9.6.11

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ


Κυριακή των Αγίων Πάντων



Την Κυριακή των Αγίων Πάντων θέσπισαν οι Πατέρες να επιτελείται η μνήμη όλων των αγίων Μαρτύρων, Πατριαρχών, Προφητών, Αποστόλων, Ασκητών και όλων των Δικαίων.


Ο Χριστός είπε: «Εάν εγώ υψωθώ, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν» και πράγματι με την Ανάληψή Του, έπρεπε να στείλει και το άγιο Πνεύμα στους Αποστόλους, για να κηρύξουν και να συνάγουν τους εκλεκτούς στην βασιλεία των ουρανών.Έτσι τιμώνται και οι ανώνυμοι των Αγίων που είναι πλήθος.Αίτιον της εορτής είναι και η παρακίνηση των υπολοίπων στη μίμηση των αγίων.




ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ έτος 1770
Νέα Σκήτη (Αγ. Όρους) - Κυριακό.
Στην εικόνα παριστάνεται η σύναξη των Αγίων Πάντων, θέμα που αποτελεί τμήμα της Δευτέρας Παρουσίας και έχει καθιερωθεί ήδη από το 15ο αιώνα.
Το άνω τμήμα το καταλαμβάνει σε κυκλική διάταξη η δόξα του Χριστού στο κέντρο, και γύρω οι χοροί των δικαίων. Η Ετοιμασία του θρόνου βρίσκεται πάνω από τη δόξα και οι δύο προφήτες Δαβίδ και Σολομών γονατιστοί με ανοιχτά ειλητάρια. Κάτω εικονίζεται ο παράδεισος, τοπίο ειδυλλιακό με δένδρα και άνθη, και οι προπάτορες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ καθισμένοι σε θρόνους. Μεταξύ τους παρεμβάλλεται ο ληστής, ντυμένος μόνο με περίζωμα και κρατώντας το σταυρό. (Γυμνός από αρετές, αλλά πρώτος στο παράδεισο).




Πραγματικά είναι θαυμαστός ο Θεός μέσα στους αγίους του. Γιατί όταν κανείς αναλογισθεί τους υπερφυσικούς αγώνες των μαρτύρων, πως με ασθενή σάρκα καταντρόπιασαν τον ισχυρό στη κακία, πως έμειναν αναίσθητοι στις οδύνες και στα τραύματα, καθώς αγωνίζονταν με σώματα προς φωτιά, προς το ξίφος, προς ποικίλα και θανατηφόρα είδη βασάνων και αντιπαρατάσσονταν με καρτερία, ενώ τους έκοβαν τις σάρκες, τους διάλυαν τους αρμούς και τους συνέτριβαν τα οστά, όμως διαφύλαξαν την ομολογία της πίστεως στο Χριστό σώα και αδιάσπαστη, ακεραία και ακλόνητη, που γι' αυτό τους χαρίσθηκε και η αναντίρρητη σοφία του Πνεύματος και η δύναμη των θαυμάτων.
Όταν κανείς αναλογισθεί επίσης την υπομονή των οσίων, πως υπέφεραν με τη θέλησή τους σαν ασώματοι τις πολυήμερες ασιτίες, τις αγρυπνίες, τις άλλες ποικίλες κακώσεις του σώματος, και αντιτάχθηκαν έως το τέλος προς τα πονηρά πάθη, προς τα τόσα είδη αμαρτίας, προς τον εσωτερικό μας αόρατο πόλεμο, προς τις αρχές και εξουσίες, ενω έλειωναν και αχρηστεύονταν εξωτερικά, αλλά ανανεώνονταν και εθεώνονταν εσωτερικά από εκείνον που τους έδωσε τα χαρίσματα των θεραπειών και δυνάμεων.
Όταν λάβει αυτά κανείς υπ' όψη του και επι πλέον εννοήσει ότι υπερβαίνουν τη φύση μας, θαυμάζει και δοξάζει το Θεό που έδωσε σ' αυτούς τη τόση άφθονη χάρη και δύναμη. Γιατί αν και είχαν αγαθή και καλή προαίρεση, χωρίς τη δύναμη του Θεού δεν θα κατώρθωναν να υπερβούν τη φύση και έχοντας σώμα, να κατανικήσουν τον ασώματο εχθρό. Γι' αυτό και ο ψαλμωδός προφήτης, αφού είπε: <<Θαυμαστός είναι ο Θεός μέσα στους αγίους αυτού>>, πρόσθεσε: <<αυτός θα δώσει δύναμη και κραταίωση στο λαό του>>. (Ψαλμ. 67,36).
Απολαύουν δε τη χάρη του Θεού, όχι όλοι γενικά, αλλά όσοι έχουν αγαθή προαίρεση και επιδεικνύουν με έργα την προς το Θεό αγάπη και πίστη. Αυτό φανερώνεται στο ευαγγέλιο που λέγει: <<όποιος ομολογήσει σ' εμένα εμπρός στους ανθρώπους, θα ομολογήσω και εγώ σ' αυτόν εμπρός στο Πατέρα μου στους ουρανούς>> (Ματθ. 10,32).
Δεν είπε ''όποιος με ομολογήσει εμπρός στους ανθρώπους", αλλά ''όποιος ομολογήσει μέσα σ' εμένα'' με την έννοια ότι μπορεί να προβάλει με παρρησία την ευσέβεια, δι' εκείνου και δια της βοηθείας εκείνου. Έτσι πάλι ''θα ομολογήσω κι' εγώ'' και δεν είπε ''αυτόν'' αλλά ''μέσα σ' αυτόν'', δηλαδή δια της αγαθής αντιστάσεως και υπομονής.
Αυτό δηλώνει την αδιάσπαστη συνάφεια του Θεού πρός τους ομολογούντας, αν και είναι δούλοι Θεού.
Αντίθετα <<όποιος με αρνηθεί εμπρός στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ και εγώ εμπρός στο Πατέρα μου στους ουρανούς>>.
Δεν είπε εδώ ''όποιος αρνηθεί μέσα σε μένα'', γιατί;
Διότι ο αρνούμενος αρνείται το Θεό αν στερηθεί τη Θεϊκή βοήθεια. Γιατί δε εγκαταλείφθηκε και έμεινε έρημος του Θεού; Επειδή αυτός πρώτα πρόλαβε και τον εγκατέλειψε, αφού αγάπησε τα πρόσκαιρα και γήϊνα πράγματα περισσότερο, παρά τα επαγγελμένα από το Θεό ουράνια και αιώνια αγαθά.
Έτσι οι θείες αντιδόσεις έχουν μαζί τους τη θεία δικαιοσύνη και επιφέρουν από τη ομοίωση τα ανάλογα αποτελέσματα. Και ενώ οι ομολογήσαντες το Θεό στο πρόσκαιρο αυτό βίο το έκαναν παρουσία λίγων ανθρώπων, ο Χριστός Θεός και Κύριος του ουρανού και γης θα τους υποστηρίξει ενώπιον του Πατρός, των αγγέλων, όλων των ουρανίων δυνάμεων και με παρουσία όλων των ανθρώπων από Αδάμ μέχρι της συντέλειας. Και θα στεφανώσει και θα δοξάσει όλους εκείνους που επέδειξαν πίστη μέχρι τέλους σ' αυτόν.
Αλλά και τώρα δοξάζονται κάποιοι άγιοι με τα ιερά λείψανά τους που ευωδιάζουν, που χαρίζουν ιάσεις και διάφορα ενεργήματα δυνάμεων, προσκυνώντας τους και γονατίζοντας στις εικόνες τους βασιλείς, άρχοντες και ο λαός του Κυρίου.
Άλλωστε το είπε ο ίδιος ο Κύριος προς τους πιστούς ότι: <<όποιος αφήσει οικία, συγγενείς ή αγρούς για το όνομά μου, θα τα λάβει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει αιώνια ζωή>>. (Ματθ.10,37).
Και την ίδια του ζωή είναι δίκαιο και αναγκαίο να τη αφήσει ο πιστός, αν το καλέσει ο καιρός σε περιόδους διωγμών, για να πετύχει την αιώνια ζωή, αφού και ο ίδιος ο Υιός του Θεού έδωσε τη ζωή του για χάρη μας. Αλλά και σε ειρηνικούς καιρούς ο πιστός λαμβάνει το σταυρό του, σταυρώνοντας τα πάθη και τις επιθυμίες της σάρκας.
Διότι λέγει: <<όποιος βρήκε τη ψυχή του θα την χάσει, και όποιος έχασε τη ψυχή του για χάρη μου, θα τη βρεί>>. (Ματθ. 10,39).
Ο άνθρωπος είναι διπλός, ο εκτός, δηλαδή το σώμα και ο μέσα μας, δηλαδή η ψυχή. Όταν κάποιος παραδώσει τον εαυτό του σε θάνατο κατά τον εκτός άνθρωπο, χάνει τη ψυχή του που χωρίζεται από το σώμα, αλλά τη βρίσκει στο Χριστό κατά την ανάσταση και γίνεται ουράνιος και αιώνιος.
Η εκκλησία του Χριστού, τιμά λοιπόν και μετά θάνατο αυτούς που έζησαν αληθινά κατά Θεό, κάθε μέρα του έτους τελεί τη μνήμη των αγίων που μετέστησαν και απεδήμησαν από τη πρόσκαιρη αυτή ζωή.
Συγχρόνως δε προβάλλει το βίο καθενός χάρη της ωφελείας μας και υποδεικνύει το τέλος τους, είτε ειρηνικό είτε μαρτυρικό.
Τώρα δε μετά τη Πεντηκοστή, η Εκκλησία αφού συγκέντρωσε όλους τους αγίους γνωστούς και αγνώστους μαζί, αναπέμπει κοινό σε όλους αυτούς ύμνο, όχι μόνο διότι όλοι είναι ενωμένοι μεταξύ τους και με τον Πατέρα, όπως το ζήτησε ο Κύριος: <<να είναι όλοι ένα, όπως εγώ, Πάτερ, με σένα και συ με μένα, να είναι και αυτοί με εμάς ένα στην αλήθεια>>, (Ιω. 17,20), αλλά και γιατί φροντίζει να φανερώνει και να ανυμνεί όλα τα έργα του Θεού ως αποτέλεσμα της αποστολής, φωτισμού και ενεργείας του Αγίου Πνεύματος.
Ας τιμήσουμε λοιπόν όλους τους αγίους του Θεού. Πως; Αν κατά μίμησή τους καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος και έτσι απομακρυνόμενοι από τα κακά δια της μετανοίας και εξομολογήσεως, θα φερόμεθα προς την αγιοσύνη παρουσιάζοντας τα σώματα και τις ψυχές μας ευάρεστες στο Θεό, με τις πρεσβείες των αγίων πάντων ώστε να γίνουμε και εμείς μέτοχοι της απέραντης εκείνης πανηγύρεως και ευφροσύνης με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον οποίο πρέπει κάθε δόξα μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.Αμήν.

Ο Γέρων Παΐσιος



Παιδική ηλικία

Ο Γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Εφηβικά χρόνια και ο στρατός

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελλόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος, συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμά στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Γι' αυτό και πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως "Ασυρματιστή του Θεού". Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την κατά τη στρατιωτική του θητεία αυτή ιδιότητα, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι "ασυρματιστές του Θεού", εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Μοναστικός Βίος

Τα πρώτα χρόνια

Ο πατέρας Παΐσιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του, έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.

Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.

Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.

Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.

Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και ό,τι κέρδιζε το έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.

Ο βίος του

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματούχο μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρωνακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Την εποχή εκείνη ήταν υποτακτικός του Ρώσου μοναχού Τύχωνα. Ο άγιος αυτός γέροντας ασκήτευε στο Σταυρονικητιανό κελλί του Τιμίου Σταυρού. Κοιμήθηκε το 1968. Ο γέροντας Παΐσιος ευλαβείτο πολύ τον γέροντά του και πάντα μιλούσε με συγκίνηση γι'αυτόν. Έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία και του ίδιου πριν πεθάνει.

Στην Παναγούδα

Το 1979 αποχώρησε από την καλύβη του Τιμίου Σταυρού και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Εγκαταστάθηκε σε μία καλύβη αφιερωμένη στη γέννηση της Παναγίας (μικρή Παναγία, Παναγούδα) η οποία βρίσκεται είκοσι περίπου λεπτά από την μονή Κουτλουμουσίου, στον δρόμο προς την μονή Ιβήρων. Η Παναγούδα ήταν μία εγκαταλελειμμένη καλύβα και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Οι ασθένειες του Γέροντα

Το ιστορικό

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της ζωής του

Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.

Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά ο Γέροντας Παΐσιος απεβίωσε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00. Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Προτεινόμενη αναγνώριση του ως Αγίου

Η φήμη του Γέροντα Παΐσιου του Αγιορείτη ως αγίου μεταξύ των ορθοδόξων πιστών είναι μεγάλη, λόγω της προσωπικότητάς, της πνευματικότητας και των χαρισμάτων (διάκρισης, διορατικό, προορατικό, ιαματικό) που σύμφωνα με πλήθος από μαρτυρίες διέθετε. Για τους λόγους αυτούς, ο σεβ. Επίσκοπος Μαραθώνος κ.κ. Μελίτων Καβατσηκλής, έχει προτείνει την κατάταξη του στα δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως αγίου.

H Αγία Τριάδα


Αγία Τριάδα ονομάζεται το χριστιανικό δόγμα που περιγράφει την πίστη σε έναν Θεό με τρία πρόσωπα. Τα τρία πρόσωπα ή υποστάσεις είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, τα οποία είναι αδιαίρετα και ομοούσια κατά τη θεότητα, έχουν την ίδια δύναμη και κοινή Θεία ουσία. Αποτελεί ένα από τα κυριότερα δόγματα που αποδέχεται η πλειοψηφία των εκκλησιών του χριστιανικού κόσμου, το οποίο είναι γνωστό και ως Τριαδικό Δόγμα.

Με την αιτιολογία ότι η Παλαιά Διαθήκη παραδέχεται αυστηρό μονοθεϊσμό[1], ο Ιουδαϊσμός[2], το Ισλάμ[3] αλλά και χριστιανικές ομολογίες, όπως οι Ουνιταριανοί[4], οι Χριστάδελφοι, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά[5] και ορισμένες Ευαγγελικές[6] και Πεντηκοστιανικές εκκλησίες[7], δεν αποδέχονται το μυστηριακό δόγμα της Αγίας Τριάδας.
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη] 1 Πώς περιγράφεται
2 Η σχέση των Προσώπων
3 Η ετερότητα των υποστάσεων
4 Ο Θεός ως Αγάπη
5 Η Αγία Τριάδα στην Αγία Γραφή
6 Η Αγία Τριάδα στην τέχνη
7 Υποσημειώσεις
8 Εξωτερικοί σύνδεσμοι


Πώς περιγράφεται


Η Αγία Τριάδα με τη μορφή τριών αγγέλων στη "φιλοξενία του Αβραάμ" (Θεοφάνης ο Κρης).
Ο τριαδικός Θεός περιγράφεται ως "Τρισυπόστατη Μονάδα" η οποία φανερώνεται με ενέργειες και έργα στην κτίση και την ιστορία. Έχει μεν τρία πρόσωπα, αλλά αυτά τα τρία πρόσωπα δεν αποτελούν τρεις χωριστούς Θεούς, αλλιώς ο Χριστιανισμός δε θα ήταν μονοθεϊστική αλλά τριθεϊστική θρησκεία. Κατά το δόγμα, ο λόγος που ο τριαδικός Θεός είναι ένας αν και με τρεις υποστάσεις είναι η απουσία χώρου και χρόνου. Ο χώρος και ο χρόνος διαφοροποιούν τις ανθρώπινες υποστάσεις μεταξύ τους, ώστε τα διαφορετικά πρόσωπα να αποτελούν διαφορετικούς ανθρώπους. Επειδή όμως ο χώρος και ο χρόνος είναι κτιστοί (δημιουργήματα του Θεού), ο Θεός δεν υπόκειται σε αυτούς. Έτσι έχουμε το μυστήριο (ακατάληπτο για τους ανθρώπους) της Τρισυπόστατης Μονάδας. Στην εκκλησιαστική ιστορία, η ταυτότητα της ουσίας και η διάκρισή της σε Τρία Πρόσωπα οδήγησε συχνά σε "αιρετικές" ερμηνείες.

Η τάξη αυτή όπου, πρώτος αναφέρεται ο Πατήρ, δεύτερος ο Υιός και τρίτο το Άγιο Πνεύμα, δεν ανταποκρίνεται σε αληθινή και ουσιαστική διαβάθμιση των Τριών Προσώπων (π.χ. υπεροχή του Πατέρα) αλλά σχετίζεται με τη φύση του ανθρώπινου λόγου.

Τα τρία πρόσωπα αυτά ή αλλιώς υποστάσεις, έχουν μοναδικές και αμεταβίβαστες ιδιότητες που προκύπτουν από τις αιώνιες (χωρίς χρονική αρχή) σχέσεις τους. Ταυτόχρονα τα τρία πρόσωπα έχουν μία ουσία ή φύση.



Ουσία καί φύση καθιερώθηκαν ως έννοιες ταυτόσημες, που σημαίνουν την ίδια κοινή πραγματικότητα.
Πρόσωπο και υπόσταση καθιερώθηκαν επίσης ως έννοιες ταυτόσημες, που σημαίνουν την ιδιαιτερότητα.




Απεικόνιση της Αγίας Τριάδας στην «Θεία Λειτουργία», Μιχαήλ Δαμασκηνού (16ος αι.). (Μουσείο Ιερών Εικόνων και Κειμηλίων Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης)
[Επεξεργασία] Η σχέση των Προσώπων

Η αιώνια σχέση των τριών προσώπων ή υποστάσεων αποσαφηνίζεται με τρεις βασικές προϋποθέσεις:
Αίτιο του τρόπου ύπαρξης της Τριάδας καθεαυτής είναι μόνο ο Πατέρας.
Ο οποίος γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα χωρίς όμως να υπάρχει χρονική διαφορά ύπαρξης των τριών.
Οι τρεις υποστάσεις ή πρόσωπα, υπάρχουν άχρονα και αιώνια ως εκδήλωση μιας ουσίας και φύσης.


Με άλλα λόγια υπάρχει:

1) Ένα αίτιο,

2) Ταυτότητα ουσίας (τα πρόσωπα είναι ομοούσια) και

3) Ετερότητα των υποστάσεων ή προσώπων.


Το ένα αίτιο και η μία ουσία εξηγούν το γιατί ο θεός είναι ένας και η ετερότητα των υποστάσεων εξηγεί το γιατί ο Θεός είναι τρισυπόστατος.

Η ετερότητα των υποστάσεων
Ο Πατέρας είναι αγέννητος
Ο Υιός είναι γεννητός (άχρονα)
Το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό.

Οι ιδιότητες αυτές λέγονται "υποστατικά προσόντα" και κάθε ιδιαίτερο προσόν ανήκει στην ιδιαίτερη υπόσταση και μόνο:
Ο Πατέρας είναι αγέννητος και όχι γέννημα ή πρόβλημα (δηλ. κάτι που προβάλλεται ή εκπηγάζει)
Ο Υιός είναι γέννημα και όχι αγέννητος ή πρόβλημα
Το Άγιο Πνεύμα είναι πρόβλημα (που εκπηγάζει και έχει την αιτία του στον Πατέρα) και όχι αγέννητο ή γέννημα.


Στην επαφή τους με τον κόσμο και την ιστορία:
Ο Πατέρας, πραγματώνει τη δημιουργική και απολυτρωτική ενέργεια, είναι η αρχική αιτία
Ο Υιός πραγματώνει το έργο της φανέρωσης, της άσαρκης και της ένσαρκης παρουσίας του στην κτίση και την ιστορία για τη σωτηρία του ανθρώπου
Το Άγιο Πνεύμα διενεργεί την τελείωση του δημιουργικού και απολυτρωτικού έργου.

Ως προς την αιώνια και χωρίς αρχή σχέση των προσώπων της Αγίας Τριάδας για την Ορθόδοξη θεολογία είναι σημαντική η διαμάχη με τους δυτικούς θεολόγους για το ζήτημα του Filioque. Κατά τη διατύπωση αυτήν του Συμβόλου της Πίστεως, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού. Για το ορθόδοξο όμως δόγμα το μοναδικό αίτιο της ύπαρξης του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι το πρόσωπο του Θεού Πατέρα. Ο Υιός μπορεί να πέμπει το Πνεύμα, δεν μπορεί όμως ποτέ το Πνεύμα να εκπορεύεται από αυτόν, ο Υιός να αποτελεί δηλαδή την αιτία της ύπαρξης του Πνεύματος, τον δημιουργό του.

Το λεγόμενο Σύμβολο της Πίστεως ή σύμβολο της Νίκαιας-Κωνσταντινούπολης που τα 7 πρώτα άρθρα του θεσπίστηκαν στην A’ Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας ενώ τα υπόλοιπα 5 άρθρα ολοκληρώθηκαν στη B’ Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, εκφράζει την ορθόδοξη διατύπωση του τριαδικού δόγματος περί του Θεού.

Ορθόδοξη απεικόνιση της Αγίας Τριάδας με τη μορφή τριών αγγέλων στη "φιλοξενία του Αβραάμ". Ρωσική εικόνα του Αντρέι Ρουμπλιώφ.
Ο Θεός ως Αγάπη

Η Αγία Τριάδα αποτελεί για τον Χριστιανισμό την αρχετυπική κοινότητα μεταξύ προσώπων, στην οποία η αγάπη είναι όχι απλά στοιχείο, αλλά το ίδιο το αίτιο της ύπαρξής της (πλην του Πατέρα, ο οποίος δεν έχει αρχή και αιτία). Αναγνωρίζοντας ο Χριστιανός τον Θεό ως "Αγάπη" κατά την ρήση της Αγίας Γραφής (Α΄ Ιωάννου 4/δ: 8), αντιμετωπίζει το εξής πρόβλημα: "Πώς ο Θεός είναι αγάπη;" Γιατί το χωρίο δεν λέει "έχει" αγάπη, αλλά "είναι" αγάπη. Αυτό προφανώς ταυτίζει την αγάπη με την ουσία του Θεού, και όχι με κάποιο συναίσθημα, καθώς ο Θεός δεν είναι κτίσμα, ώστε να έχει συναισθήματα. Πώς λοιπόν η ουσία του Θεού είναι αγάπη;

Το Τριαδικό δόγμα, δίνει μια σαφέστατη και συνεπή απάντηση στο ερώτημα αυτό, το οποίο δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί χωρίς την αντίληψη για έναν Τριαδικό Θεό. Γιατί εφ' όσον η ουσία του Θεού ονομάζεται "αγάπη", πώς είναι δυνατόν να εξαρτάται η ουσία του Θεού από την αγάπη Του προς τα κτίσματα, που έχουν αρχή, ενώ η ουσία του Θεού είναι άναρχη;

Η απάντηση περί "αγάπης προς τον εαυτό Του", δεν είναι ικανοποιητική, δεδομένου ότι δεν λέγεται "αγάπη" κάτι τέτοιο, αλλά "φιλαυτία" και "ναρκισισμός". Η αγάπη είναι κάτι που εκδηλώνεται έξω από τον εαυτό κάποιου, προς ένα άλλο πρόσωπο.

Από τη στιγμή λοιπόν που η Αγία Τριάδα, είναι κοινωνία ομοούσιων προσώπων, και όχι μονάδα, γίνεται φανερή για τον πιστό του Τριαδικού Θεού, και η απάντηση στη λύση του ζητήματος, για το πώς ο Θεός είναι αγάπη: Είναι αγάπη, επειδή κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, αγαπά προαιωνίως και ανάρχως τα άλλα δύο πρόσωπα, ενώ αγαπάται προαιωνίως από αυτά. Η δε αγάπη του Θεού προς την κτίση, είναι απόρροια αυτής της ιδιότητάς του, και όχι κατ' ουσίαν αγάπη, η οποία είναι ενδοτριαδική. Με άλλα λόγια, η αγάπη προς τα κτίσματα, και η συναισθηματική αγάπη μεταξύ των κτισμάτων, είναι εικόνα εκείνης της αγάπης, με την οποία αγαπώνται προαιωνίως τα πρόσωπα της Θεότητας.

Το Χριστιανικό δόγμα, ότι ο Θεός είναι αγάπη, δίνει επίσης τη λύση στο γιατί ο Θεός είναι Τριαδικός, και όχι μονάδα: Επειδή εξ αγάπης βούλεται να υπάρχει ως Τριαδική αγαπητική κοινωνία ομοουσίων προσώπων, στην ομοίωση της οποίας καλούνται να ζήσουν και τα κτίσματα, ως κοινωνία αγάπης.

Η Αγία Τριάδα στην Αγία Γραφή

Στην ασπίδα της οροφής του προστώου της εισόδου της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους εμφανίζεται η παράσταση της Αγίας Τριάδος περιστοιχισμένη από πλήθος αγγέλων.
Αν και οι λέξεις "Αγία Τριάδα" δεν υπάρχουν στην Αγία Γραφή, υπάρχουν πολλοί στίχοι μέσα στην Αγία Γραφή που επιβεβαιώνουν την τρισυπόστατη φύση του Θεού:
Δευτερονόμιον 6:4 "...άκουε Iσραηλ κύριος ο Θεός ημών Κυριος εις εστιν"
Εδώ βλέπουμε ότι ο Θεός είναι ένας κάτι που ακόμα και ο Κύριος Ιησούς επιβεβαίωσε:
Κατά Μάρκον 12:29 "ο δε Ιησους απεκρίθη αυτω οτι πρωτη πασών των εντολών άκουε Ισραηλ κύριος ο Θεός ημών Κυριος εις εστίν"
Αλλά η Αγία Γραφή επίσης επιβεβαιώνει ότι:

O Πατέρας είναι Θεός[8]:
Προς Κορινθίους Α 8:6 "αλλ ημίν εις Θεός ο πατήρ εξ ου τα παντα και ημεις εις αυτον και εις Κύριος Ιησούς Χριστος δι ου τα πάντα και ημείς δι αυτού"
O Υιός του Ιησούς είναι Θεός[9]:
Κατά Ιωάννην 1:1 "Εν αρχή ήν ο λόγος και ο λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο λόγος" Κατά Ιωάννην 5:18 "δια τούτο ουν μάλλον εζήτουν αυτόν οι Ιουδαιοι αποκτείναι οτι ου μόνον έλυεν το Σάββατον αλλα και πατέρα ίδιον ελεγεν τον Θεον ισον εαυτον ποιων τω θεώ"
Tο Άγιο Πνεύμα είναι Θεός[10]:
Πράξεις 5:3 «Είπεν δε Πέτρος, Ανανία διατί επλήρωσεν ο σατανάς την καρδίαν σου ψεύσασθαι σε το πνευμα το Άγιον και νοσφισάσθαι απο της τιμής του χωρίου» Πράξεις 5:4 «ουχι μένον σοι έμενεν και πράθεν εν τη ση εξουσία υπήρχεν τι οτι έθου εν τη καρδία σου το πράγμα τούτο ουκ εψεύσω ανθρώποις αλλά τω θεώ»

Όμως οι ανωτέρω στίχοι αναφέρουν ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός, άρα κατά τα δόγματα που πιστεύουν στην τρισυπόστατη μορφή του Θεού, ο Θεός είναι ένας σε 3 θεϊκές υποστάσεις:
Κατά Ματθαίον 3:16 "και βαπτισθεις ο ιησους ανεβη ευθυς απο του υδατος και ιδου ανεωχθησαν αυτω οι ουρανοι και ειδεν το πνευμα του θεου καταβαινον ωσει περιστεραν και ερχομενον επ αυτον Κατά Ματθαίον 3:17 και ιδου φωνη εκ των ουρανων λεγουσα ουτος εστιν ο υιος μου ο αγαπητος εν ω ευδοκησα" Προς Κορινθίους Β 13:14 "η χαρις του κυριου ιησου χριστου και η αγαπη του θεου και η κοινωνια του αγιου πνευματος μετα παντων υμων αμην" Πέτρου Α 1:2 "κατα προγνωσιν θεου πατρος εν αγιασμω πνευματος εις υπακοην και ραντισμον αιματος ιησου χριστου χαρις υμιν και ειρηνη πληθυνθειη" Κατά Ματθαίον 28:19 "πορευθεντες ουν μαθητευσατε παντα τα εθνη βαπτιζοντες αυτους εις το ονομα (ενικός αριθμός, ενα ονομα) του πατρος και του υιου και του αγιου πνευματος" Ιωάννου Α 5:7 "οτι τρεις εισιν οι μαρτυρουντες εν τω ουρανω ο πατηρ ο λογος και το αγιον πνευμα και ουτοι οι τρεις εν εισιν" Κατά Ιωάννην 10:30 "εγω και ο πατηρ εν εσμεν"


Ο όρος Άγιο Πνεύμα, χρησιμοποιείται από θρησκείες που βασίζονται στην Αγία Γραφή για να περιγράψει είτε τη θεία δύναμη που βρίσκεται σε ενέργεια είτε το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.

Η περιστερά ως σύμβολο του Αγίου Πνεύματος χρησιμοποιείται από παλιά ως σύμβολο στην εκκλησιαστική διακοσμητική, όχι όμως στην εικονογραφία όπου οι μορφές δε χρησιμοποιούνται σαν σύμβολα αλλά σαν ομοιώσεις. Η απεικόνιση του Αγίου Πνεύματος ως περιστεριού επιτρέπεται μόνο στην εικόνα των Θεοφανείων, όπου το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε “εν είδει περιστεράς” ή “ωσεί περιστερά”, αλλά δεν έγινε περιστέρι. Επιτρέπεται επίσης η απεικόνιση της καθόδου του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, όταν “διεμεριζόμενοι γλώσσαι ωσεί πυρός” ήρθαν και στάθηκαν πάνω στα κεφάλια των Αποστόλων. (Πράξεις β΄: 3). Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία η ενσάρκωση του Λόγου δίνει τη δυνατότητα απεικόνισης μόνο του Υιού, και μόνο κατά την ανθρώπινη φύση του.

Αυτή η άποψη διαφοροποιείται από την ερμηνεία που καταγράφεται στο Πηδάλιον ότι «και ο άναρχος Πατήρ πρέπει να ζωγραφίζεται καθώς εφάνη εις τον προφήτην Δανιήλ ως παλαιός ημερών» και ότι «το άγιον Πνεύμα πρέπη να ζωγραφίζεται εν είδει περιστεράς»[12]. Ομοίως, σύμφωνα με τον Χ. Γκότση, επιτρέπεται η απεικόνιση του Πατρός ως "Παλαιού των Ημερών"[13].

Πάντως και στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχουν δυο απεικονίσεις του συνόλου της Αγίας Τριάδας: Η «Αγία Τριάδα», που παριστάνει το Θεό Πατέρα σαν γέρο με λευκά μαλλιά και γένια, τον Ιησού, τον Υιό του Θεού καθισμένο δίπλα του, και το Άγιο Πνεύμα, με μορφή περιστεριού να ίπταται ανάμεσά τους, και η «Φιλοξενία του Αβραάμ» που παρουσιάζει την Αγία Τριάδα με τη μορφή τριών παρόμοιων σε εμφάνιση και ηλικία αγγέλων. Από αυτές η «Αγία Τριάδα» θεωρείται από ορισμένους ότι έχει Δυτική επίδραση, και εμπίπτει στις περιπτώσεις που η 7η Οικουμενική Σύνοδος χαρακτηρίζει ως είδωλα, ενώ η δεύτερη είναι επιτρεπτή εφόσον σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ο Θεός πράγματι προτυπώθηκε στον Αβραάμ ως Τριαδικός, με τη μορφή τριών αγγέλων.

Στη Δυτική τέχνη συναντάμε το περιστέρι σε πολλές θρησκευτικές απεικονίσεις, όπως του Ευαγγελισμού, παρότι η Αγία Γραφή δεν αναφέρει εμφανίσεις με μορφή περιστεράς στη Γέννηση ή στον Ευαγγελισμό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, είναι η “Γέννηση” (15ος αι.) του Lorenzo Monaco, η ζωγραφιά του Φλαμανδού ζωγράφου Gerard Davis (15ος αι.), καθώς και πίνακες πάνω στό ίδιο θέμα από τους Petrus Christi (15ος αι.) και Hans Memling (16ος αι.).

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ


Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σήμερα γιορτάζουμε στην Εκκλησία μας τη μεγάλη γιορτή ι ης Αγίας Πεντηκοστής. Ο Κύριος πάντα μιλούσε στους μαθητές του για το Άγιο Πνεύμα, που θα έστελνε στον κόσμο από τον Ουράνιο Πατέρα του για να μείνει στην Εκκλησία για πάντα. Και πριν από την Ανάληψη του ο Κύριος μιλούσε στους μαθητές για ιό Άγιο Πνεύμα, όταν τους έλεγε: «Καθίστε στην Ιερουσαλήμ μέχρι που να οπλιστείτε με δύναμη από τον ουρανό» (Λουκά κεφ. κδ' στίχος 49). Σε άλλη περίσταση τους έλεγε αυτά, που περιλαμβάνει το σημερινό μας Ευαγγέλιο.

«Εν δε τη εσχάτη ημερα τη μεγάλη της εορτής ειστήκει ο Ιησούς και έκραξε λέγων εάν τις διψεί, ερχέσθω προς με και πινέτω. ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της καρδίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος. Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν· ούπω γαρ ην Πνεύμα Άγιον, ότι Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη.

Πολλοί ούν εκ του όχλου άκούσαντες τον λόγον έλεγον ούτος εστίν αληθώς ο προφήτης. Άλλοι έλεγον μη γαρ εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται; ουχί η γραφή είπεν ότι εκ του σπέρματος Δαβίδ και από Βηθλεέμ της κώμης όπου ην Δαβίδ, ο Χριστός έρχεται; σχίσμα ουν εν τω όχλω εγένετο δι' αυτόν. Τινές δε ήθελον εξ αυτών πιάσαι αυτόν, αλλ' ουδείς επέβαλεν επ' αυτόν τας χείρας. Ήλθον ούν οι υπηρέται προς τους αρχιερείς και Φαρισαίους, και είπον αυτοίς εκείνοι· διατί ουκ ηγάγετε αυτόν; απεκρίθησαν οι ύπηρέται· ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος.

Απεκρίθησαν ούν αυτοίς οι Φαρισαίοι· μη και υμείς πεπλάνησθε; μη τις εκ των αρχόντων επίστευσεν εις αυτόν η εκ των Φαρισαίων; αλλ' ο όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον νόμον επικατάρατοί εισί!



Λέγει Νικόδημος προς αυτούς, ο ελθών νυκτός προς αυτόν, εις ων εξ αυτών· μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ' αυτού πρότερον και γνω τι ποιεί; απεκρίθησαν και είπον αυτώ· μη και συ εκ της Γαλιλαίας εί; ερεύνησον και ίδε ότι προφήτης εκ της Γαλιλαίας ουκ εγήγερται. Και επορεύθη έκαστος εις τον οίκον αυτού. Πάλιν ούν αυτοίς ο Ιησούς ελάλησε λέγων· εγώ ειμί το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ' έξει το φως της ζωής».
Την τελευταία μέρα της μεγάλης γιορτής στάθηκε ο Ιησούς και φώναξε δυνατά λέγοντας· όποιος διψά ας έρχεται σε μένα και ας πίνει. Όποιος πιστεύει σε μένα, όπως το είπε η Γραφή, θα τρέξουν από την καρδιά του ποταμοί ζωντανού νερού. Και το είπε αυτό για το Πνεύμα που θα έπαιρναν εκείνοι που θα πίστευαν Πνεύμα, επειδή ο Χριστός ακόμα δεν είχε δοξαστεί.

Πολλοί λοιπόν από το λαό, όταν άκουσαν το λόγο έλεγαν αυτός είναι αληθινά ο προφήτης. Άλλοι έλεγαν αυτός είναι ο Χριστός. Άλλοι έλεγαν μήπως από τη Γαλιλαίο έρχεται ο Χριστός; Μήπως δεν το είπε η γραφή πως από τη γενιά του Δαβίδ και από το χωριό Βηθλεέμ, που καταγόταν ο Δαβίδ, έρχεται ο Χριστός; Χωρίστηκαν λοιπόν οι γνώμες ανάμεσα στο λαό γι' αυτόν. Μερικοί δε από αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν άπλωσε χέρι επάνω του. Ήλθαν λοιπόν οι υπηρέτες στους αρχιερείς και τους Φαρισαίους και τους είπαν εκείνοι· γιατί δεν τον πιάσατε να τον φέρετε εδώ;

Αποκρίθηκαν οι υπηρέτες· ποτέ δε μίλησε έτσι άνθρωπος, όπως αυτός εδώ ο άνθρωπος. Οι Φαρισαίοι λοιπόν τους απάντησαν μήπως και σεις έχετε πλανηθεί; Είδατε κανένα από τους άρχοντες η από τους Φαρισαίους να πιστέψει σ' αυτόν; Όμως αυτός ο όχλος, που δε γνωρίζει το νόμο, πιστεύει σ' αυτόν και γι' αυτό είναι καταραμένοι.

Τότε τους λέγει ο Νικόδημος, που ήλθε στον Ιησού τη νύκτα και που ήταν ένας από αυτούς που τον πίστευαν. Μήπως μπορεί ο νόμος μας να κρίνει αυτό τον άνθρωπο, αν προηγουμένως δεν ακούσει τον ίδιο και μάθει τι ακριβώς κάνει; Τότε του αποκρίθηκαν και του είπαν μήπως και συ είσαι από τη Γαλιλαία; Ψάξε να δεις, πως κανένας προφήτης δεν έχει βγει ποτέ από τη Γαλιλαία. Και ο καθένας πήγε στο σπίτι Του. Πάλι ο Χριστός τους μίλησε και τους έλεγε· εγώ είμαι το φως του κόσμου· όποιος με ακολουθεί δε θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει μέσα του το φως της ζωής.


Γ' ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ

1. Στη γιορτή της Σκηνοπηγίας, οι Ισραηλίτες έριχναν συμβολικά νερό στο θυσιαστήριο, που πρόσφεραν τις θυσίες των ολοκαυτωμάτων (= όταν έκαιγαν ολόκληρο το θυσιαζόμενο ζώο). Ο Ιησούς Χριστός παίρνει αφορμή από αυτό και λέγει στον κόσμο: «όποιος διψάει, ας έρχεται σε μένα και ας πίνει». Αυτό το νερό είναι το Άγιο Πνεύμα, που θα έλθει στον κόσμο για να μας φωτίσει όλους να καταλάβουμε τις αιώνιες αλήθειες που ο Κύριος μας δίδαξε.

2. Το Άγιο Πνεύμα ίδρυσε, όπως ξέρουμε, την ημέρα της Πεντηκοστής την Αγία Εκκλησία μας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Κεφαλή του Σώματος είναι ο Ιησούς Χριστός. Μέλη του Σώματος είμαστε εμείς, όλοι οι άνθρωποι. Μέσα στην Εκκλησία, γινόμαστε όλοι οι άνθρωποι παιδιά του Θεού και έτσι ζούμε την αιώνια ζωή του «Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

3. Το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριά δος. Στο Σύμβολο της Πίστεως μας ομολογούμε: «Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των Προφητών». Ο Κύριος ονομάζει το Άγιο Πνεύμα «Παράκλητο». Γι' αυτό , όταν προσευχόμαστε στην Εκκλησία, λέμε: «Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών (= εσύ που γεμίζεις με την παρουσία σου τα πάντα). Στη θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας ο ιερέας με τις ευχές και τις διάφορες εκφωνήσεις τονίζει τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Στο ιερότερο σημείο της θείας Λειτουργίας, όταν ο ιερέας λέγει: «Τα σα εκ των σων...» παρακαλούμε το Θεό: «Κατάπεμψον (= στείλε) το Πνεύμα σου το Άγιον εφ' ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα». Κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα και με μυστηριακό τρόπο μεταβάλλει τον Άρτο και τον Οίνο σε Τίμιο Σώμα και Άχραντο Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

4. Ο καθένας μας από μικρός ακόμη πρέπει να ετοιμάζει τον εαυτό του, ώστε να δεχτεί μέσα του το Άγιο Πνεύμα. Να καθαρίζει τον εαυτό του από κάθε αμαρτία και να ζητεί στην προσευχή του τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν, πως ο σκοπός της ζωής κάθε ανθρώπου, είναι να λάβει μέσα του το Άγιο Πνεύμα. Τότε ο άνθρωπος, όπως έχουμε μάθει και από την Κατήχηση μας, πραγματοποιεί το θείο προορισμό του, που είναι η ένωση και η κοινωνία του στην αιώνια ζωή του Θεού.

Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:

«"Όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται (= οδηγούνται) ούτοι εισίν υιοί Θεού» (Ρωμαίους κεφ. η' στίχος 14).

E ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ

«Ευλογητός ει, Χριστέ, ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς το Πνεύμα το Άγιον, και δι' αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας, Φιλάνθρωπε, δόξα σοι» (Απολυτίκιο της Πεντηκοστής).

2. «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος (= από κάθε αμαρτία) και σώσον αγαθέ τα ψυχάς ημών» (Προσευχή της Εκκλησίας στο Άγιο Πνεύμα).



ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Οι τρεις Υποστάσεις του Θεού αποκαλύφθηκαν σταδιακά στην ανθρώπινη ιστορία. Ο άνθρωπος ανάλογα με την πνευματική ωριμότητά του κάθε φορά οδηγούνταν «από δόξης εις δόξαν»[1]. Άλλωστε η αποκάλυψη του Θεού αποτελεί αναμφίβολα θεία συγκατάβαση. Στην Π.Δ. φανερώνεται ο Πατήρ και αμυδρά γίνεται λόγος μέσω τύπων η συμβόλων για τον Υιό και για το Πνεύμα. Στην Κ.Δ. φανερώνεται η θεότητα του Υιού και αναφέρεται έμμεσα η ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος. Τέλος στην Πεντηκοστή φανερώνεται εν δόξη η θεότητα του Πνεύματος.

Ο άνθρωπος έπρεπε πρώτα να απαλλαχθεί από τη λατρεία της πολυθείας και στη συνέχεια να οδηγηθεί στην αποκάλυψη του Ενός και Τριαδικού Θεού, ώστε να κατανοήσει στην καρδιά του με πνευματική ασφάλεια την ύπαρξη του ενός Θεού με τις τρεις Υποστάσεις. Γεγονός, φυσικά, που δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο εξετάσεως της πεπερασμένης ανθρώπινης λογικής. Η δια της αγεννησίας, της γεννήσεως και της εκπορεύσεως διάκριση των θείων προσώπων δε διασαλεύει τη φυσική θεία ενότητα, ούτε λυμαίνεται την ενότητα της ενέργειας του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Κατά τους ιερούς Ισίδωρο Πηλουσιώτη και Κύριλλο Αλεξανδρείας η χάρη του Αγίου Πνεύματος χορηγείται στους πιστούς μέσω της Εκκλησίας. Αυτή είναι ο καινούριος ουρανός και η καινούρια γη. Όλα μέσα στην Εκκλησία δηλώνουν την παρουσία του Παρακλήτου. Το άυλο και θείο «πυρ» του Αγίου Πνεύματος φωτίζει και καθαρίζει τις ψυχές «εν επιγνώσει» της αληθινής θεογνωσίας. Η γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας, η Πεντηκοστή, είναι η χρονική στιγμή που το Άγιο Πνεύμα αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή των αποστόλων και γενικότερα των πιστών εν Χριστώ. Η πλήρης εμπειρία της χάριτος για τους Αποστόλους την ημέρα αυτή γίνεται εμπειρία θεώσεως, δια μέσου της οποίας οι δώδεκα μαθητές του Χριστού ικανώθηκαν να αντιληφθούν όλο το εύρος της αλήθειας, δηλαδή για το ποιος είναι πραγματικά ο Χριστός. «Ήταν μία εμπειρία, η οποία χάρισε στους Αποστόλους διαύγεια αντιλήψεως, κατανόηση, νηφαλιότητα και εσωτερική ειρήνη»[2].

Την Πεντηκοστή το Πνεύμα επιδαψιλεύει πλούσια τα χαρίσματά Του στους αποστόλους και στο σύνολο όσων πίστεψαν και βαπτίστηκαν στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Από τότε δρα στην Εκκλησία και αγιάζει τα ιερά Μυστήριά της μέσω των οποίων οι πιστοί ενώνονται με τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Αποτελούν έτσι ένα σώμα με κεφαλή τον νέο Αδάμ τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Το Πνεύμα έχει σκοπό να συνεχίσει το έργο του Χριστού και να οδηγήσει τους πιστούς εις «πάσαν την αλήθειαν»[3]: «ου γαρ κατέληξεν αποκαλύπτων ημίν ο Μονογενής του καθ εαυτόν μυστηρίου την δύναμιν αποκαλύψας τοις πρώτοις εν αρχαίς· ενεργεί δε τούτο δια παντός, εν σπείρων εκάστω τον δια του Πνεύματος φωτισμόν, και χειραγωγών εις επίγνωσιν των υπέρ νουν και λόγον τους αγαπώντας αυτόν»[4].

Το Πανάγιο Πνεύμα με τη φανέρωσή Του την ημέρα της Πεντηκοστής θέτει το θεμέλιο λίθο στην ίδρυση της Εκκλησίας του Χριστού. Η επιδαψίλευση των ενεργειών και των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος παρέχεται μόνο σε όσους διάγουν βίο ενάρετο και ζουν εν Χριστώ. Φορείς των δωρεών του Πνεύματος γίνονται όσοι έχουν απαλλαχθεί από την έπαρση και την αλαζονεία, γιατί «η οίησις προκοπής εστιν εγκοπή»[5], κατά τα λεχθέντα του Ισιδώρου. Η τελική επιβράβευση για όσους διάγουν το βίο τους κατά το πρότυπο της ζωής και της διδασκαλίας του Χριστού και των αποστόλων θα έλθει στη Δευτέρα Παρουσία με την ανάσταση των σωμάτων, τα οποία «δια το θείω Πνεύματι μόνω λοιπόν είκειν»[6]. Τότε τα σώματα των πιστών «δοχεία μάλλον έσται του Πνεύματος»[7].

Κατά την Πεντηκοστή, λοιπόν, το Άγιο Πνεύμα φωτίζει και δαδουχεί τους μαθητές του Κυρίου, για να κατανοήσουν πλήρως όσα διδάχθηκαν από το Χριστό και να τα κηρύξουν σε ολόκληρη την Οικουμένη. Γίνονται με τον τρόπο αυτό τηλαυγείς φάροι, που με το φως του σωτήριου λόγου θα αποδιώξουν το έρεβος της πλάνης του διαβόλου, «... ιδιώται όντες και αγράμματοι, της θείας εμπεπλησμένοι σοφίας, και των διαλεκτικών και των ρητόρων εκράτησαν»[8]. Την ημέρα αυτή δίδεται καθ ολοκληρίαν η χάρη του Πνεύματος, η οποία έφερε τη βασιλεία του Θεού στις καρδιές των ανθρώπων όλων των εθνών. Το Άγιο Πνεύμα, υπογραμμίζει ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, «εν πυρί τοις αποστόλοις εδίδοτο»[9].

Σκοπός εμάς των χριστιανών είναι να προσπαθούμε να δεχόμαστε την καλή αλλοίωση που θα μας φέρει η Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η φωτιά Του θα μας απαλλάξει από τη σκουριά της αμαρτίας και θα μας χαρίσει ξανά την ψυχική και σωματική λάμψη της αρχέγονης καταστάσεως μας.
--------------------------------------------------------------------------------

[1] Β΄ Κορ. 3, 18.

[2] Ἀ. Καρακαλλίνου, ἱερομονάχου, Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν - Πρόσκληση στούς Πεντηκοστιανούς μέ ἑρμηνεία τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων, ἐκδ. Μακρυγιάννη, Κοζάνη 2006, σ. 104.

[3] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐξήγησις Ὑπομνηματική εἰς τό κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιον, Χ, P.E. Pusey, Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, vols II, Bruxelles 19652, σ. 62517 (=PG 74, 440C). Συναφῶς βλ. τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἁγίας τε καί ὁμοουσίου Τριάδος, ΣΤ΄, G.M. de Durand, SC 246, 5931, 62847 (=PG 75, 1012Α, 1072B).

[4] Tοῦ ἰδίου, Εἰς Ἰωάννην, ΧΙ, ΙΒ΄, Pusey, vol. ΙΙΙ, σ. 1310-15 (=PG 74, 576D).

[5] Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου, Ἐπιστ. IV, ΣΤ΄ - Ἐπιμάχῳ Ἀναγνώστῃ, PG 78, 1053C.

[6] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. III, ΟΖ΄ - Ἰσιδώρῳ Διακόνῳ, PG 78, 785A.

[7] Αὐτόθι.

[8] Ἰσιδώρου, Ἐπιστ. ΙΙΙ, ΤΜΕ΄ - Ἀποκρᾷ Σοφιστῇ, PG 78, 1004A.

[9] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. Ι, ΥϞΔ΄ - Τιμοθέῳ Ἀναγνώστῃ, PG 78, 453A.

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Το γεγονός της Πεντηκοστής μεταξύ άλλων φανερώνει ότι ένα από τα πρώτα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος είναι η δυνατότητα της επικοινωνίας. Ο άνθρωπος...[19/5/2010]