28.2.10

Ο Ευαγγελισμό της Θεοτόκου



Η 25η Μαρτίου είναι μία μεγάλη γιορτή και ταυτόχρονα μία μεγάλη Εθνική Επέτειος. Γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την χαρμόσυνη δηλαδή είδηση της γέννησης του Ιησού Χριστού, που έφερε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παρθένο Μαρία.
Η λέξη Ευαγγελισμός σημαίνει αναγγελία χαρμόσυνης είδησης και ετυμολογικά προέρχεται από το ευάγγελος (=ευ+άγγελος , αγγέλω)
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου περιγράφεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (1:26-38) :
26 Εν δε τώ μηνί τώ έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ από τού Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ή όνομα Ναζαρέτ 27 προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ώ όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. 28 και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού ευλογημένη σύ εν γυναιξίν. 29 η δε ιδούσα διεταράχθη επί ώ λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος. 30 και είπεν ο άγγελος αυτή Μή φοβού, Μαριάμ εύρες γάρ άριν παρά τώ Θεώ. 31 και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. 32 ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ τού πατρός αυτού, 33 και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος. 34 είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; 35 και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού. 36 και ιδού Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνεληφυία υιόν εν γήρει αυτής, και ούτος μην έκτος εστίν αυτή τή καλουμένη στείρα 37 ότι ουκ αδυνατήσει παρά τώ Θεώ πάν ρήμα. 38 είπεν δε Μαριάμ Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου. και απήλθεν απ' αυτής ο άγγελος.

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά, το γεγονός του Ευαγγελισμού συνέβη στη Ναζαρέτ, ένα μικρό χωριό. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με εντολή του Θεού, εμφανίζεται στην Μαρία και της απευθύνει ένα πρωτόγνωρο για τη ηλικία του κοριτσιού, χαιρετισμό: “Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου, ευλογημένη συ εν γυναιξί”. Λουκάς α:28. Έτσι ξεκινάει το σχέδιο του Θεού, ένα σχέδιο που υπήρχε “προ καταβολής κόσμου”, για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Το νεαρό κορίτσι, η Μαρία, διερωτάται: "ποταπός είη ο ασπασμός ούτος", δηλαδή αν είναι θείας ή εκ του πονηρού η προέλευση του χαιρετισμού αυτού.
Τότε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της απαντάει: "Μη φοβού Μαριάμ, διότι εύρες χάριν παρά τω Θεώ. Και ιδού, θέλεις συλλάβει εν γαστρί και θέλεις γεννήσει υιόν και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος θέλει είσθαι μέγας και Υιός Υψίστου θέλει oνομασθή και θέλει δώσει εις αυτόν Κύριος ο Θεός τον Θεόν Δαβίδ του Πατρός αυτού. Και θέλει βασιλεύσει επί τον οίκον του Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας Αυτού δεν θέλει είσθαι τέλος”. Λουκάς α:30-33 "
Η Παρθένος Μαρία τότε διερωτάται: "Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;που σημαίνει: "πως θα γίνει αυτό, αφού ως τώρα δεν έχω συζυγικές σχέσεις", και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της εξηγεί ότι: "Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού". Λουκάς α:35. Σε αυτό το σημείο αναγνωρίζονται ενεργά τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας: Ο Πατέρας (δύναμις υψίστου), ο Υιός (υιός Θεού) και το Άγιο Πνεύμα (Πνεύμα άγιον επελεύσεται).
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ δίνει, έτσι, την είδηση στην Παρθένο Μαρία αλλά δεν φεύγει. Η αποστολή του δεν έχει ακόμα τελειώσει και περιμένει. Περιμένει τη συγκατάθεση της Μαρίας. Η μητρότητα, δηλαδή, είναι θεληματική και για τον Λουκά δείχνει ότι ούτε μια τέτοια σπουδαία ενέργεια του Θεού δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο το χάρισμα της συνδημιουργίας.
Η Μαρία δίνει την συγκατάθεσή της λέγοντας: "Ιδού η δούλη του Κυρίου. Γένοιτο εις εμέ κατά τον Λόγον Σου". Λουκάς α:35-38

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι από τις μεγαλύτερες γιορτές της Εκκλησίας μας. Είναι ημέρα χαράς και ελπίδας και γιορτάζεται πανηγυρικά από τον απανταχού Ελληνισμό.


Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, περιγράφεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον 1:26-38:

26 Εν δε τώ μηνί τώ έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ από τού Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ή όνομα Ναζαρέτ 27 προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ώ όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. 28 και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού ευλογημένη σύ εν γυναιξίν. 29 η δε ιδούσα διεταράχθη επί τώ λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος. 30 και είπεν ο άγγελος αυτή Μή φοβού, Μαριάμ εύρες γάρ χάριν παρά τώ Θεώ. 31 και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. 32 ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ τού πατρός αυτού, 33 και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος. 34 είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; 35 και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού. 36 και ιδού Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνεληφυία υιόν εν γήρει αυτής, και ούτος μην έκτος εστίν αυτή τή καλουμένη στείρα 37 ότι ουκ αδυνατήσει παρά τώ Θεώ πάν ρήμα. 38 είπεν δε Μαριάμ Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου. και απήλθεν απ' αυτής ο άγγελος.

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά το γεγονός του Ευαγγελισμού έλαβε χώρα στη Ναζαρέτ, το ασήμαντο αυτό χωριό που δεν συναντάμε ούτε στην Παλαιά Διαθήκη, ούτε στο Ταλμούδ, ούτε στα κείμενα του Ιώσηπου. Η περιφρονημένη αυτή περιοχή, από την οποία οι άνθρωποι σκέπτονταν αν δύναται τι αγαθόν είναι; (Ιωάν. 1:46), αποτελεί την πατρίδα των γονέων της Μαρίας (Μαριάμ) και της ίδιας της μητέρας του Ιησού και πιθανόν και του μνήστορος Ιωσήφ. Τελικά όμως, η Ναζαρέτ τιμήθηκε ιστορικά ως η ιδιαίτερη πατρίδα του Ιησού Χριστού, του επονομαζόμενου και "Ναζωραίου".
Σύμφωνα με την παράδοση και στοιχεία που αντλούνται από πολλά απόκρυφα κείμενα, το κορίτσι που έμελλε να γίνει η μητέρα του Ιησού Χριστού, έζησε σ' ένα φτωχικό σπίτι της Ναζαρέτ, όπου η καθημερινή ζωή της περιελάμβανε μεταξύ άλλων, τις πνευματικές ενασχολήσεις που επέβαλλε το τυπικό της ιουδαϊκής θρησκείας (προσευχή, μελέτη των Γραφών, συμμετοχή στις λατρευτικές εκδηλώσεις της Συναγωγής). Ο Λουκάς άλλωστε, περιγράφει τη Μαρία ως μια ευσεβή Ιουδαία (Λκ. 2:22, 27, 39).

Τον έκτο μήνα από την σύλληψη του Προδρόμου, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, σταλμένος από τον θεό, συναντά την Μαρία στο μέρος όπου διέμενε και της απευθύνει τον χαιρετισμό: "Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου". Το "χαίρε" του αγγέλου δεν είναι ένας απλός χαιρετισμός, αλλά θυμίζει τις επαγγελίες για την έλευση του Κυρίου στην αγία πόλη του (π.χ. "Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ· ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι..." Ζαχ. 9:9).

Στον χαιρετισμό αυτό, η Μαρία αντιδρά φυσιολογικά για ένα κορίτσι περίπου δεκατεσσάρων ετών, που θα είχε σχεδόν μηδενικές κοινωνικές συναναστροφές. Οι λέξεις του Γαβριήλ "κεχαριτωμένη", "ευλογημένη συ εν γυναιξίν" δεν από αυτές που συνήθιζε να ακούει ένα κορίτσι αντίστοιχης ηλικίας και κοινωνικής θέσης. Αρχίζει έτσι να διερωτάται "ποταπός είη ο ασπασμός ούτος", δηλ. ποιας προέλευσης (θείας ή μή) ήταν αυτός ο χαιρετισμός, συνετιζόμενη ίσως από το παράδειγμα της σχετικής εμπειρίας που είχε η Εύα στον παράδεισο.
Ο άγγελος, βλέποντας τον δισταγμό της, την καθησυχάζει με τη φράση "Μή φοβού", που παρόμοιες συναντάμε συχνά στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη σε γεγονότα θείων αποκαλύψεων (Μτ. 1:20, 14:27 -Μκ. 5:36 -Λκ. 1:13, 1:30, 2:10 - Ιησ. 1:9, Κρ. 6:23, Ιερ. 1:8, Δαν. 10:12 κ.ά.). Αμέσως μετά της δηλώνει ότι βρήκε χάρη από το Θεό, πράγμα που δείχνει πως η Μαρία συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα σε εκείνα τα πρόσωπα που έγιναν αποδέκτες της εύνοιας του Θεού (Γέν. 6:8, Έξ. 33:13 κ.ά.).

Ακολούθως, ο Γαβριήλ φανερώνει το περιεχόμενο της ευαγγελίας του. Η Μαρία πρόκειται να φέρει στον κόσμο ένα γιο τον οποίο θα ονομάσει Ιησού και ο οποίος "έσται μέγας" και θα αναγνωριστεί από όλους ως "υιός υψίστου". Για να δηλωθεί πως ο υιός αυτός θα είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, αναφέρει την καταγωγή του εκ του Δαυίδ όπως προείπαν οι προφήτες και το αιώνιο της Βασιλείας του κατά τον Δανιήλ: "δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ τού πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος" (βλ. 2Σαμ. 7:12 - Ησ. 9:6-7 - Δαν. 2:44, 4:3, 6:26, 7:14).

Αμέσως μετά, η Μαρία εφράζει μια εύλογη απορία, που δείχνει ότι ο Λουκάς αποδίδει μεγάλη σημασία στην παρθενία της Μαρίας, όπως και σ' όλο του το έργο άλλωστε ενδιαφέρεται για την εγκράτεια (Λκ 2:36, 14:26, 18:29) και για την παρθενία (Πραξ. 21:9). Αναφέρει βέβαια το γάμο της Μαρίας με τον Ιωσήφ (Λκ 1:27, 2:5), γιατί βλέπει στο γεγονός αυτό τη βάση της μεσσιανικής νομιμότητας του Ιησού (3:23 εξ) καθώς η αποκάλυψη του θεού, ανταποκρίνεται πάντοτε στα συγκεκριμένα δεδομένα της ιστορίας. Ο "γάμος" της με τον Ιωσήφ έδωσε την αναγκαία νομιμότητα στα γεγονότα που επακολούθησαν, χωρίς καμιά υποψία και μομφή. Μέσα στο μυστήριο αυτό της γέννησης του Ιησού, πίσω από το ιστορικό και κοινωνικό προσκήνιο, υπάρχει και μια άλλη αλληλουχία πραγμάτων, εκείνη που ανήκει σε μιας άλλης φύσεως πραγματικότητα, που δεν είναι θεατή και αποδεκτή από όλους. Στα ιερά κείμενα η αλληλουχία αυτή εκφράζεται με την επισήμανση ότι ο Ιησούς ήταν μόνο "ο υιός της Μαρίας" και απλώς "ενομίζετο" ως υιός του Ιωσήφ (Λκ. 3:23).

Ο Λουκάς λοιπόν τονίζει για τη νεαρή σύζυγο ότι είναι παρθένος και αυτό φαίνεται από την αντίρρηση που απευθύνει στον άγγελο, όταν της αναγγέλλει ότι θα γίνει η μητέρα του Μεσσία: "Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;" που σημαίνει: "πως θα γίνει αυτό, αφού ως τώρα δεν έχω συζυγικές σχέσεις". Ο Λουκάς υπαινίσσεται πως η Μαρία ρωτάει όχι από απιστία αλλά για να μάθει τον τρόπο, αφού την ερώτησή της δεν ακολουθεί κάποιο αντίστοιχο επιτίμιο όπως στον Ζαχαρία που έδειξε να μην πιστεύει την γέννηση του Προδρόμου (Λκ. 1:20). Καταλαβαίνει ίσως η Μαρία πως θα γίνει αμέσως μητέρα, όπως άλλωστε συνέβει στη μητέρα του Σαμψών που συνέλαβε μόλις ο άγγελος της ανήγγειλε τη μητρότητα της (Κρ. 13:5-8). Το ερώτημά της Μαρίας, οδηγεί τον Γαβριήλ να της αναγγείλει την παρθενική σύλληψη του Ιησού με τρόπο υπερφυσικό. Για την πλειοψηφία των χριστιανών, ο στίχος "Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού'' ερμηνεύεται "Τριαδολογικά", που σημαίνει ότι αναγνωρίζονται στον στίχο αυτόν δρώντα τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας: Ο Πατέρας (δύναμις υψίστου), ο Υιός (υιός Θεού) και το Άγιο Πνεύμα (Πνεύμα άγιον επελεύσεται).
Κατόπιν, ο άγγελος συνεχίζει, και ως πιστοποίηση της δύναμης του Θεού για το θέμα αυτό της σύλληψης, φέρνει το παράδειγμα της Ελισσάβετ η οποία αν και ήταν σε προχωρημένη ηλικία ήταν ήδη στον έκτο μήνα της κυοφορίας της.

Στο τέλος της Ευαγγελικής περικοπής, ένα σημαντικό, θεολογικό μήνυμα περιέχεται: ο Γαβριήλ τελείωσε μεν την ευαγγελία του προς την Παρθένο, όχι όμως και την αποστολή του. Περιμένει τη συγκατάθεση της Μαρίας. Για τον Λουκά, ούτε μια τέτοια σπουδαία ενέργεια του Θεού δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο το χάρισμα της συνδημιουργίας: "Ευτυχισμένη Μαρία, ο κόσμος όλος περιμένει τη συγκατάθεσή σου" αναφέρει ο ιερός Αυγουστίνος. Πράγματι, η μητρότητα αυτή είναι θεληματική. Μπροστά στην απροσδόκητη κλήση που της αναγγέλλει ο Γαβριήλ, η Μαρία ενδιαφέρεται να καταλάβει το κάλεσμα του Θεού. Οταν η Μαρία διαφωτίζεται πλήρως, δέχεται, και η διακονία της, είναι προπάντων ελευθερία.

Ευαγγελισμός και Εκκλησία
Αν εωρηθεί ότι τα πιο επείγοντα ζητήματα που απασχόλησαν τους μαθητές του Χριστού ήταν η δημόσια δράση του Ιησού, από τη Βάπτιση του ως το Πάσχα, καταλαβαίνουμε για πιο λόγο το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο αγνοεί τις διηγήσεις για την παιδική ηλικία του Ιησού και αρκείται να μνημονεύσει δύο φορές τη μητέρα του (Μκ 3:31-35, 6:3).
Στoν Ματθαίο, οι διηγήσεις αυτές υπάρχουν, αλλα εξιστορούνται με επίκεντρο τον Ιωσήφ ως απόγονο του Δαβίδ, που δέχεται τα ουράνια μηνύματα και δίνει το όνομα Ιησούς στο παιδί της Παρθένου (1:18-25).
O Λουκάς είναι εκείνος που φωτίζει πλήρως τη Μαρία, τη μητέρα του Ιησού στο γεγονός του Ευαγγελισμού αλλά και αλλού (βλ. Πραξ 1, 14).
Αν στα παραπάνω προσθέσουμε τις αναφορές του Ιωάννη που τοποθετεί την Μαρία να πλαισιώνει τη δημόσια ζωή του Ιησού σε δύο περιπτώσεις (στην Κανά και στον Γολγοθά) παρατηρείται μια προοδευτική συνειδητοποίηση από την Εκκλησία του ρόλου της Μαρίας ως μέρος του μυστηρίου του Ιησού, που εξελίσσεται αχώριστα από τη γυναίκα που τον γέννησε.
Ο Ευαγγελισμός στα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα
Καθώς τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια επικεντρώνουν την προσοχή τους στα βασικά γεγονότα της ζωής, του θανάτου και της ανάστασης του Χριστού και στο μήνυμα που απορρέει από τα γεγονότα αυτά, για τη Μαρία δεν γίνεται λόγος αυτοτελώς, αλλά πάντα σε σχέση με τον Ιησού οπότε και οι βιογραφικές πληροφορίες των Ευαγγελίων είναι περιορισμένες. Στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πολλές βιογραφικές πληροφορίες για την Μαρία προέρχονται από τα λεγόμενα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα.

Το αρχαιότερο και σημαντικότερο από τα απόκρυφα, το ονομαζόμενο Πρωτευαγγέλιον Ιακώβου προέρχεται από το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα, πιθανώς από την Αίγυπτο.
Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, ένας άγγελος ευαγγελίζεται τη Μαρία, ενώ βρίσκεται στο φρέαρ με το σταμνί της, ότι θα συλλάβει με τη δύναμη του Θεού και θα γεννήσει γιο. Η σκηνή αυτή ονομάζεται "Ευαγγελισμός παρά το φρέαρ" και επαναλαμβάνεται όταν η Μαρία επέστρεψε στο σπίτι της. Το γεγονός υποτίθεται ότι συνέβει όταν ήταν δεκαέξι ετών.

Επίσης, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, περιγράφεται αλλά με ποιο έντονο και μυστηριώδη τρόπο, στο απόκρυφο Ευαγγέλιο Βαρθολομαίου, του 4ου μ.Χ. αιώνα:


Συγκεντρώνονται οι απόστολοι για να ρωτήσουν πως συνέλαβε η Μαρία τον Κύριο. Διστάζουν όμως και τελικά την πλησιάζει ο Βαρθολομαίος και τη ρωτάει "πως συνέλαβες τον ασύλληπτο, πως βάσταξες αυτόν που είναι αβάσταχτος;". Ή Μαρία απαντά ότι την πλησίασε ο άγγελος και τότε "το καταπέτασμα του Ναού σχίστηκε και έγινε ένας πολύ μεγάλος σεισμός [...] Εκείνος άπλωσε το χέρι του και με σήκωσε. Κοίταξα ψηλά στον ουρανό και ήρθε ένα σύννεφο δροσιάς και με ράντισε [...]".

Ο άγγελος τότε πήρε ένα ψωμί "και το έβαλε πάνω στο βωμό του ναού και έφαγε απ' αυτό πρώτα ο ίδιος και έδωσε επίσης και σε μένα [...] και...ένα ποτήρι γεμάτο κρασί και ήπιε πρώτα ο ίδιος και έδωσε κατόπιν σε μένα".

Καθώς η Μαρία έλεγε αυτά "εμφανίσθηκε όμως ο Κύριος ξαφνικά και είπε στη Μαρία. Μη φανερώσεις τούτο το μυστήριο, ειδάλλως ολόκληρη η κτίση σήμερα θα φτάσει στο τέλος της".
Στη διάρκεια των αιώνων, από το σύνολο των απόκρυφων κειμένων, άλλα καταδικάστηκαν από την Εκκλησία και άλλα, παρά το ότι συγκρινόμενα προς τα κανονικά Καινοδιαθηκικά κείμενα υπολείπονταν σαφώς από πλευράς θεολογικής εμβάθυνσης, έγιναν αγαπημένα λαϊκά αναγνώσματα ή ενέπνευσαν έργα τέχνης όπως οι σκηνές από την παιδική ηλικία της Μητέρας του Ιησού και την κοίμησή της. Παρόλα αυτά, το σύνολο των αποκρύφων δεν προσφέρει ουσιαστικά κανένα νέο στοιχείο, αλλά κυρίως αναλύει γεγονότα που δεν τυγχάνουν εκτεταμένης αναφοράς στα κανονικά Ευαγγέλια.

ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ - ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ


ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ - ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ
Στην αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής, στο μεγάλο απόδειπνο των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών διαβάζεται χωρισμένος σε τέσσερα μέρη ο Μεγάλος Κανόνας και ολόκληρος την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών. Ψάλλεται σε ήχο πλ. β΄ που είναι ιδιαίτερα κατανυκτικός, εκφραστικός του πένθους και της συντριβής της καρδιάς
Μπορούμε να περιγράψουμε το κανόνα αυτό σαν ένα θρήνο μετάνοιας που μας μεταφέρει στο βάθος και στο πεδίο δράσης της αμαρτίας, κλονίζοντας τη ψυχή μας με την απόγνωση, τη μετάνοια και την ελπίδα. Με μιά μοναδική τέχνη ο Άγιος Ανδρέας συνυφαίνει τα μεγάλα βιβλικά θέματα: Αδάμ και Εύα, Παράδεισος και Πτώση, Πατριάρχες, Νώε και κατακλυσμός, Δαβίδ, Χώρα της Επαγγελίας και τελικά Χριστός και Εκκλησία, ομολογία των αμαρτιών και μετάνοια. Τα γεγονότα της ιερής ιστορίας παρουσιάζονται σαν γεγονότα της ζωής μου. Οι ενέργειες του Θεού στο παρελθόν αποβλέπουν σε μένα και στη σωτηρία μου, η τραγωδία της αμαρτίας και η προδοσία παρουσιάζονται σαν προσωπικά δική μου τραγωδία. Η ζωή μου παρουσιάζεται σαν ένα κομμάτι της μεγάλης πάλης ανάμεσα στο Θεό και τις δυνάμεις του σκότους που επαναστατούν εναντίον του.
Η πνευματική ιστορία του κόσμου είναι επίσης και δική μου ιστορία. Γίνονται για μένα μια πρόκληση με τα αποφασιστικά γεγονότα και τις πράξεις από το παρελθόν, που το νόημά τους και η δύναμή τους είναι αιώνια, γιατί κάθε ανθρώπινη ψυχή - μοναδική και ανεπανάληπτη - συγκινείται από το ίδιο δράμα, αντιμετωπίζει την ίδια τελικά εκλογή, ανακαλύπτει την ίδια πραγματικότητα.
Το έργο και ο σκοπός του Μεγάλου Κανόνα είναι να ξεσκεπάσει την αμαρτία και έτσι να μας οδηγήσει στη μετάνοια. Η αποκάλυψη αυτή, δεν γίνεται με ορισμούς και απαριθμήσεις, αλλά με μια βαθειά ενατένηση στη μεγάλη βιβλική ιστορία που είναι η ίδια η ιστορία της αμαρτίας, της μετάνοιας και της συγγνώμης.
Καταλαβαίνουμε ότι αμαρτία είναι, πρώτα απ' όλα, η άρνηση ότι η ζωή είναι προσφορά ή θυσία στο Θεό, με άλλα λόγια δηλαδή, η άρνηση ότι η ζωή έχει θεϊκό προσανατολισμό, ότι η αμαρτία, επομένως, είναι από τις ρίζες της, η παρέκκλιση της αγάπης μας από τον τελικό σκοπό της.
Για να καταλάβουμε σωστά τον Μεγάλο Κανόνα θα πρέπει να ξέρουμε την Αγία Γραφή και να έχουμε την ικανότητα να μεταφέρουμε τα νοήματά του στη ζωή μας.
<<Κανόνες>> στην εκκλησιαστική υμνογραφία λέγονται ύμνοι μεγάλοι, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται <<Ωδές>>. Κάθε <<Ωδή>> (σημαίνει άσμα θρησκευτικό, από το ρήμα άδω) αποτελείται από τον <<ειρμό>>, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα και βάση των στροφών που ακολουθούν, τα λεγόμενα τροπάρια (τρέπονται σύμφωνα με τον ειρμό).
Μέγας ονομάσθηκε για την έκτασή του, αποτελείται από εννέα ωδές, έντεκα ειρμούς (η β΄και η γ΄ ωδή έχουν από δύο ειρμούς) και 250 τροπάρια (25 η α΄ ωδή, 41 η β΄, 28 η γ΄, 29 η δ΄, 23 η ε΄, 33 η στ΄, 22 η ζ΄, 22 η η΄ και 27 η θ΄).
Συντάχθηκε από τον Άγιο Ανδρέα αρχιεπίσκοπο Κρήτης, ο οποίος γεννήθηκε γύρω στα 660 στη Δαμασκό. Έγινε μοναχός στα Ιεροσόλυμα και κληρικός στη Κωνσταντινούπολη. Ψηφίσθηκε μετά το 710 αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, κυρίως υμνογραφικό και ομηλιτικό.
Την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών, στα μοναστήρια ψάλλεται ολόκληρος την δ΄ ώρα της νύκτας, γύρω στα μεσάνυχτα και στους ενοριακούς ναούς το βράδυ της Τετάρτης μαζί με το μικρό απόδειπνο, της ίδιας εβδομάδας.
Το θέμα και το σκοπό του Κανόνα περιγράφει το συναξάρι της Ε΄ Εβδομάδας των Νηστειών: <<Ο ποιητής, με πλήθος αγιογραφικών ιστορημάτων και παραδειγμάτων, θετικών και αρνητικών, από την πλάση και τη πτώση του Αδάμ ως την Ανάληψη του Χριστού και τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητος από τους Αποστόλους, παρακινεί κάθε ψυχή να μιμείται τις καλές πράξεις, ν' αποφεύγει τις φαύλες και να καταφεύγει πάντα στο Θεό με μετάνοια, δάκρυα, εξομολόγηση και κάθε ευαρέστηση.>>

Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ


Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ
Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται <<Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης>>. Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς.
Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή τη κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μεχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.
Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, είναι η εμπειρία - περιορισμένη βέβαια - που αποκομίζουμε από την εντολή του Χριστού που ακούγεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής: <<όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του ας σηκώσει το σταυρό του, και έτσι ας με ακολουθεί>> (Μαρκ.8,34).
Αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε το σταυρό μας και ν' ακολουθήσουμε το Χριστό αν δεν ατενίζουμε το Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός είναι εκείνος που δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους. Αυτό μας εξηγεί το συναξάρι της Κυριακής:
Στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών, κατά κάποιο τρόπο, και μείς σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι' αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, για αναψυχή και υποστήριξή μας. Μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου και μας παρηγορεί.. Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο που, κατάκοποι, κάθονται για λίγο να αναπαυθούν. Με το ζωοποιό Σταυρό γλυκαίνει την πίκρα που νοιώθουμε από τη νηστεία, μας ενισχύει στη πορεία μας στην έρημο έως ότου φθάσουμε στην πνευματική Ιερουσαλήμ με την ανάστασή Του.. Επειδή ο Σταυρός λέγεται Ξύλο Ζωής και είναι εκείνο το ξύλο που φυτεύθηκε στον Παράδεισο, γι' αυτό και οι θείοι Πατέρες τοποθέτησαν τούτο στο μέσο της Σαρακοστής, για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή, να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε>>.

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Θέμελης) 3 ετης μνημοσυνο


Image and video hosting by TinyPic

Ο Χρυσόστομος (κατά κόσμον Αδάμ Θέμελης του Ζαφειρίου) ήταν Μητροπολίτης Μεσσηνίας.

Γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1918 στην Ιστιαία Εύβοιας. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από όπου αποφοίτησε με βαθμό πτυχίου «άριστα» το 1944. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1944, ιερέας - αρχιμανδρίτης το 1945 και επίσκοπος το 1957. Διετέλεσε Γραμματέας (1950-1952) και Αρχιγραμματέας (1952-1957) της Ιεράς Συνόδου, οπότε και επελέγη βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου το 1957. Διετέλεσε επίσης το 1945 Πρωτοσύγγελος και Ιεροκήρυκας της Μητρόπολης Γυθείου και Οιτύλου και από το 1945 μέχρι 1950 πρωτοσύγγελος, ιεροκήρυκας, κατηχητής και εξομολόγος της Μητρόπολης Μεσσηνίας. Από το 1950 μέχρι το 1957 ήταν γραμματέας και αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, και ιερατικός προϊστάμενος της εκκλησίας του Προφήτη Ηλία Καστέλας (Πειραιά) αρχικά και του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών αργότερα. Στη συνέχεια από το 1957 ήταν Αρχιερατικός επίτροπος του Πειραιά με τον τίτλο «επίσκοπος Θαυμακού» και το 1965 εξελέγη Μητροπολίτης Μεσσηνίας.

Ήταν επίτιμος διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Ως Μητροπολίτης Μεσσηνίας φρόντισε για την λειτουργία και αναδιοργάνωση των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, ανοικοδόμησε το Άσυλο Ανιάτων, ανακαίνισε όλες τις Μονές, θεμελίωσε και εγκαινίασε πολλούς Ναούς. Συνέγραψε πολλά βιβλία ιστορικού, λαογραφικού και εκκλησιαστικού περιεχομένου πολλά των οποίων έχουν ανατυπωθεί όπως:

«Η Ιερά Μητρόπολις Ευρίπου δια μέσου των αιώνων», 1952.
«Ποιμαντικαί ενασχολήσεις», 1952
«Γάμος και Διαζύγιον», 1953
«Λόγος εις τον Άγιον Απόστολον Παύλον και εις το έργο του εν Ελλάδι», 1963
«Εκκλησιαστικοί Κανονισμοί», 1963
«Ο Μέγας Αθανάσιος στην Υμνογραφία», 1973 κ.ά.
Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων (Καλαμάτα 1947), τακτικός εταίρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας Ελλάδος, τακτικό μέλος της Εταιρίας Ιστορικών Νεωτέρου Ελληνισμού και αντιπρόεδρος της Εταιρίας Ευβοϊκών Σπουδών (1978). Τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο της Μητρός των Εκκλησιών, με τον Ταξιάρχη Γεωργίου Α΄ (από τον Βασιλέα Παύλο), καθώς επίσης και με το Χρυσό Σταυρό των Ορθοδόξων Σταυροφόρων του Παναγίου Τάφου και με διεθνές παράσημο Φίλων του Προσκοπισμού.

Πέθανε στις 28 Φεβρουαρίου 2007 σε ηλικία 89 ετών. Κατά την ημερομηνία του θανάτου του ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο αρχαιότερος κατά τα πρεσβεία χειροτονίας.