών αποτελεί ένα από τα καλύτερα σωζόμενα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας. Συγκεκριμένα, είναι ο καλύτερα διατηρημένος ναός μετά το ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο.
Χτίστηκε το 420-400 π.Χ. στη θέση ενός παλαιότερου, αρχαϊκού ναού. Ο περιηγητής Παυσανίας, που επισκέφτηκε και θαύμασε το μνημείο στα μέσα περίπου του 2ου αι.μ.Χ., αναφέρει ως αρχιτέκτονά του τον Ικτίνο. Η θέση που κατέχει ο ναός στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι ξεχωριστή, καθώς συνδυάζει με ιδιοφυή τρόπο τα αρχαϊστικά στοιχεία, που υπαγόρευε η τοπική θρησκευτική παράδοση, με τις τολμηρές ανανεωτικές ιδέες του δημιουργού του. Είναι δωρικός παρίπτερος, με προσανατολισμό Β.-Ν και διαστάσεις 14,48x38,24μ. στο επίπεδο του στυλοβάτη.
Η υπερβολικά στενόμακρη κάτοψη της περίστασης, ο αριθμός των κιόνων (6x15 αντί του κανονικού για την εποχή 6x13) και η διάταξή τους (μεγαλύτερα μετακιόνια διαστήματα στις στενές πλευρές) είναι αρχαϊκά χαρακτηριστικά και παραπέμπουν σε συγκεκριμένο πρότυπο: το μεγάλο ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς. Συνυπάρχουν όμως αρμονικά με προοδευτικά γνωρίσματα της ώριμης κλασικής αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, όπως είναι η λεπτότητα των κιόνων, το χαμηλό ύψος της κρηπίδας και του θριγκού και η ευρυχωρία του προδόμου και του οπισθοδόμου. Η μεγάλη πρωτοτυπία του μνημείου έγκειται στη διαμόρφωση του εσωτερικού του.
Στο σηκό υπάρχει η ιδέα της κιονοστοιχίας κατά τις τρεις πλευρές, όπως στον Παρθενώνα και το ναό του Ηφαίστου (Θησείο) στην Αθήνα, όμως οι κίονες στις μακρές πλευρές δεν είναι ελεύθεροι. Εκφύονται από τους τοίχους ως λεπτά εγκάρσια χωρίσματα (ανάλογα με εκείνα του αρχαϊκού ναού της Ήρας στη Ολυμπία), που απολήγουν σε ιωνικούς ημικίονες με ιδιότυπα κοινόκρανα και βάσεις. Στη στενή πλευρά του σηκού, απέναντι από την είσοδο, ο ελεύθερος κίονας (ίσως και οι δύο τελευταίοι, στην ίδια γραμμή με αυτόν, ημικίονες) έφερε το πρώτο στην ιστορία της αρχιτεκτονικής κορινθιακό κιονόκρανο.
Η κιονοστοιχία στήριζε ιωνικό θριγκό με ανάγλυφη ζωφόρο, που περιέτρεχε εσωτερικά και τις τέσσερις πλευρές του σηκού. Είχε μήκος 31 μ. και οι 23 πλάκες της, με σκηνές αμαζονομαχίας και κενταυρομαχίας, βρίσκονται από το 1814 στο Βρετανικό Μουσείο. Πίσω από τον ελεύθερο κορινθιακό κίονα, στη θέση του κλειστού αδύτου άλλων ναών, δαιμορφώνεται ένας κλειστός χώρος, που επικοινωνεί μεν ελεύθερα με το σηκό, "βλέπει" όμως για θρησκευτικούς λόγους προς ανατολάς, με μια πόρτα που ανοίγεται προς το ανατολικό πτερό. Όλα αυτά τα στοιχεία συνέτειναν στην ανάδειξη του εσωτερικού χώρου και αποτέλεσαν καινοτομίες που έμελλε να επηρεάσουν αποφασιστικά την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στους επόμενους αιώνες.
Ο ναός είναι χτισμένος από τοπικό ασβεστόλιθο. Μαρμάρινα ήταν τα κιονόκρανα του σηκού, ορισμένα μέρη της οροφής και της στέγης και ο γλυπτός διάκοσμος. Η ερείπωση άρχισε από τα ρωμαϊκά χρόνια, πρώτα από τους ανθρώπους και ύστερα από τους σεισμούς. Γλυπτά του διάκοσμου του ναού, μεταξύ των οποίων και Αμαζονομαχία, βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Βρεττανικό Μουσείο.
Η ζωφόρος του ναού είναι ένα πραγματικό αριστούργημα αποτελούμενη από εικοσιτρείς μαρμάρινες πλάκες, από τις οποίες οι έντεκα δυτικά παρίσταναν κενταυρομαχία (Λάπηθες - Κένταυροι) και οι έντεκα ανατολικά αμαζονομαχία (Αθηναίοι - Αμαζόνες). Η κεντρική στο βάθος παρίστανε τον Απόλλωνα που με τη συνδρομή της Αρτέμιδος, έκανε να επέλθει η δικαιοσύνη, που διαταράχτηκε από τους αίτιους των φοβερών μαχών (Κενταύρους - Αμαζόνες). Πρόκειται για πραγματικό αριστούργημα που η ζωντάνια και η έκφραση των μορφών, καθώς και η συνταιριασμένη πλοκή των σκηνών, το κατατάσσουν στους καλύτερους γλυπτικούς διάκοσμους της αρχαιότητας. Δυστυχώς τα μοναδικά αυτά γλυπτά της ζωφόρου του Επικουρείου Απόλλωνα, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έγιναν αντιληπτά από Ευρωπαίους αρχαιοκάπηλους και εκλάπησαν. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος τους κοσμεί τις προθήκες του Βρετανικού μουσείου, αλλά και του μουσείου του Λούβρου και του Μονάχου. Μέσα στο ναό υπήρχε και μεγάλο (12 πόδια) χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα το οποίο κατά τις μαρτυρίες του Παυσανία, όταν ιδρύθηκε η Μεγάλη Πόλις μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε εκεί, μπροστά από το τέμενος του Λυκαίου Διός.
Σήμερα, ο ναός διατηρείται στη μορφή που έλαβε με τις εργασίες αναστήλωσής του από την Αρχαιολογική Εταιρεία, στις αρχές του αιώνα. Από το 1965, και συστηματικά από το 1982, το Υπουργείο Πολιτισμού έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της συντήρησης και προστασίας του μνημείου. Το στέγαστρο, που προστατεύει το ευαίσθητο οικοδομικό υλικό από τις ακραίες καιρικές συνθήκες της περιοχής, το αντισεισμικό ικρίωμα και οι άλλες εγκαταστάσεις είναι προσωρινά, για όσο διάστημα απαιτήσουν οι σωστικές εργασίες.
Η πρόσβαση στον αρχαιολογικό χώρο του ναού μπορεί να γίνει από την Μεγαλόπολη, μέσω Καρύταινας, και από τα Κρέστενα της Ηλίας.
(Τo παραπάνω κείμενο έχει μερικά βασισθεί σε κείμενο ειδικού φυλλαδίου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας)
Οι πρώτες αναστηλώσεις και οι σημερινές προσπάθειες
Η πρώτη προσπάθεια αναστήλωσης του ναού πραγματοποιήθηκε το 1902 υπό τον Π. Καββαδία και κράτησε έξι χρόνια. Το 1965 ο ναός παθαίνει μεγάλες ζημιές από τον καταστρεπτικό σεισμό που έπληξε την περιοχή. Τον ίδιο χρόνο γίνονται οι πρώτες σωστικές παρεμβάσεις ενώ τον επόμενο ένας κεραυνός δημιουργεί νέα προβλήματα στο μνημείο, το οποίο πλέον κιδυνεύει άμεσα αφού έχουν έχουν πάρει κλίση οι κίονες και ολόκληρο το κτίριο έχει παραμορφωθεί.
Το 1970 δημιουργείται η Επιτροπή Συντήρησης του Ναού Επικούρειου Απόλλωνος (ΕΣΝΕΑ). Κατά τη δεκαετία 1985-1995 η Επιτροπή προχώρησε σε τέσσερα βασικά μέτρα προστασίας του ναού. Δημιούργησε ένα προστατευτικό στέγαστρο πάνω το ναό, έλαβε αντισεισμικά μέτρα, απομάκρυνε τα όμβρρια ύδατα και έλαβε μέτρα προστασίας από τους κεραυνούς.
Του Ιούνιο του 1997 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο μετά από μια μαραθώνια συζήτηση αποφάσισε να προχωρήσει σε ουσιαστικά έργα στερέωσης και αποκατάστασης του ναού. Συγκεκριμένα αποφάσισε ότι το μνημείο για να σωθεί πρέπει να διαλυθεί, να υπάρξει καταβίβαση των επιστυλίων και μεταφορά των κιόνων προκειμένου να ενισχυθεί η θεμελίωση, και να συντηρηθούν τα 2.000 αρχιτεκτονικά μέλη, που θα κατέβουν.
Μετά παρέλευση τριών ετών αδράνειας - παρά το γεγονός ότι ο ναός εκινδυνεύε πλέον με κατάρρευση - το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ξανασυνεδρίασε (Σεπτέμβριος 2000) παρουσία της ΕΣΝΕΑ. Στη συνεδρίαση υπήρξαν διαφωνίες και διατυπώθηκαν διαμετρικά αντίθετες απόψεις περί του τρόπου στερέωσης και αποκατάστασης του ναού. Τελικά αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία να εγκριθεί “κατ αρχήν” η μελέτη για επέμβαση στο βόρειο πτερό του ναού, με την “πιλοτική” μετακίνηση της βορειοδυτικής γωνιάς του, δηλαδή των τεσσάρων επιστυλίων και των τριών κιόνων του και τη διάλυση της κρηπίδας όπου εδράζονται.

Ο Ναός του Ηφαίστου

Ο Ναός του Ηφαίστου (αποκαλούμενος και Θησείο) είναι αφιερωμένος στο θεό Ήφαιστο και στην Εργάνη Αθηνά. Βρίσκεται στην περιοχή του Θησείου, που πήρε το όνομά του λόγω της παλιάς, σήμερα αναθεωρημένης απόδοσης του ναού στο Θησέα. Ο ναός του Ηφαίστου είναι προσβάσιμος για το κοινό, καθώς αποτελεί τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Αγοράς.
Ο Ναός του Ηφαίστου είναι χτισμένος πάνω στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού, στο δυτικό μέρος της
Αρχαίας Αγοράς. Είναι δωρικός περίπτερος εξάστυλος ναός, κτισμένος ίσως από τον αρχιτέκτονα Ικτίνο από πεντελικό μάρμαρο. Έχει 13 κίονες σε κάθε μακριά πλευρά και 6 σε κάθε στενή. Ο σηκός του χωρίζεται σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο.
Ο ναός είχε σχεδιαστεί και πιθανότατα αρχίσει να χτίζεται ήδη από το 450 π.Χ., σίγουρα πριν από τον Παρθενώνα. Η σύλληψή του ανήκει στη γενιά των Μαραθωνομάχων και του Κίμωνα, όχι στο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή. Στα χρόνια που ακολουθούν σημειώνονται αλλαγές στο σχεδιασμό, γύρω στο 445 π.Χ. είναι όμως σε προχωρημένο στάδιο το έργο, αφού τότε ολοκληρώνονται οι μετόπες με τους άθλους του Ηρακλή και τα γλυπτά του ανατολικού αετώματος. Μεταξύ 445-440 π.Χ. φιλοτεχνείται η δυτική ζωφόρος. Ανάμεσα στο 435 και το 430 π.Χ. χρονολογούνται η ανατολική ζωφόρος, το δυτικό αέτωμα και η διαμόρφωση του εσωτερικού με περαιτέρω αλλαγές στο αρχικό σχέδιο. Το 421 π.Χ. τοποθετούνται η σίμη, τα ακρωτήρια και το λατρευτικό σύμπλεγμα του Ηφαίστου και της Αθηνάς, οπότε πρέπει να ολοκληρώνεται και η στέγη του ναού. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν το 416/5 π.Χ. Ο πιθανότερος λόγος που διάρκεσαν τόσο πολύ οι εργασίες στο ναό του Ηφαίστου είναι ότι με το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή δόθηκε προτεραιότητα στον Παρθενώνα από το 447 π.Χ. και στο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο από το 444 π.Χ.

Ο ναός του Ηφαίστου, Αθήνα, η δυτική πλευρά
Στην ανατολική πρόσοψη του ναού, που βλέπει προς την Αρχαία Αγορά, ο ανάγλυφος διάκοσμος στις μετόπες απεικονίζει τους άθλους του
Ηρακλή, ενώ στο αέτωμα παριστάνεται πιθανόν μια Κενταυρομαχία (μάχη του Θησέα και των Λαπιθών εναντίον των Κενταύρων στο Πήλιο). Στην ανατολική ζωφόρο απεικονίζεται άλλη μια σκηνή μάχης. Η ταύτιση του θέματος δεν είναι σίγουρη και οι διάφορες ερμηνείες προτείνουν μάχη του Θησέα και των Παλλαντιδών, μάχη Ελλήνων και Τρώων στο Σκάμανδρο, όπου ο Ήφαιστος βοήθησε τον Αχιλλέα, ή μάχη του Ερεχθέα και του Ευμόλπου. Στη δυτική πλευρά ο γλυπτός διάκοσμος απεικόνιζε την άλωση της Τροίας στο αέτωμα και το κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου στη ζωφόρο. Οι βόρειες και νότιες μετώπες αποδίδουν επεισόδια από τις περιπέτειες του Θησέα (γουρούνα Κρομμυώνα, Σκίρων, Κερκύων, Περιφήτης, Προκρούστης, Σίνης, ταύρος Μαραθώνα, Μινώταυρος).
Κατά την αρχαιότητα στο εσωτερικό του ναού υπήρχαν
χάλκινα αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς κατασκευασμένα από τον Αλκαμένη (421 - 415 π.Χ.). Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία της Αγοράς και τον καλύτερα σωζόμενο ναό δωρικού ρυθμού στον Ελλαδικό χώρο.
Από τον
7ο αιώνα μέχρι το 1834, είχε μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο με το παρανόμι "Άη-Γιώργης ο Ακαμάτης" - επειδή δε λειτουργούσε συχνά. (αποκαλούμενος και Θησείο) είναι αφιερωμένος στο θεό Ήφαιστο και στην Εργάνη Αθηνά. Βρίσκεται στην περιοχή του Θησείου, που πήρε το όνομά του λόγω της παλιάς, σήμερα αναθεωρημένης απόδοσης του ναού στο Θησέα. Ο ναός του Ηφαίστου είναι προσβάσιμος για το κοινό, καθώς αποτελεί τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Αγοράς.
Ο Ναός του Ηφαίστου είναι χτισμένος πάνω στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού, στο δυτικό μέρος της
Αρχαίας Αγοράς. Είναι δωρικός περίπτερος εξάστυλος ναός, κτισμένος ίσως από τον αρχιτέκτονα Ικτίνο από πεντελικό μάρμαρο. Έχει 13 κίονες σε κάθε μακριά πλευρά και 6 σε κάθε στενή. Ο σηκός του χωρίζεται σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο.
Ο ναός είχε σχεδιαστεί και πιθανότατα αρχίσει να χτίζεται ήδη από το 450 π.Χ., σίγουρα πριν από τον Παρθενώνα. Η σύλληψή του ανήκει στη γενιά των Μαραθωνομάχων και του Κίμωνα, όχι στο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή. Στα χρόνια που ακολουθούν σημειώνονται αλλαγές στο σχεδιασμό, γύρω στο 445 π.Χ. είναι όμως σε προχωρημένο στάδιο το έργο, αφού τότε ολοκληρώνονται οι μετόπες με τους άθλους του Ηρακλή και τα γλυπτά του ανατολικού αετώματος. Μεταξύ 445-440 π.Χ. φιλοτεχνείται η δυτική ζωφόρος. Ανάμεσα στο 435 και το 430 π.Χ. χρονολογούνται η ανατολική ζωφόρος, το δυτικό αέτωμα και η διαμόρφωση του εσωτερικού με περαιτέρω αλλαγές στο αρχικό σχέδιο. Το 421 π.Χ. τοποθετούνται η σίμη, τα ακρωτήρια και το λατρευτικό σύμπλεγμα του Ηφαίστου και της Αθηνάς, οπότε πρέπει να ολοκληρώνεται και η στέγη του ναού. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν το 416/5 π.Χ. Ο πιθανότερος λόγος που διάρκεσαν τόσο πολύ οι εργασίες στο ναό του Ηφαίστου είναι ότι με το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή δόθηκε προτεραιότητα στον Παρθενώνα από το 447 π.Χ. και στο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο από το 444 π.Χ.

Ο ναός του Ηφαίστου, Αθήνα, η δυτική πλευρά
Στην ανατολική πρόσοψη του ναού, που βλέπει προς την Αρχαία Αγορά, ο ανάγλυφος διάκοσμος στις μετόπες απεικονίζει τους άθλους του
Ηρακλή, ενώ στο αέτωμα παριστάνεται πιθανόν μια Κενταυρομαχία (μάχη του Θησέα και των Λαπιθών εναντίον των Κενταύρων στο Πήλιο). Στην ανατολική ζωφόρο απεικονίζεται άλλη μια σκηνή μάχης. Η ταύτιση του θέματος δεν είναι σίγουρη και οι διάφορες ερμηνείες προτείνουν μάχη του Θησέα και των Παλλαντιδών, μάχη Ελλήνων και Τρώων στο Σκάμανδρο, όπου ο Ήφαιστος βοήθησε τον Αχιλλέα, ή μάχη του Ερεχθέα και του Ευμόλπου. Στη δυτική πλευρά ο γλυπτός διάκοσμος απεικόνιζε την άλωση της Τροίας στο αέτωμα και το κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου στη ζωφόρο. Οι βόρειες και νότιες μετώπες αποδίδουν επεισόδια από τις περιπέτειες του Θησέα (γουρούνα Κρομμυώνα, Σκίρων, Κερκύων, Περιφήτης, Προκρούστης, Σίνης, ταύρος Μαραθώνα, Μινώταυρος).
Κατά την αρχαιότητα στο εσωτερικό του ναού υπήρχαν
χάλκινα αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς κατασκευασμένα από τον Αλκαμένη (421 - 415 π.Χ.). Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία της Αγοράς και τον καλύτερα σωζόμενο ναό δωρικού ρυθμού στον Ελλαδικό χώρο.
Από τον
7ο αιώνα μέχρι το 1834, είχε μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο με το παρανόμι "Άη-Γιώργης ο Ακαμάτης" - επειδή δε λειτουργούσε συχνά.(αποκαλούμενος και Θησείο) είναι αφιερωμένος στο θεό Ήφαιστο και στην Εργάνη Αθηνά. Βρίσκεται στην περιοχή του Θησείου, που πήρε το όνομά του λόγω της παλιάς, σήμερα αναθεωρημένης απόδοσης του ναού στο Θησέα. Ο ναός του Ηφαίστου είναι προσβάσιμος για το κοινό, καθώς αποτελεί τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Αγοράς.
Ο Ναός του Ηφαίστου είναι χτισμένος πάνω στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού, στο δυτικό μέρος της
Αρχαίας Αγοράς. Είναι δωρικός περίπτερος εξάστυλος ναός, κτισμένος ίσως από τον αρχιτέκτονα Ικτίνο από πεντελικό μάρμαρο. Έχει 13 κίονες σε κάθε μακριά πλευρά και 6 σε κάθε στενή. Ο σηκός του χωρίζεται σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο.
Ο ναός είχε σχεδιαστεί και πιθανότατα αρχίσει να χτίζεται ήδη από το 450 π.Χ., σίγουρα πριν από τον Παρθενώνα. Η σύλληψή του ανήκει στη γενιά των Μαραθωνομάχων και του Κίμωνα, όχι στο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή. Στα χρόνια που ακολουθούν σημειώνονται αλλαγές στο σχεδιασμό, γύρω στο 445 π.Χ. είναι όμως σε προχωρημένο στάδιο το έργο, αφού τότε ολοκληρώνονται οι μετόπες με τους άθλους του Ηρακλή και τα γλυπτά του ανατολικού αετώματος. Μεταξύ 445-440 π.Χ. φιλοτεχνείται η δυτική ζωφόρος. Ανάμεσα στο 435 και το 430 π.Χ. χρονολογούνται η ανατολική ζωφόρος, το δυτικό αέτωμα και η διαμόρφωση του εσωτερικού με περαιτέρω αλλαγές στο αρχικό σχέδιο. Το 421 π.Χ. τοποθετούνται η σίμη, τα ακρωτήρια και το λατρευτικό σύμπλεγμα του Ηφαίστου και της Αθηνάς, οπότε πρέπει να ολοκληρώνεται και η στέγη του ναού. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν το 416/5 π.Χ. Ο πιθανότερος λόγος που διάρκεσαν τόσο πολύ οι εργασίες στο ναό του Ηφαίστου είναι ότι με το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή δόθηκε προτεραιότητα στον Παρθενώνα από το 447 π.Χ. και στο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο από το 444 π.Χ.

Ο ναός του Ηφαίστου, Αθήνα, η δυτική πλευρά
Στην ανατολική πρόσοψη του ναού, που βλέπει προς την Αρχαία Αγορά, ο ανάγλυφος διάκοσμος στις μετόπες απεικονίζει τους άθλους του
Ηρακλή, ενώ στο αέτωμα παριστάνεται πιθανόν μια Κενταυρομαχία (μάχη του Θησέα και των Λαπιθών εναντίον των Κενταύρων στο Πήλιο). Στην ανατολική ζωφόρο απεικονίζεται άλλη μια σκηνή μάχης. Η ταύτιση του θέματος δεν είναι σίγουρη και οι διάφορες ερμηνείες προτείνουν μάχη του Θησέα και των Παλλαντιδών, μάχη Ελλήνων και Τρώων στο Σκάμανδρο, όπου ο Ήφαιστος βοήθησε τον Αχιλλέα, ή μάχη του Ερεχθέα και του Ευμόλπου. Στη δυτική πλευρά ο γλυπτός διάκοσμος απεικόνιζε την άλωση της Τροίας στο αέτωμα και το κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου στη ζωφόρο. Οι βόρειες και νότιες μετώπες αποδίδουν επεισόδια από τις περιπέτειες του Θησέα (γουρούνα Κρομμυώνα, Σκίρων, Κερκύων, Περιφήτης, Προκρούστης, Σίνης, ταύρος Μαραθώνα, Μινώταυρος).
Κατά την αρχαιότητα στο εσωτερικό του ναού υπήρχαν
χάλκινα αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς κατασκευασμένα από τον Αλκαμένη (421 - 415 π.Χ.). Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία της Αγοράς και τον καλύτερα σωζόμενο ναό δωρικού ρυθμού στον Ελλαδικό χώρο.
Από τον
7ο αιώνα μέχρι το 1834, είχε μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο με το παρανόμι "Άη-Γιώργης ο Ακαμάτης" - επειδή δε λειτουργούσε συχνά.