12.5.08

ΣΕΞ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ














Η γυναίκα, η οποία ως ευυπόληπτη σύζυγος ήταν αποκλεισμένη από τη δημόσια ζωή και περιορισμένη στο χώρο του σπιτιού, εμφανίζεται στην αγγειογραφία σε ερωτικές συνευρέσεις ή συναλλαγές με άνδρες μέσα από το θεσμό του αγοραίου έρωτα, της πορνείας. Οι πόρνες (από το ρήμα πέρνημι = διαθέτω με αντάλλαγμα, πουλώ) ήταν κυρίως δουλοπάροικοι, αιχμαλωτες πολέμου, απελεύθερες ή μέτοικοι (σε ελάχιστες περιπτώσεις και Αθηναίες πολίτισσες των οποίων η κακή οικονομική κατάσταση και οι συγκυρίες δεν διασφάλιζαν κάποια καλύτερη τύχη) και εργάζονταν είτε σε δημόσια πορνεία τα οποία είχαν δημιουργηθεί ήδη από τα χρόνια του Σόλωνα, είτε σε ιδιωτικούς οικίσκους και χαμαιτυπεία (το πορνικόν τέλος, ο φόρος δηλαδή που πλήρωναν οι πόρνες, ήταν από τα σημαντικά έσοδα του κράτους) είτε στο ύπαιθρο και τους δρόμους ως φθηνότερες πόρνες που ονομάζονταν λεωφόροι (Εχει βρεθεί υπόδημα λεωφόρου στο οποίο τα καρφιά σχηματίζουν τη λέξη “ακολούθει” έτσι ώστε με το αποτύπωμα της λέξης στο μαλακό χώμα να επιτυγχάνεται χωρίς πολλές κουβέντες η συνενόηση και η άγρα πελατών).
Οι εικαστικές παραστάσεις με θέμα την πορνεία είναι συχνές και απεικονίζουν άλλοτε προκαταρκτικές διαδικασίες όπως επίσκεψη σε πορνείο, γνωμοδότηση πελάτη, παζάρι, πληρωμή με προτεινόμενο βαλλάντιο, προσφορά δώρων όπως θηράματα, μυροδοχεία, αστράγαλοι (πέτρες παιγνιδιού με αφροδισιακό νόημα) και άλλοτε αυτή καθαυτή τη γενετήσια πράξη. Συχνή είναι η απεικόνιση καλοντυμένης πόρνης να κρατά αδράχτι και να γνέθει (σύμβολα άψογης ευυπόληπτης αστής) ως στοιχείο γυναικείου καθωσπρεπισμού,ελκτικής δύναμης θηλυκότητας και αντιστάθμισμα για την πραγματικά χαμηλή κοινωνική της υπόληψη.
Ανδρική πορνεία υπήρχε αλλά δεν έχαιρε καμμίας κοινωνικής υπόληψης και οι απεικονίσεις με αντίστοιχα θέματα είναι ελάχιστες.
Η ανώτερη πορνεία που ασκούσαν οι εταίρες δεν ήταν η ταχεία ικανοποίηση της σωματικής ανάγκης που ζητούσε κάποιος σε ένα πορνείο, αλλά ένας ψυχαγωγικός ερωτισμός που έχαιρε κοινωνικής εκτίμησης και συνεχούς φήμης.Η φήμη των εταιρών δεν οφειλόταν μόνο στα ιδιαίτερα προσόντα τους, σωματικά και πνευματικά, ούτε στη οικονομική τους επιφάνεια, αλλά και στίς βαθύτατες σχέσεις τους με επιφανή πρόσωπα της κοινωνίας στα οποία ασκούσαν και από τα οποία δέχονταν ιδιαίτερη επίδραση (Ασπασία-Περικλής, Λαΐς-Απελλής, Λαΐς-Διογένης, Φρύνη-Υπερείδης, Φρύνη-Πραξιτέλης, Τιμάνδρα-Αλκιβιάδης, Λεόντιον-Επίκουρος αποτελούν λίγα από τα πολλά διάσημα ζευγάρια εταιρών κι επιφανών ανδρών).
Οι εταίρες ήταν πόρνες ιδιαίτερης καλλονής, υψηλού επιπέδου (και αντίστοιχα υψηλής αμοιβής) συχνά Ιωνικής ή Αιολικής προέλευσης (περιοχές όπου οι γυναίκα απολάμβανε κάποια υψηλότερη κοινωνική θέση και είχε κάποιο δικαίωμα στη μόρφωση), με γνώσεις μουσικής και χορού, με καλούς τρόπους και συνήθως προσέφεραν τις υπηρεσίες τους κατά τη διάρκεια του τυπικού ελληνικού προτύπου της ανδρικής ψυχαγωγίας, του συμποσίου, χορεύοντας, τραγουδώντας, παίζοντας αυλό συμμετέχοντας σε συζητήσεις και παρέχοντας ερωτικές υπηρεσίες κυρίως κατά τη διάρκεια του κώμου. Ο “κώμος”, το τελευταίο και χαλαρότερο μέρος του συμποσίου κατά το οποίο οι κωμαστές παρασύρονταν σε ερωτικές εντάσεις και σεξουαλικές περιπτύξεις αποτελεί το πλουσιότερο πεδίο για τους αγγειογράφους της εποχής που αναζητούσαν απεικονίσεις πλούσιες σε αφηγηματικό περιεχόμενο και εικαστική δράση. Το εύρος των παραστάσεων εκτείνεται από τη συγκρατημένη τρυφερότητα μέχρι την απώτατη αισθησιακή ηδονή και από τη θωπεία μέχρι το άνευ όρίων αχαλίνωτο ομαδικό σεξ. Η οπτική σήμανση των σκηνών ως κώμων επιτυγχάνεται και με ένα πλήθος παραπληρωματικών στοιχείων όπως κλίνες συμποσίου, αναρτημένες θήκες αυλών, καλάθια φαγητών, λεκάνες νερού, καθώς και μέσα από παιγνίδια με ”όλισβους” (δερμάτινους φαλλούς), δαφνοστεφανομένους συμποσιαστές και συμμετοχή ανδρών και γυναικών στον “κότταβο” (παιγνίδι εκσφενδόνισης του υπολοίπου του κρασιού). Απεικονίζονται όλοι οι τρόποι γενετήσιας επικοινωνίας με ποικιλία και φαντασία στους τρόπους συνεύρεσης (συνουσία δια του κόλπου, δια του πρωκτού, πεολειχία, ομαδικό σεξ κ.α.).
Για να αντιληφθούμε τη στενή σχέση ανάμεσα στο πολιτικό-κοινωνικό πλαίσιο και την απεικόνιση της προσωπικής ζωής αξίζει να αναφερθούμε στη μεταβολή που υφίσταται η απεικόνιση σκηνών με εταίρες με την αλλαγή του αιώνα και των κοινωνικών απαιτήσεων: Κατά τον 6ο αιώνα άνδρες και γυναίκες ενώνονται ιστάμενοι ή αγκαλιάζονται καθισμένοι ο ένας πάνω στον άλλον σε μετωπική συνήθως στάση, με τα βλέμματα να διασταυρώνονται. Από τις αρχές του 5ου αιώνα η γυναίκα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, απεικονίζεται σε στάση ταπεινοπρεπή, αποκλείεται από την οπτική συμμετοχή στα τεκταινόμενα και υποβιβάζεται σε ένα ρόλο σεξουαλικού αντικειμένου. Δεν είναι τυχαίο οτι η μεταβολή αυτή στην απεικόνιση συντελείται ταυτόχρονα με τη νεοιδρυθείσα Δημοκρατία και τους Περσικούς πολέμους, μια εποχή κατά την οποία οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες επιβάλλουν στον άνδρα ενισχυμένες ευθύνες και ολοκληρωτική κατάθεση με σώμα και ζωή, ενώ στις γυναίκες ενισχύουν την απομόνωσή τους και τον αποκλεισμό τους από τον δημόσιο χώρο.
Οι βασικές περιοχές της κοινoτικής σεξουαλικής ζωής των Αρχαίων ήταν: ο Γάμος, η Πορνεία και η Παιδεραστία. Στο θρησκευτικό επίπεδο συναντάμε τον λατρειακό σεβασμό του φαλλού, όπως και άλλες σεξουαλικές τελετουργίες στη λατρεία και τα μυστήρια γονιμότητας. Μέρος της σεξουαλικότητας στην περιοχή της θρησκείας ήταν και η Ιεροδουλεία, μία μορφή τελετουργικής πορνείας των ναών με ανατολική προέλευση, που σκόπευε επιπλεόν στην αύξηση των εσόδων του ναού.
Η ανδροκρατούμενη αρχαία ελληνική κοινωνία δεν έδινε ανάλογες επιλογές και διεξόδους στην γυναικεία σεξουαλικότητα. Για την ανύπανδρη γυναίκα δεν υπήρχε ανάλογη ανεκτικότητα σε τέτοιες συμπεριφορές σε αντίθεση με τον άνδρα, τουλάχιστο μέχρι την ηλικία του γάμου, κάπου στα 30 χρόνια του. Γενικά, από έναν παντρεμένο άνδρα ανέμεναν να παραιτείται από εξωσυζυγικές σχέσεις είτε επρόκειτο για σχέση με πόρνες είτε για παιδεραστική γενετήσια επικοινωνία.
Kάθε έρευνα για τη σεξουαλικότητα των Ελλήνων, επειδή οι σχετικές πηγές κειμένων και εικαστικών παραστάσεων είναι σχεδόν αποκλειστικά αττικής προελεύσεως, αντικατροπτρίζει τις αντίστοιχες συνήθειες γεωγραφικά, καθώς οι μαρτυρίες από άλλα ελληνικά κέντρα παραμένουν σποραδικές και μεταξύ τους ασύμφωνες