14.4.10

Το ράσο και η ιστορία του





Το ράσο είναι ένα ένδυμα που διαμορφώθηκε σαν κοσμικό ένδυμα στο Βυζάντιο από τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Προέρχεται από το Βυζαντινό Κολόβιο ή Καββάδιο. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό rasum, που σημαίνει ένδυμα μή χνουδωτό, το λείο, και τέτοια ενδύματα ήσαν τα μεταξωτά. Πρόκειται ομολογουμένως περί επιβλητικού και θεαματικού ενδύματος, που παραδόξως προτιμήθηκε από τους μοναχούς, παρά το ιδεώδες της ταπεινώσεως τους.




Το ένδυμα αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την πρώτη Χριστιανική Εκκλησία. Ο Χριστός, οι Απόστολοι και γενικά οι κληρικοί μέχρι τον 4ον αιώνα φορούσαν τα ίδια ενδύματα με τους λαϊκούς, χωρίς καμιά διάκριση.



Από τον 4ο αιώνα, με την επίδραση του μοναχισμού στη ζωή της Εκκλησίας, αρχίζει η διάκριση της ενδυμασίας των κληρικών, που συνίστατο στο μαύρο χρώμα, δηλαδή οι κληρικοί φορούσαν τα ίδια ρούχα με τους λαϊκούς, που διέφεραν μόνο ως προς τον χρωματισμό. Και αυτό πάλι δεν ήταν απόλυτο, γιατί έχουμε μαρτυρίες πως οι κληρικοί φορούσαν και λευκά ή φαιά ενδύματα. Οι ιστορικοί και λαογράφοι, Βερναδάκης και Κουκουλές, μας δίνουν πολλές τέτοιες πληροφορίες.



Από την εποχή του Ιουστινιανού, με την ανακάλυψη της μέταξας, δημιουργούνται πολυτελή και παράξενα ενδύματα, τα οποία Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι τα απαγόρευαν για τους κληρικούς, τους οποίους περιόρισαν να φορούν τα ίδια ενδύματα με τους λαϊκούς, αλλά με απλή και σεμνή εμφάνιση. Αυτό είναι το νόημα του 27ου Κανόνα της Πενθέκτης Συνόδου και του 16ου κανόνα της 7ης Οικουμενικής Συνόδου. Είναι άξιο πολλής απορίας, ότι οι υπέρμαχοι του ράσου θέλουν να στηρίξουν την παρουσία του σ' αυτούς τους Κανόνες, οι οποίοι ουδόλως ομιλούν περί ράσου, αλλά περί επιδεικτικών πολυτελών ενδυμάτων, τα οποία πάλι μπήκαν στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας ως ιερά άμφια.



Αν όμως το ράσο, προερχόμενο από το βυζαντινό καββάδιο, με πλατιές χειρίδες, δηλαδή με φαρδιά μανίκια, προτιμήθηκε από τους μοναχούς, οι κοσμικοί κληρικοί, δηλαδή οι έγγαμοι εφημέριοι, εξακολουθούσαν να φορούν τα κοινά ενδύματα της εποχής τους με την απλούστερη μορφή τους. Το Ευχολόγιο του Goar μας δίνει την πληροφορία, ότι οι έγγαμοι κληρικοί μετά την Θ. Λειτουργία απέβαλον το ιερατικό άμφιο και ντυνόντουσαν "communibus vestibus" δηλαδή κοινά ενδύματα. Άξιο προσοχής είναι το γεγονός, ότι στη Γαλατία τον 5ο αιώνα, οι Επίσκοποι φόρεσαν διακριτικό ένδυμα, "vetement distinctif" για το οποίο ο πάπας Καιλεστίνος τους κατηγόρησε και τόνισε, ότι, εάν χρειάζεται να διακρίνονται οι Επίσκοποι, η διάκριση να είναι η διδασκαλία και όχι η ενδυμασία.



Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Τα πολυτελή βυζαντινά ενδύματα, όπως το Καββάδιο ή Κοφτάνιο, τα παρέλαβαν και οι επίσημοι Τούρκοι. Το ράσο και το εσώρασο παρέμειναν βασική καλογερική ενδυμασία.



Από τον ΙΗ' αιώνα και μάλιστα από της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) με την ανάδειξη των ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας, αναζεί και η λαμπρότητα της βυζαντινής αυλής. Έτσι, πολλοί κληρικοί, ιδίως Αρχιερείς, φορούν διάφορα πολύτιμα και βαρύτιμα ενδύματα με κεντητά και διάφορα χρυσά κοσμήματα και αλυσίδες.



Ως αντίδραση σ' αυτή την κατάσταση παρουσιάστηκε η κίνηση του Νεοφύτου Δούκα, ο οποίος, πρός τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο ΣΤ' συνιστούσε την επιβολή του ράσου για όλους τους Έλληνες Ορθόδοξους Κληρικούς.



Ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, το 1815, κληρικός "διαπρεπέστατος και ελλογιμώτατος", αντέδρασε σ' αυτή την πρόταση του Νεοφύτου Δούκα, και θεωρεί την εισαγωγή του ράσου ως μεταρρύθμιση. Ομιλεί δε "περί εθνικής ενδυμασίας", την οποία φορούσαν κατά τόπους οι κληρικοί. Ποιά ήταν αυτή η εθνική ενδυμασία, για την οποία κάνει λόγο ο Ιγνάτιος; Είναι η βράκα, η φουστανέλλα και το φέσι, χαρακτηρισθέντα ως εθνικά, εν αντιθέσει προς τα στενά φραγκικά ενδύματα.



Πολεμιστές του 1912 μας πληροφόρησαν, ότι, στη Δ. Μακεδονία φορούσαν οι ιερείς σιγγούνια, κοντογούνια. Και εγώ ενθυμούμαι από την παιδική μου ηλικία Ιερείς της Δ. Μακεδονίας με σιγγούνια. Χαρακτηριστική είναι η Εγκύκλιος του Μητροπολίτη Κοζάνης Φωτίου προς τους ιερείς της επαρχίας του το 1915, στην οποία συνιστά "οι ευλαβεστάτοι ιερείς να μη κατέρχωνται εις τας πόλεις με το ένδυμα της καθημερινής εργασίας".



Οι μοναχοί όμως, είχαν ομοιόμορφη ενδυμασία, ήτοι τη ρασοφορία. Οι έγγαμοι όμως κληρικοί δεν είχαν εξαρχής τέτοια παράδοση.



Επειδή όμως οι γραμματισμένοι Κληρικοί τότε προέρχονταν από τον μοναχικό κόσμο, η ενδυμασία και το πνεύμα των καλογήρων επιβλήθηκε σ' ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας.



Έτσι, μετά την απελευθέρωση, η τότε Ιερά Σύνοδος με την υπ' αριθμόν 4 821/28 Μαΐου 1855 Εγκύκλιο της, επέβαλε, χάριν ομοιομορφίας προς τους Καλογήρους τη σημερινή ενδυμασία για όλους τους κληρικούς...



Βέβαια, όπως παρατηρεί ο αοίδιμος Περιστερίου Αλέξανδρος, η Σύνοδος δεν κάνει ούτε νύξη για ράσα και αντεριά "παρεκτός, του να φορούν του λοιπού, ενδύματα εκ μέλανος ή άλλου σεμνού και βαθύχροου χρώματος". Εν πάση περιπτώσει, η σημερινή ενδυμασία των κληρικών έχει ιστορία μόλις 137 ετών!



Αντί για δικές μας κρίσεις, αναφέρουμε την απόφαση του Πανορθοδόξου Συνεδρίου Κωνσταντινουπόλεως (Μάιος - Ιούνιος 1923): "Η εξωτερική περιβολή του κλήρου ως έχει σήμερον, ουδέν έχει το κοινόν ούτε προς την ουσίαν της ιερωσύνης, ούτε προς την αρχαίαν πράξιν της Εκκλησίας, αλλά είναι αποτέλεσμα μακράς εξελίξεως και ποικίλων παραγόντων. Το κομάν επί αιώνας, ανοίκειον τω κλήρω, εισήχθη όμως και επεκράτησεν εν τη Εκκλησία συν τω χρόνω".



Καμιά σχέση δεν έχει το ράσο και το εσώρασο με την πίστη, ούτε με τη σωστά νοουμένη παράδοση.



Ο αοίδιμος Περιστερίου Αλέξανδρος στον επίλογο του βιβλίου του "Η εξωτερική Περιβολή του Ορθοδόξου Κληρικού", γράφει: "Ο Έγγαμος εφημεριακός κλήρος να μη εμποδίζεται να κάνει ελεύθερη χρήση ράσου και κοστουμιού εκτός Ιερατικών καθηκόντων. Μια τέτοια λύση είναι επιβεβλημένη. Έτσι και τα παράπονα της καταπίεσης και οι αιτίες και οι προφάσεις εκείνων που θέλουν να ιερωθούν θα λείψουν, χωρίς την υποχρέωση της ρασοφορίας παντού και πάντοτε, κάτι που δύσκολα συμβιβάζεται με τον οικογενειάρχη-εφημέριο.



Η μελέτη τούτη δίνει την αφορμή και την ευκαιρία για διάλογο. Ας διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους οι μη συμφωνούντες κι ας τις στηρίξουν σε ιστορικά και πραγματικά τεκμήρια για ένα γόνιμο διάλογο. Ή ας πουν, γιατί πρέπει να διαιωνίζεται κάτι έξω από την ιστορία και την εκκλησιαστική παράδοση.



Και ο αοίδιμος Μητροπολίτης Σιατίστης Πολύκαρπος, το 1968 εισηγήθηκε την τροποποίηση της σημερινής αμφιέσεως των κληρικών.



Εμείς στη μελέτη μας "Η ιστορική Εξέλιξη της Ενδυμασίας των Ορθοδόξων Κληρικών, Αθήναι 1971", η οποία έτυχε, μεταξύ πολλών άλλων, θερμών επαίνων και του τότε Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα, διατυπώνουμε τη θέση, ότι η κατάργηση της σημερινής αμφιέσεως των κληρικών δεν είναι εύκολο να γίνει απότομα. Χρειάζεται σοβαρή διαφώτιση του ελληνικού λαού. Θα μπορούσε ίσως, με μια σαφή αντίληψη του θέματος από την Ι. Σύνοδο, να μείνει το ράσο ως επίσημο ένδυμα των κληρικών, στις μεγάλες γιορτές και στις επίσημες εμφανίσεις. Το σημερινό αντερί, τροποποιημένο να μείνει καθημερινό ένδυμα, τουλάχιστον για τους έγγαμους εφημέριους. Οι ιερομόναχοι ας το διατηρήσουν το ράσο. Άλλωστε αποκλειστικά δικό τους είναι, αφού από αυτούς προήλθε.



Έτσι θα σταματήσει, και η επιμονή ορισμένων, να φορούν οι εφημέριοι παντού και πάντοτε και με καύσωνα 40 βαθμών το ράσο, επιμονή που προκαλεί την ιλαρότητα του λαού και αφορμή δυσμενών σχολίων.



ΚΑΙ ΑΣ ΕΛΘΟΥΜΕ ΣΤΟ ΚΑΛΥΜΜΑ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ



Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες οι κληρικοί φορούσαν χωρίς καμιά διάκριση ένα από τα καπέλα της εποχής ή άφηναν την κεφαλή τους ακάλυπτη, όπως δείχνουν τα αρχαία μνημεία.



Οι μοναχοί φορούσαν το κουκούλιο. Από το συνδυασμό της ασιατικής φακεωλίδας και του κουκουλίου προήλθε το επανωκαλύμαυχο ή επιρριπτάριο των αγάμων κληρικών.



Στους βυζαντινούς χρόνους οι κληρικοί φορούσαν αδιάφορα ένα από τα καπέλα της εποχής και ιδιαίτερα οι ανώτεροι προτιμούσαν τον πέτασσο ή σκιάδιο, που ήταν κάλυμμα της κεφαλής και των κοσμικών αρχόντων. Παράλληλα υπήρχε και ο κυλινδροειδής και ο σφαιροειδής πίλος. Ο Σίλβεστρος Συρόπουλος στην ιστορία του για τη Σύνοδο της Φλωρεντίας αναφέρει, ότι, οι Ανατολικοί κληρικοί φορούσαν σκιάδια, όπως και ο Αυτοκράτορας. Ο Πατριάρχης Ιωσήφ φορούσε σκιάδιο. Η σκιαδοφορία των Ανατολικών Κληρικών μαρτυρείται από ανάγλυφα του Αγ. Πέτρου.



Οι Πατριάρχες κατά την Τουρκοκρατία εξακολουθούσαν να σκιαδοφορούν μέχρι το 1669. Ο Μωάμεθ ο κατακτητής, στον Γεννάδειο Σχολάριο, όπως μας πληροφορεί ο Γ. Φραντζής, μεταξύ των δώρων που του έδωσε, ήταν και το σκιάδιο. Το 1669, ο Σουλτάνος στον Πατριάρχη Μεθόδιο, αντί να δώσει σκιάδιο, για να τον ταπεινώσει του έδωσε κόκκινο καλπάκι. Την πληροφορία αυτή μας την δίνει ο Μελέτιος Πηγάς στην Εκκλησιαστική του Ιστορία και ο Δοσίθεος στη Δωδεκάβιβλό του. Από τότε σταμάτησε οι κληρικοί να σκιαδοφορούν και το σκιάδιο εξακολούθησε να χρησιμοποιείται στα Επτάνησα, τα οποία δεν βρέθηκαν κάτω από την Τουρκική κυριαρχία. Ο Σουλτάνος ήθελε να μεγενθύνει το χάσμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και με την αμφίεση των κληρικών.



Από τον 18ο αιώνα οι Επίσκοποι προτιμούν το σφαιροειδές κάλυμμα της κεφαλής, το οποίο φορούσαν ιδιαίτερα οι ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας. Ο Νεόφυτος Δούκας τους κατηγορεί ως, "τιαροφόρους Μήδας".



Αυτό το σφαιροειδές κάλυμμα αργότερα αποτέλεσε το γείσο του σημερινού καλυμμαυχίου. Από τους Επισκόπους το κάλυμμα αυτό της κεφαλής μεταδόθηκε σ' όλους τους ιερείς και στους έγγαμους. Έτσι έχουμε πληροφορίες, ότι έγγαμοι κληρικοί φορούσαν φουστανέλλα ή βράκα και στο κεφάλι καλυμμαύχι. Φαίνεται όμως, ότι οι έγγαμοι κληρικοί εύκολα δεν το δέχτηκαν αυτό το παράξενο κάλυμμα της κεφαλής και μερικοί Επίσκοποι έφτασαν μέχρι αφορισμού για να τους πείσουν.



Το καλυμμαύχι ομολογουμένως και αντιαισθητικό είναι καί πρακτικά άχρηστο. Ο Κων. Καλλίνικος γράφει ότι "αποπνέει γενιτσαρικήν ευαισθησίαν". Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, γράφει: "Εισέρχεται ο κληρικός εις τον ναόν χωρίς να αποκαλυφθεί, ασπάζεται τας εικόνας, θυμιά, ευλογεί, λέγει πολλάκις το Ευαγγέλιον ή ακροάται αυτού έχων εις την κεφαλήν καρφωμένος το παράδοξον κάλυμμα (το καλυμμαύχιον) όπερ οι προ ολίγων ακόμη δεκαετιών πατέρες ημών ηγνόουν" (Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, Βιβλίον Εκατονταετηρίς, Εκκλησ. Κήρυξ, έτος Ε' Λάρναξ 1915, σελίς 294).



Αναμφισβήτητα το σκιάδιο είναι ο βυζαντινός πίλος, που εχρησιμοποιείτο από τους κληρικούς μέχρι το 1669. Συνεπώς, για να επανέλθουμε στην αρχαία βυζαντινή παράδοση, οι σημερινοί κληρικοί θα μπορούσαν να φορούν ένα καπέλο που να μοιάζει με το σκιάδιο και αυτό είναι η ρεπούμπλικα.



Κλείνουμε το παρόν άρθρο με την παρατήρηση του μεγάλου βυζαντινολόγου Γ. Σωτηρίου: "Και ημείς νομίζομεν ότι επιβάλλεται πλέον η τοιαύτη μεταβολή, ήτις μεγάλως θέλει συμβάλει εις την εν τη Κοινωνία εκπλήρωσιν της μεγάλης αποστολής του κλήρου" ("Γρηγ. Παλαμάς" Θεσ/νίκη 1919, σελ. 551).



Τον τελευταίο και βαρυσήμαντο λόγο έχει η Ιερά Σύνοδος με τους Λογίους και Επιστήμονες Αρχιερείς της.

ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΩΝ OΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΟΥΝ.




Η θεολογική σημασία των αμφίων, η οποία υπαγόρευσε τη χρήση τους, είναι ότι ο Λειτουργός δεν τελεί αφ' εαυτού τα μυστήρια, αλλά δυνάμει Χριστού και της Ιεροσύνης της Εκκλησίας, την οποία κατέχει δια της χειροτονίας «εν Πνεύματι Αγίω», «ενδεδυμένος την της ιερατείας χάριν».
Διατηρούν κατά βάση την παλαιά τους μορφή και με αυτά διακρίνονται οι επί μέρους βαθμοί της Ιεροσύνης. Είναι επτά, κατά τον τύπο των επτά χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος και τον ιερό αριθμό της πληρότητας. Κατανέμονται αναλόγως στους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης:
Στο Διάκονο τρία άμφια για το ιερό του αριθμού, δηλ. στιχάριο, οράριο και επιμάνικα. Στον Πρεσβύτερο πέντε, κατά τον αριθμό των πέντε αισθήσεων, δηλ. στιχάριο, επιτραχήλιο, επιμάνικα, ζώνη και φελώνιο. Στον Επίσκοπο επτά για την πληρότητα της Ιεροσύνης

Τα άμφια του Διακόνου

α. Το Στιχάριο. Είναι ποδήρης χιτώνας, κοινός για τους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης με φαρδιά μανίκια. Το χρώμα του είναι συνήθως λευκό, σύμβολο της αγνότητας και της πνευματικής χαράς. Συμβολίζει τη φωτεινή των Αγγέλων περιβολή και το καθαρό και αμόλυντο της ιερατικής τάξεως, καθαρότητα για την οποία οι Λειτουργοί καταξιούνται της θείας Χάρης. Αυτό μαρτυρεί και το Γραφικό χωρίο που λέγουν οι κληρικοί κατά την ένδυση τους: «Αγαλλιάσεται η ψυχή μου επί τω Κυρίω, ενέδυσε γαρ με ιμάτιον σωτηρίου...».
β. Το Οράριο (orare = προσεύχεσθαι). Είναι ταινία υφάσματος, που φέρεται στον αριστερό ώμο, (με τα άκρα ένα εμπρός και ένα πίσω) και γραμμένο σ' αυτό το Άγιος, Άγιος, Άγιος. Έξεικονίζει τις πτέρυγες των Αγγέλων, εφ' όσον «οι Διάκονοι... εις διακονίαν αποστελλόμενοι προστρέχουσιν».
γ. Τα Επιμάνικα. Με αυτά, κοινά και για τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης, συγκρατούνται τα άκρα του στιχαρίου μαζί με τα λοιπά ενδύματα του Λειτουργού. Εικονίζουν την παντοδύναμη ενέργεια του Θεού και των Τιμίων Δώρων που προσφέρονται με τα χέρια του Ιερουργού. Γι' αυτό λέγουν οι κληρικοί όταν τα ενδύονται τα ψαλμικά χωρία: «Η δεξιά Σου Χείρ, Κύριε, δεδόξασται εν ισχύι....» και «Αι χείραι Σου εποίησαν με και έπλασαν με...». Συμβολίζουν και τα δεσμά του Κυρίου με τα οποία δεμένος οδηγήθηκε προς τον Πιλάτο.

Τα άμφια του Πρεσβυτέρου

α. Το Στιχάριο
β. Τα Επιμάνικα
γ. Το Επιτραχήλιο. Είναι σαν το οράριο, φέρεται στον τράχηλο από τους Πρεσβυτέρους και Επισκόπους και έχει και τα δύο άκρα εμπρός. Εικονίζει την άνωθεν κατερχόμενη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Γι' αυτό ενδυόμενοι αυτό οι ιερείς και αρχιερείς λέγουν: «Ευλογητός ο Θεός ο εκχέων την χάριν επί τους Ιερείς Αύτου...». Τα κρόσσια που υπάρχουν στο κάτω άκρο του επιτραχηλίου συμβολίζουν τις ψυχές των ανθρώπων του ποιμνίου τους, για τις οποίες είναι υπεύθυνοι και θα λογοδοτήσουν κατά την ήμερα της κρίσεως. Χωρίς επιτραχήλιο καμία ιεροπραξία δεν μπορεί να τελεσθεί.
δ. Η Ζώνη. Η ζώνη την οποία φέρει ο Πρεσβύτερος και ο Επίσκοπος για να συγκρατεί τα άμφια, αποτελεί υπόμνηση της πνευματικής αποστολής και της ευθύνης τους. Συμβολίζει την ετοιμότητα που πρέπει να έχουν για την απόκρουση καθενός εναντίου, κατά την προτροπή του Κυρίου: «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι...» (Λουκ. ιβ', 35).
ε. Το Φελώνιο. Είναι ένδυμα αρχαϊκής μορφής, χωρίς χειρίδες (μανίκια) και φέρεται από την κεφαλή. Συμβολίζει τον άρραφο χιτώνα του Κυρίου και την επίγεια Εκκλησία. Όπως ο χιτώνας είναι άρραφος και ένα τεμάχιο, έτσι πρέπει και η Εκκλησία να είναι ΜΙΑ. Κατά τον Άγιο Γερμανό Κων/πόλεως, το φελώνιο εικονίζει την πορφύρα, με την οποία ενέπαιζαν τον Κύριο μας, γεγονός το όποιο πρέπει να έχει κατά νουν πάντοτε ο πρεσβύτερος.
στ. Το Επιγονάτιο. Είναι ρομβοειδές ύφασμα εξαρτώμενο από τη ζώνη με παράσταση τον Νιπτήρα του Μυστικού Δείπνου ή την Ανάσταση. Το φέρει ο Αρχιερέας και κάθε οφφικιούχος πρεσβύτερος. Εικονίζει το λέντιο με το όποιο ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των Μαθητών Του. Συμβολίζει και την πνευματική μάχαιρα, «εν ώ δυνήσεσθε πάντα τα βέλη του πονηρού τα πεπυρωμένα σβέσαι... και την μάχαιραν του πνεύματος, ό εστίν ρήμα Θεού» (Εφ. στ', 16). Κατά τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, συμβολίζει και τη νίκη κατά του θανάτου και την Ανάσταση του Κυρίου. Γι' αυτό ενδυόμενοι οι λειτουργοί λέγουν: «Περίζωσαι την ρομφαίαν σου επί τον μηρόν σου, Δυνατέ...».
ζ. Ο επιστήθιος Σταυρός. Εξαρτάται με αλυσίδα από το λαιμό στο στήθος του οφφικιούχου πρεσβυτέρου. Συμβολίζει τον Σταυρό του Κυρίου, αλλά και τον σταυρικό-θυσιαστικό χαρακτήρα της ιερωσύνης.


Τα άμφια του Επισκόπου

α. Το Στιχάριο
β. Τα Επιμάνικα
γ. Το Επιτραχήλιο
δ. Η Ζώνη
ε. Το Επιγονάτιο
στ. Ο επιστήθιος Σταυρός
ζ. Ο Αρχιερατικός σάκκος. Αυτός αντικατέστησε στην περίοδο της τουρκοκρατίας το πολυσταύριο φελώνιο του Επισκόπου, που έγινε κατ' απομίμηση του αυτοκρατορικού σάκκου. Διατήρησε όμως το συμβολισμό του φελωνίου, καθ' όσον ο Αρχιερέας εικονίζει τον Χριστό. Οι κωδωνίσκοι του σάκκου εξεικονίζουν τους δώδεκα κωδωνίσκους του Ααρών και συμβολίζουν το διδακτικό κήρυγμα του Αρχιερέα.
η. Η Ποιμαντική ράβδος. Είναι σύμβολο της ποιμαντικής και πνευματικής εξουσίας του Επισκόπου. Στο άνω μέρος φέρει τον Τίμιο Σταυρό μεταξύ δύο όφεων, για να υπενθυμίζει τη ρήση του Κυρίου «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματ. ι', 16).
θ. Το Ωμοφόριο (μικρό και μεγάλο). Είναι ταινία υφάσματος σταυρουμένη στο στήθος, με τα δύο άκρα το ένα εμπρός και το άλλο πίσω. Συμβολίζει το πλανηθέν πρόβατο που ο Χριστός έφερε επί των ώμων Του. Γι' αυτό συνίσταται να είναι κατασκευασμένο με μαλλί προβάτου. Μέχρι και την ανάγνωση του Αποστόλου, ο Επίσκοπος φέρει το μεγάλο Ωμοφόριο (το ανωτέρω). Μετά το Ευαγγέλιο και μέχρι το τέλος της Θ. Λειτουργίας φέρει το μικρό Ωμοφόριο (με τα δύο άκρα εμπρός), το όποιο φέρει και σ' όλες τις λοιπές ακολουθίες.
ι. Η Αρχιερατική Μίτρα. Έχει την αρχή της στην Παλαιά Διαθήκη. Συμβολίζει τον ακάνθινο στέφανο, αλλά και το βασιλικό αξίωμα του Κυρίου, δεδομένου ότι ο Αρχιερέας είναι ζώσα εικόνα του Χριστού στην Εκκλησία Του. Η χρήση της επεκτάθηκε μετά τον 16ο αιώνα.
ια. Το Αρχιερατικό Εγκόλπιον. Εξαρτάται με αλυσίδα από το λαιμό στο στήθος του Αρχιερέα. Καθιερώθηκε το έτος 1856, σαν διακριτικό γνώρισμα του Αρχιερατικού αξιώματος. Συμβολίζει τη σφραγίδα και την ομολογία της πίστεως. Στο ωοειδές σχήμα του εικονίζεται ο Χριστός με το δεξί χέρι ευλογων, και στο αριστερό κρατών Ευαγγέλιο.
ιβ. Τα Δικηροτρίκηρα. Πρόκειται για τις βάσεις με τα δύο και τα τρία κεριά που κρατά ο Αρχιερέας και με τα όποια ευλογεί το λαό. Τα δίκηρα συμβολίζουν τις δύο φύσεις του Κυρίου. Τα τρίκηρα συμβολίζουν την Αγία Τριάδα. Μ' αυτά σφραγίζει το Ευαγγέλιο κατά την ψαλμωδία του Τρισαγίου Ύμνου και μετά ευλογεί τον λαό.
ιγ. Ο Αρχιερατικός Μανδύας. Φέρεται από τον Αρχιερέα όταν χοροστατεί στις ιεροπραξίες που δεν απαιτείται πλήρης στολή, π.χ. κατά τη διάρκεια του Όρθρου.


Οι Λειτουργοί φορούν «άπασαν» την ιερατική τους στολή κατά τη Θεία Λειτουργία και σ' ορισμένες άλλες ακολουθίες προσδιοριζόμενες από το «Τυπικό» της Εκκλησίας, όπως στην τέλεση της Προσκομιδής, στον Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, στον Εσπερινό της Μεγ. Παρασκευής, του Πάσχα και της Πεντηκοστής. Στις άλλες τελετές Μυστηρίων φορούν επιτραχήλιο και φελώνιο ο Πρεσβύτερος, επιτραχήλιο και ωμοφόριο ο Επίσκοπος και στιχάριο και οράριο ο Διάκονος. Σε άλλες ιερές Ακολουθίες ο Ιερέας φέρει μόνο το Επιτραχήλιο.

ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΟΥΝ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ


Φως μοναχοίς άγγελοι. Φως δε πάντων ανθρώπων μοναδική Πολιτεία, είναι η ζωή κατά μίμηση των Αγγέλων, αυτή στήριξε και στηρίζει την Οικουμένη και ο άνθρωπος, ο χριστιανός που ενδύεται το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα είναι άξιος πολλών επαίνων και μακαρισμών.

Όταν κάποιος, λοιπόν, προσέρχεται για να αφιερώσει τη ζωή του εξ όλης της ψυχής και της διανοίας του στο Νυμφίο Χριστό τότε χαίρεται και αγάλλεται ο ουρανός και πανηγυρίζει ο κόσμος των Αγγέλων γιατί ένας ακόμα άνθρωπος τάχθηκε να μιμηθεί τη ζωή τους. Ο μοναχός και η μοναχή κινούνται μέσα στην ιερή προσμονή του Ουράνιου Νυμφίου τους. Ζουν και κινούνται σε μια πνευματική όαση με το νοσταλγικό λόγο "ελθέτω χάρις και παρελθέτω ο κόσμος ούτος". Και μαζί με τον κόσμο παρέρχεται το όνομα το παλαιό και λαμβάνει νέο όνομα. Ἀφού εγκαταλείπει τον παλαιό άνθρωπο και ενδύεται το νέο άνθρωπο παίρνει καί νέο ὄνομα.
Την ώρα της μοναχικής κουράς προσέρχεται ο δόκιμος μοναχός ή μοναχή ανυπόδητος, ασκεπής, φορώντας μόνο έναν απλό λευκό χιτώνα και δηλώνοντας έτσι ότι όλα τα περιττά και κοσμικά τα απέρριψε και είναι έτοιμος να ενδυθεί το τιμημένο ράσο και τα άγια ρούχα του μοναχού.Κατά τη μοναχική κουρά ο δόκιμος μοναχός ή μοναχή, ενδύεται το λέντιον (ή ζωστικό ή αντερί) το οποίο είναι μαύρου χρώματος, που συμβολίζει το χιτώνα της ευφροσύνης και της αγαλλιάσεως αντί της γυμνώσεως και της καταισχύνης, την οποία φορέσαμε με την παρακοή μας και αντί της φθοράς και του θανάτου που μας προξένησε αυτή η παρακοή και την οποία φθορά αναιρεί το μοναχικό σχήμα με την υπακοή και τον ενάρετο βίο. Ο χιτώνας αυτός ονομάζεται χιτώνας δικαιοσύνης γιατί η λέξη δικαιοσύνη σημαίνει κάθε αρετή και ο μοναχός φορώντας το οφείλει να γίνει πρόθυμος για κάθε αρετή. Μάλιστα το μαύρο χρώμα του σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι πάντοτε οχυρωμένος πίσω από το πένθος για την αμαρτία και την ξενιτεία για τον κόσμο.



Έπειτα ο μοναχός ή η μοναχή ενδύεται τον ανάλαβο (το πολυσταύρι) ο οποίος φοριέται από τους ώμους μπροστά και πίσω σταυροειδώς και σχηματίζει το σημείο του σταυρού, όχι μία, αλλά πολλές φορές. Εικονίζει το σημείο του σταυρού και σημαίνει ότι ο μοναχός αναλαμβάνει το σταυρό του επί των ώμων του και ακολουθεί το Δεσπότη Χριστό. Καθώς το πολυσταύρι περιέχει πολλούς σταυρούς και περιβάλλει μπροστά και πίσω το σώμα του μοναχού και της μοναχής το περιφράσσει και το οχυρώνει απ' τις προσβολές του διαβόλου και από κάθε κακή επιθυμία.Έπειτα ζώνεται γύρω απ' τη μέση του δερμάτινη ζώνη "εις νέκρωσιν σώματος και ανακίνισιν πνεύματος". Η ζώνη αποτελεί σημείον σωφροσύνης, καθαρότητας και νεκρώσεως των κινήσεων της σάρκας κι επίσης σημείον ισχύος εναντίον των παθών και παράλληλα στήριξη στις πράξεις των εντολών.
Κατόπιν, ο μοναχός ή η μοναχή φορά τα σανδάλια, που όπως λένε τα λόγια της μοναχικής κουράς, με τα οποία ετοιμάζεται να εφαρμόσει και να διάδοση το ευαγγέλιο της ειρήνης. Επίσης, τα σανδάλια αυτά τον προφυλάσσουν για να μην προσκρούσουν τα πόδια του και να μην δαγκωθεί από το νοητό όφι, αλλά να επιβαίνει πάνω σ' αυτούς και να καταπατεί λέοντα και δράκοντα δηλαδή τα κρυφά και φθονερά θηρία της κακίας. Με τα σανδάλια αυτά θα τρέχει κατευθείαν την οδό του Ευαγγελίου μέχρις ότου φτάσει στους Ουρανούς, εκεί που είναι το πολίτευμα των μοναχών, κατά τον Απόστολο Παύλο.
Κατόπιν ενδύεται το παλλίον (εξώρασο) του μεγάλου και αγγελικού σχήματος και όπως λέγει στη μοναχική κουρά το ενδύεται ως στολή αφθαρσίας και σεμνότητος και ως σημείο της σκέπης του Θεού για την ευλαβή του ζωή αιώνια σε εκείνον ο οποίος θα το λάβει και αποτελεί τη θεία περιβολή που του χαρίζει το Aγιο Πνεύμα.Κατόπιν ενδύεται το κουκούλιον της ακακίας ως περικεφαλαία ελπίδος για τη σωτηρία μέσω της εκ Θεού επισκιάσεως της χάριτος, αλλά και για την ύψωση του νου του μέσω της ταπεινοφροσύνης και της ακακίας όπως ακριβώς είναι τα άδολα νήπια, αλλά και για τη Θεού φύλαξη και περίθαλψη της κεφαλής με όλα τα αισθητήρια. Το κουκούλιο κρέμεται μπροστά και πίσω, εκ
εί όπου βρίσκεται το λογιστικό και η καρδιά.


Τελευταία, ενδύεται το μανδύα, ο οποίος θεωρείται το τελειώτατον ένδυμα και το περιεκτικό όλων, σημαίνει δε τη φυλακτική και σκεπαστική δύναμη του Θεού, ταυτόχρονα το συνεσταλμένο ευλαβές και ταπεινό της Μοναχικής ζωής, ενώ το ότι δεν έχει μανίκια σημαίνει ότι καθ' όλη τη ζωή του όλα τα μέλη του είναι νεκρά για κάθε κοσμική εργασία και αμαρτία. Αφήνει μόνο ελεύθερο το κεφάλι το οποίο βλέπει προς το Θεό και φρονεί τα θεία και ανατρέχει μόνο προς το Θεό. Αλλά, όπως είπαμε και πριν, ακόμα και το κεφάλι του μοναχού ή της μοναχής είναι σκεπασμένο με το κουκούλιο για να μη θεωρηθεί ότι έχει ασκεπή και ακάλυπτα τα αισθητήρια.
Στο σύνολό τους, όλα τα ρούχα του μοναχού εικονίζουν τη νέκρωση του Χριστού μας. Ως τάφος εικονίζεται ο μανδύας και ως εντάφια τα υπόλοιπα ρούχα. Ο ανάλαβος και το Μεγάλο Σχήμα δηλώνουν ότι είναι εσταυρωμένος ο μοναχός για τον κόσμο, όπως άλλωστε το υποσχέθηκε. Το κουκούλιο του εικονίζει το σουδάριο κι έτσι όλος ο μοναχός μιμείται με το σχήμα του τον σταυρωθέντα Δεσπότη του, ο oποίος πέθανε και τυλίχτηκε στα σπάργανα και στο σουδάριο. Σε όλη του τη ζωή πλέον, ό,τι φορά, θα του υπενθυμίζει ότι συνεσταυρώθηκε με το Χριστό και συνεκρώθηκε μαζί Του και οφείλει να αγωνιστεί για να συναναστηθεί και να συνανυψωθεί και να αναφανεί συγκληρονόμος της πατρικής Βασιλείας και των αγαθών των ετοιμασμένων προ καταβολής κόσμου...