10.12.10

ΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ


Στα χρόνια του βασιλιά Κομμόδου στα 270 μ.Χ. ήταν στην Αλεξάνδρεια ένας πολύ πλούσιος έπαρχος και ξακουστός άρχοντας, ο Φίλιππος.
Γυναίκα του ήταν η Κλαυδία, είχε δυο γιους και μια κόρη, την Ευγενία, που είχε ευγένεια ψυχής και ασύγκριτη ομορφιά ψυχής και σώματος. Ο πατέρας της είχε την εξoυσία ολόκληρης της Αι­γύπτου. Αv και ήταν ειδωλολάτρης, κυβερνούσε δίκαια το λαό του. Αγαπούσε τους καλούς και τι­μωρούσε αυστηρά τους κακούς. Έδιωχνε απ' την επαρχία του τους μάντεις και τους Ιου­δαίους. Πολλούς τους σκότωνε δίκαια, τους χρι­στιανούς δεν τους μισούσε, γιατί ήξερε ότι ήταν καλοί και συνετοί, γι' αυτό τους εκτιμoύσε. Αλλά σύμφωνα με τη διαταγή του βασιλιά, δεν τους ά­φηνε να κατοικούν μέσα στην πόλη, αλλά έξω από το τείχος.



Επιμελημένη μόρφωση

Η Ευγενία ήταν προικισμένη με πολλά προ­σόντα. Ήταν έξυπνη και έμαθε ρωμαϊκά και ελ­ληνικά, ήταν πολύ μορφωμένη στα δέκα πέντε της χρόνια κι όλοι τη θαύμαζαν.
Ο ένδοξος ύπατος Ακυλίνoς τη ζήτησε από τον πατέρα της σε γάμο. Όταν ο Φίλιππος το ανάφερε στην κόρη του και τη ρώτησε αν θέλει να γίνουν οι γάμοι της, εκείνη απάντησε ότι θα ήθελε να μείνει παρθένος και ν' αφοσιωθή στη μάθηση. Διάβαζε και πολλά βιβλία των χριστια­νών, που της εφαίνοντο αληθέστερα.



Φωτίζεται από το Πνεύμα το Άγιον

Μια μέρα πέσανε στα χέρια της οι επιστολές του αποστ. Παύλου. Τις διάβασε προσεκτικά και συγκινήθηκε βαθειά, γιατί ήξερε ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός που δημιούργησε όλο τον κόσμο «εκ του μη όντος». Έτσι πίστεψε σ' Αυτόν, γιατί την φώτισε το Άγιο Πνεύμα. Δε φανέρωσε ό­μως την πίστη της, γιατί φοβόταν. τους γονείς της, μόνο τους παρακάλεσε να την αφήσουν να πάει έξω απ' τη πόλη, να δει τα χωριά τους. Οι γονείς δεν υποψιάστηκαν τίποτε και της είπαν να πάει όπου θέλει.
Συνοδευμένη απ' τους ευνούχους, που ήξε­ραν κι αυτοί Ελληνικά, γιατί ήταν παρόντες στα μαθήματά της, ανέβηκε στην άμαξα και πήγε σ' ένα τόπο όπου είχαν οι χριστιανοί εκκλησία και έψαλλαν. Ο Πανάγαθος επέτρεψε να λένε εκεί­νη την ώρα τα λόγια του Προφήτη: «πάντες οι Θεοί των εθνών δαιμόνια».
Όταν τα άκουσε αυτά η Ευγενία αναστέναξε βαθιά και είπε στους ευνούχους: «Αγαπημένοι αδελφοί, μόνο οι χριστιανοί ξέρουν την αλήθεια, όπως φαίνεται κι απ' τα βιβλία τους, αλλά κυρίως απ' τη ζωή τους, γι' αυτό Θέλω να γίνω χριστιανή κι αν ποθήτε και σεις τη σωτηρία σας, ακολου­θήστε με, δεν θα σας έχω σαν δούλους, αλλ' αγαπημένους μου αδελφούς. Θα έχομε ένα Πα­τέρα, το Δημιουργό μας. Τους είπε πολλά απ' το περίσσευμα της καρδιάς της, κι εκείνοι της υποσχέθηκαν ότι δεν θα την απoxωριστoύγ ποτέ.
Όταν νύκτωσε, έφυγαν ήσυχα. Οι δούλοι προπορεύονταν και δεν κατάλαβαν, γιατί ήταν σκοτεινά ή γιατί ο Θεός το επέτρεψε, ότι εκεί ή­ταν ένα μοναστήρι, σ' ένα ήσυχο τόπο, και η Ευ­γενία είπε στους ευνούχους: «Εδώ είναι συγκεν­τρωμένοι πολλοί χριστιανοί, κι έχουν ένα πολύ ενάρετο επίσκοπο, τον Έλενο, και ένα ηγούμενο για να οδηγή τους αδελφούς στην οδό της σωτη­ρίας. Και οι δυο έκαναν πολλά θαύματα, κάνουν αγρυπνίες ολονύκτιες και δοξάζουν τον Πανάγα­θο. Αλλά δεν επιτρέπεται να μπει γυναίκα. Κόψτε μου λοιπόν τα μαλλιά, θα ντυθώ σαν άνδρας για να μείνω στην αδελφότητα».
Οι δούλοι έκαναν ό,τι τους είπε με χαρά.



Βάπτιση και αφιέρωση

Σε λίγο είδαν τον επίσκοπο Έλενο που ερχό­ταν απ' την Ηλιούπολη με πολλούς χριστιανούς που έψαλλαν. Αυτό αύξανε τον πόθο της, γι' αυ­τό όκολούθησε τους χριστιανούς στη Μονή. Ερώτησε δε κάποιον που τον έλεγαν Ευτρόπιο: «Ποιος είναι ο σεβάσμιος αυτός γέροντας που προπορεύεται;» Κι εκείνος της απάντησε ότι ήταν ο αγιώτατος Έλενος που έκανε θαύματα και πολλές φορές βάσταξε αναμμένα κάρβουνα στην ποδιά του, χωρίς να πάθει τίποτα.
Εκείνες τις μέρες παρουσιάστηκε κάποιος μάντης Ζαρέας κι έλεγε ότι ήταν απεσταλμένος του Θεού, δάσκαλος και ευεργέτης των ανθρώ­πων και ότι ο Έλενος ήταν ψεύτης. Όταν τα έ­μαθε αυτά ο Έλενος διέταξε ν' ανάψουν μεγάλη φωτιά και είπε στον Ζαρέα. «Ας μπούμε κι οι δυο μας στη φωτιά, κι όποιος δεν καεί, εκείνος θα είναι σταλμένος από τον Θεό»: Κι ο Ζαρέας απάντησε: «Μπες εσύ πρώτος». Ο Έλενος προ­σευχήθηκε και μπήκε άφοβα μέσ' τη φωτιά. στά­θηκε αρκετή ώρα χωρίς να καεί ούτε μια τρίχα απ' το κεφάλι του. Ο Ζαρέας φοβήθηκε όταν είδε το θαύμα και ήθελε να φύγει. Αλλ' ο λαός τον άρπαξε και τον έρριξε στις φλόγες. Ευθύς άρχισε να καίεται και να φωνάζει και με δάκρυα να παρακαλεί. Τον λυπήθηκε ο επίσκοπος και τον έβγαλε μισοπεθαμένο και ο λαός τον έδιωξε έξω απ' την πόλη.
Όταν τα άκουσε αυτά η Ευγενία παρακάλε­σε τον Ευτρόπιο να πει στον Επίσκοπο να τους δεχτεί στην αδελφότητα, να γίνουν καλόγεροι. Ο Ευτρόπιος δέχτηκε να μεσολαβήσει και είπε στον ευσεβέστατο Έλενο: «Τρεις ειδωλολάτρες, απαρνήθηκαν τα είδωλα και σε παρακαλούν να τους βαπτίσεις, για να μείνουν σrην ποίμνη σου όλη τους τη ζωή». Ο άγιος Επίσκοπος απάντησε στην Ευγενία: «Ο Κύριος να σε αξιώσει να νική­σεις τη φύση σου, γιατί για την αγάπη Του άλλα­ξες σχήμα και όνομα. Ο Πανάγαθος φροντίζει για τη σωτηρία σου, προσπάθησε να δείξεις την ευγένεια της ψυχής σου, όπως μου αποκάλυψε ο Κύριος, γιατί ετοίμασες τον εαυτό σου καθαρό δοχείο και κράτησες την παρθενία του σώματος και της καρδιάς, άφησες την δόξα και τα πλούτη γιατί πόθησες την αιώνια αγαλλίαση».
Κατόπιν στράφηκε και προς τους πιστούς δούλους και τους είπε: «Ο Πανάγαθος μου φα­νέρωσε και για σας ότι είστε δούλοι αλλά ελεύθεροι στη ψυχή κι ο Χριστός σας λέγει: δεν σας καλώ δούλους, αλλά φίλους. Είστε μακάριοι που δεν εμποδίσατε την κυρία σας στον καλό της σκοπό, αλλά πρόθυμα την συνοδεύσατε, Γι' αυτό θα σας ανταμείψει και τους τρεις ο Κύριος, στη Βασιλεία Του».
Αυτά τους είπε μυστικά, χωρίς να τ' ακούση κανείς και τους βάπτισε και έγιναν καλόγεροι.
Όταν γύρισε η άμαξα στο παλάτι, έτρεξαν όλοι να υποδεχθούν την Ευγενία. Λυπήθηκαν πάρα πολύ όταν δεν την βρήκαν κι έκλαιαν οι γονείς και τ' αδέλφια της. Ολόκληρη η Αλεξάνδρεια θρηνούσε. Έστειλαν παντού ανθρώπους για να την βρουν. Ρωτούσαν όλους τους γεωργούς, τους μάντεις. Τότε σκέφτηκαν ότι οι Θεοί την άρπαξαν.



Υπόδειγμα μοναχού

Αφού έλαβε το άγιο σχήμα, η Ευγενία ήταν φωτεινό παράδειγμα στη Μονή. Πρώτη έμπαινε σ' όλες τις ακολουθίες και τελευταία έβγαινε. Είχε αγάπη για όλους και έκανε θαύματα, θεράπευε τους ασθενείς. Αλλά και οι δύο δούλοι αγωνίζονταν για να την μιμηθούν.
Ύστερα από τρία χρόνια ο ηγούμενος πέθανε κι οι μοναχοί που εκτίμησαν τις αρετές της Ευγενίας, την παρακαλούσαν να γίνει εκείνη ηγούμενος. Η Αγία δεν τολμούσε να παρακού­σει στην αδελφότητα και προσευχόταν. Άνοιξε το Ευαγγέλιο και διάβασε τα λόγια του Κυρίου που απεύθυνε στους Αποστόλους: «Όποιος θέ­λει να είναι πρώτος, ας γίνει μικρότερος και πάν­των διάκονος».
Δέχτηκε λοιπόν, αλλά εξακολουθούσε να κά­νει τις ευτελέστερες υπηρεσίες: κουβαλούσε νε­ρό, σκούπιζε τη Μονή, έκοβε ξύλα. Κυβερνούσε όμως την αδελφότητα θαυμάσια. Είναι αδύνατο να περιγράψουμε τους θεάρεστους αγώνες της. Ο μισόκαλος διάβολος όμως την φθόνησε. Την συκοφάντησαν στον έπαρχο κι εκείνος θύμωσε πάρα πολύ και διέταξε να φέρουν δεμένους όχι μόνο τον ηγούμενο, αλλά και όλους τους αδελφούς της Μονής που ήταν τρακόσιοι και τους φυλάκισαν ώσπου να βγάλει απόφαση να τους θανατώσουν. Μαζεύτηκαν από παντού άνδρες και γυναίκες για να παραβρεθούν στα βασανι­στήρια τους.



Άδικη κατηγορία

Όταν ήλθε η ορισμένη ώρα και ήταν όλοι στο θέατρο, έφεραν και τον ηγούμενο αλυσοδε­μένο και όλοι φώναζαν ότι είναι άξιος θανάτου. Ετοίμασαν τα άγρια θηρία, τους τροχούς, τη φωτιά κι άλλα φρικτά βασανιστήρια.
Τότε λέγει ο έπαρχος πολύ θυμωμένα στον ηγούμενο: «Τέτοιες αισχρές πράξεις σας πα­ραγγέλλει ο Χριστός σας να κάνετε; Τι ψυχή και τί καρδιά είχες, να μπεις στο σπίτι μιας τίμιας γυ­ναίκας σαν πνευματικός, γιατρός της ψυχής και του σώματος και προσπάθησες να εκμεταλλευ­τείς την απόλυτη εμπιστοσύνη που σου είχε;» Η Οσία με πολλή σεμνότητα και αξιοπρέπεια απάντησε: «Όχι, ο Πανάγαθος Θεός μου δεν διατάζει τέτοιες ανίερες πράξεις, αλλ' απεναντίας νομοθετεί υψηλά και θεάρεστα. Δεν έπρεπε, έπαρχε, να πιστέψεις την συκοφαντία τόσο εύκο­λα, ούτε να βγάλεις αμέσως την απόφαση, αλλά πρώτα ν' ακούσεις και τα δύο μέρη για ν' αποφα­σίσεις δίκαια. Πριν απολογηθώ σε παρακαλώ πολύ να μου κάνεις μια χάρη. Αν εγώ έσφαλα πραγματικά, όπως με κατηγορούν, να με τιμωρή­σεις ανάλογα. Αν όμως αποδειχθή ψεύτικη η συ­κοφαντία να μη τιμωρήσεις την κατήγορό μου, γιατί ο νόμος μας μας προτρέπει να μην ανταπο­δίδομε κακό αντί κακού, αλλά να ευεργετούμε αυτούς που μας πικραίνουν και μας αδικούν. Να μου υποσχεθείς αυτό που σου ζητώ και θα σου φανερώσω την αλήθεια».
Ο έπαρχος υποσχέθηκε με όρκο ότι θα φα­νεί συνεπής. Τότε η Ευγενία στράφηκε προς την κατηγορό της και της είπε: «Μελανθία, μπορείς να ξεγελάσεις τους ανθρώπους, αλλά θα μπορέ­σεις να πεις ψέματα και στον Πανάγαθο Θεό, που τιμωρεί τους συκοφάντες και φανερώνει την αλήθεια; Δεν έχεις τύψεις γιατί για την κακή σου επιθυμία θα σκοτωθούν τόσοι αθώοι;»
Αλλ' η Μελανθία δεν μετάνοιωσε καθόλου, ούτε φοβήθηκε το δίκαιο Θεό, αλλά έφερε μια δούλη της ψευδομάρτυρα, που βεβαίωσε ό,τι εί­πε η κυρία της. Ο έπαρχος οργίσθηκε περισσό­τερo και είπε στην Ευγενία: «Αδιάντροπη, τι έχεις να πεις για τις τόσες κατηγορίες που άκουσες;»­
Όταν είδε η Αγία ότι όλοι πίστευαν τα λόγια της Μελανθίας και θα θανάτωναν άδικα τόσους δικαίους ασκητές, καθώς σκεπτόταν και την κατηγορία στο άγιο σχήμα των μοναχών, είπε: «Καιρός είναι να φανερωθεί η αλήθεια. Μάρτυς μου ο Θεός, ότι εγώ είχα πόθο να υπομείνω τον πειρασμό αυτό μέχρι τέλους και να μη ομολογή­σω την αλήθεια για να πάρω το στεφάνι της υπομονής από τον Χριστό την ημέρα της Κρί­σεως. Αλλά για να μη συκοφαντηθεί το άγιο σχήμα, θα ομολογήσω εκείνο, που κανείς δεν ξεύρει παρά μόνο ο Κύριος».



«Είμαι η θυγατέρα σου Ευγενία»

Τόσει είναι ει δύναμει του Χριστού, ώστε και πολλές γυναίκες νίκεισαν τειν αδύνατει γυναικεία τους φύσει, για να πολεμήσουν τον πονηρό και ν' αποφύγουν τις ενέδρες του στον κόσμο.
Έπειτα λέγει στον έπαρχο Φίλιππο: «Μάθε ότι είμαι ει θυγατέρα σου Ευγενία, είσαι ο πατέ­ρας μου και η γυναίκα σου Κλαυδία είναι ει μητέ­ρα μου. Τα αδέλφια μου είναι ο Αβίτας και ο Σέργιος, αυτοί δε είναι οι ευνούχοι Πρωτάς και Υάκινθoς που θέλεισαν να με ακολουθήσουν ολοπρόθυμα και απαρνήθηκαν τα πάντα και σας τους αγαπητούς μου γονείς για τειν αγάπη του Δημιουργού μας.



«Ένας είναι αληθινός Θεός, ο Χρι­στός»

Τότε οι Χριστιανοί που ήταν εκεί για να θά­ψουν τα λείψανα των Οσίων, που θα θανάτω­ναν οι ειδωλολάτρες, όταν άκουσαν την ομολο­γία αυτή έψαλλαν μ' όλη τη δύναμη της ψυχής τους «Τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών, ο ανα­καλύπτων απόκρυφα και τους σοφούς δια της ιδίας αυτών πανουργίας καταισχύνων;»
Πολλοί ειδωλολάτρες πίστεψαν στο Χριστό. Έγινε μεγάλη γιορτή και πανήγυρις γιατί βαπτί­στηκε και ο έπαρχος ο ίδιος κι έδωσε διαταγή να κατοικούν οι χριστιανοί ανεμπόδιστα μέσα στην πόλη, να έχουν ναούς και τα εισοδήματα που εί­χαν πριν. Έτσι οι χριστιανοί αφέθηκαν ελεύθεροι και άνθισε η ευσέβεια στην Αλεξάνδρεια.
Ο εχθρός όμως της αλήθειας φθόνησε και παρακίνησε μερικούς ειδωλολάτρες της πόλεως να διαβάλουν το Φίλιππο στους Βασιλείς. Πήγαν στη Ρώμη και είπαν: «Ο έπαρχος της Αλεξάν­δρείας, Φίλιππος, ενώ δέκα χρόνια κυβερνούσε καλά το λαό, τώρα δε ξέρουμε τι έπαθε και αρ­νήθηκε τους μεγάλους θεούς, για να προσκυνή­σει αυτόν που σταύρωσαν οι Εβραίοι. Εκτιμά πιο πολύ τους χριστιανούς παρά εμάς που λα­τρεύουμε τους πατροπαράδοτους θεούς, έτσι κινδυνεύει, να χαθεί η θρησκεία μας, αν δεν προ­λάβετε αμέσως». Όταν τα άκουσε αυτά ο βασι­λιάς έγραψε στο Φίλιππο. «Ο Αύγουστος, που ξέρει ότι σέβεσαι τους Θεούς σου χάρισε την εξουσία και σε τιμούσε σαν βασιλέα μάλλον ή σαν έπαρχο, να εξουσιάζεις όλη την Αίγυπτο και εμείς σε στερεώσαμε, δίδοντάς σου μεγαλυτέρα τιμή. Αλλά αυτά τα αξιώματα στα δώσαμε να τα έχεις, ενόσω ήσουν φίλος των Θεών, τώρα που ακούσαμε ότι αρνήθηκες τους Θεούς και τους περιφρονείς και σε μας παράκουσες, σε διατάσ­σουμε λοιπόν ή να τιμάς τους Θεούς όπως πριν ή θα σου αφαιρεθεί κάθε εξουσία καθώς και τα πλούτη σου».



Ο Φίλιππος χειροτονείται επίσκοπος

Όταν τα διάβασε αυτά ο Φίλιππος πούλησε όλα του τα υπάρχοντα και έδωσε τα μισά στους φτωχούς και τα άλλα μισά στην εκκλησία και τα μοναστήρια. Ήταν πολύ μορφωμένος και ευσε­βέστατος, γι' αυτό όλοι οι χριστιανοί της Αλεξαν­δρείας ζήτησαν να χειροτονηθεί επίσκοπος.



Μαρτυρικός θάνατος του Φιλίππου

Τότε οι βασιλείς έστειλαν άλλον έπαρχο, τον Τερέντιον, και του είπαν αν μπορέσει να σκοτώ­σει κρυφά τον Φίλιππο. Μόλις πήρε την εξουσία ο Τερέντιος, έδωσε χρήματα σε μερικούς αν­θρώπους, να προσποιηθούν ότι είναι χριστιανοί και να τον σκοτώσουν. Εκείνοι λοιπόν μπήκαν στο ναό και τον έσφαξαν την ώρα που προσευ­χόταν.
Ο έπαρχος φοβήθηκε να μη τον σκοτώσει ο λαός, γι' αυτό φυλάκισε τους φονιάδες, για να φανεί ότι δεν έφταιξε ο ίδιος. Ύστερα όμως από λίγο ήλθαν βασιλικά γράμματα και τους ελευθέρωσε. Ο μακάριος Φίλιππος έζησε μετά τον τραυματισμό του τρεις μέρες, όμως παρακάλεσε τον Πανάγαθο, να στερεώσει περισσότερο στην Πίστη τους αρχάριους και κατόπιν παράδωσε την αγία του ψυχή στο Θεό. Έζησε μετά τη χειροτονία του ένα χρόνο και τρεις μήνες και τον έθαψαν στην εκκλησία που ο ίδιος είχε κτίσει. Η μακαρία Κλαυδία έκτισε εκεί κοντά ξενοδοχείο και αφιέρωσε πολλά χρήματα για να περιποιούνται τους ασθενείς και να φιλοξενούν τους ξένους. Κατόπιν πήγε με τα παιδιά της στην πατρίδα.
Οι Ρωμαίοι τους υποδέχτηκαν με τιμές και ανάδειξαν τον Αβίτα ανθύπατο της Καρθαγένης και το Σέργιο βικάριο της Αφρικής. Η Κλαυδία με την Ευγενία, τον Πρωτά και τον Υάκινθο έμειναν σπίτι τους, και ζούσαν ενάρετα με προσευχή και νηστεία. Οι κόρες των αρχόντων πήγαιναν στην Ευγενία και τις συμβούλευε και πολλές απ' αυτές οδήγησε με τη χάρη του Θεού στη σωτηρία.



Το Άγιο Πνεύμα ελκύει ψυχές

Η Βασίλλα που ήταν μια πολύ όμορφη κο­πέλα από βασιλικό γένος, επιθυμούσε πάρα πο­λύ να γνωρίσει την Ευγενία, γιατί άκουσε να γί­νεται λόγος για την αγία της ζωή και γιατί ήθελε πολύ να γίνει χριστιανή. Οι δικοί της που κάτι κα­τάλαβαν την φρουρούσαν και δεν την άφηναν να βγει απ' το σπίτι της, ώσπου να την παντρέψουν μ' ένα σπουδαίο αρχοντόπουλο. Γι' αυτό έστειλε κρυφά γράμμα στην Ευγενία με πιστό της δούλο και την θερμοπαρακαλούσε να της στείλει γρα­πτώς τα κυριότερα άρθρα της Πίστεως. Η Ευγε­νία που ήξερε ότι η Βασίλλα θα μπορούσε να κα­τηχηθεί καλλίτερα με ζώσα φωνή της έστειλε, σαν έμψυχο γράμμα ή σαν δώρο, τον Πρωτά και Υάκινθο για να την καθοδηγήσουν στην πίστη του Χριστού μας. Η Βασίλλα τους δέχτηκε ολοπρόθυμα. Όταν ο αρχιεπίσκοπος Ρώμης έμα­θε τον πόθο της να γίνει χριστιανή, πήγε τει νύ­κτα κρυφά και τειν αξίωσε του αγίου Βαπτίσμα­τος.
Έτσι η Βασίλλα και η Ευγενία συνδέθηκαν με χριστιανική φιλία. Πόσες κοπέλες η Βασίλλα και η Ευγενία, και πόσες χήρες η σεμνή Κλαυδία, και πόσους άνδρες οι Πρωτάς και Υάκινθος έφε­ραν στον Χριστό με τη χάρη τού Παναγίου Πνεύματος! ..



Το στεφάνι του μαρτυρίου

Εκείνο τον καιρό έγιναν βασιλείς οι Βαλλε­ριανός και Γαλλιηνός που εκίνησαν μεγάλο διωγ­μό κατά των χριστιανών. Δεν τολμούσε να πα­ρουσιαστή ο αρχιεπίσκοπος Κορνήλιος και κοι­νωνούσε κρυφά την Βασίλλα και την Ευγενία. Έπειτα λέγει η Ευγενία: «Αγαπημένη μου αδελ­φή, μάθε ότι σε λίγες μέρες θα λάβεις το στεφά­νι του μαρτυρίου». Και η Βασίλλα της είπε: «Χθες αποκάλυψε σε μένα την ανάξια, ο Δεσπό­της μας Χριστός, ότι έχει ετοιμασμένα δύο στε­φάνια, το ένα για τους πολλούς αγώνες και κιν­δύνους που πέρασες στην Αίγυπτο, και το άλλο για το μαρτυρικό θάνατο που θα λάβεις εδώ στην πατρίδα σου για την αγάπη Του». Αυτά εί­παν κι αποχαιρετίστηκαν με θερμά δάκρυα.
Μια δούλη της Βασίλλας είπε στον Πομπήιο ότι η Βασίλλα και ο θείος της Έλενος έγιναν χρι­στιανοί από την Ευγενία, που τους έστειλε δύο ευνούχους. Τότε ο Πομπήιος θύμωσε και πήγε στους βασιλείς που διέταξαν τη Βασίλλα και την Ευγενία ή να θυσιάσουν στους θεούς ή να θα­νατωθούν όλοι οι χριστιανοί με διάφορα βασανι­στήρια.
Πρότειναν στην Βασίλλα να πάρει τον Πομ­πήιο άνδρα της. Τότε η εκλεκτή νύμφη του Χρι­στού είπε αποφασιστικά. «Εγώ νυμφεύτηκα το Βασιλιά και Δημιουργό μου». Αυτοί της απέκο­ψαν την τιμία της κεφαλή και έτσι παρέδωσε την ωραία ψυχή της στα χέρια του Πανάγαθου Θεού.
Κατόπιν πήραν οι δήμιοι τον Πρωτά και Υά­κινθο και τους πήγαν δια της βίας στο ναό του Διός για να θυσιάσουν. Κι ενώ προσηύχοντο στον αληθινό Θεό, έπεσε το είδωλο μπροστά τους κι έσπασε. Τότε διέταξε ο έπαρχος να κό­ψουν τα κεφάλια τους. Ήλθε η σειρά της Ευγε­νίας. Τότε διέταξε ο έπαρχος να την πάνε στο ναό της Άρτεμης, ν' ακολουθεί και ο δήμιος με το σπαθί, και αν δεν προσκυνήσει να τη θανατώ­σει.
Όταν μπήκε στο ναό η Ευγενία προσευχή­θηκε θερμά. «Πανάγαθε Θεέ με αξίωσες να γίνω­ νύμφη του Μονογενούς σου Υιού, ας είναι δοξα­σμένο το Άγιόν Σου όνομα». Τότε έγινε σεισμός, το είδωλο της Άρτεμης έσπασε. Όλοι απορούσαν. Τότε διέταξε ο βασιλιάς να δέσουν στον λαιμό της Αγίας μια μεγάλη πέτρα και να την ρί­ξουν στον Τίβερη. Όταν την έριξαν, η πέτρα λύ­θηκε κι η Αγία περιπατούσε πάνω στα νερά ό­πως κάποτε ο απόστολος Πέτρος. Τότε την έρι­ξαν σε αναμμένη κάμινο, αλλά άδικα κοπίαζαν. έ­χασε η φωτιά την φυσική της δύναμη και την δρόσιζε.



Ο Βασιλιάς των Αγγέλων επισκέπτεται την Αγία

Μη ξέρovτες οι ασεβείς με ποιο τρόπο να την θανατώσουν, την έβαλαν σε βαθειά και σκο­τεινή φυλακή ώσπου να πεθάνει απ' την πείνα, αγνοώντας ότι μαζί της ήταν ο Κύριος του Φω­τός. Γι αυτό το λόγο ολόκληρη η φυλακή έλαμπε κι οι άγγελοι την έφερναν τροφή από τον ουρα­νό. Ήλθε και αυτός ο βασιλιάς των Αγγέλων να την επισκεφθεί και της είπε: «Ευγενία, εγώ υπέ­μεινα σταυρικό θάνατο για σένα, όπως και συ για αγάπη μου υπομένεις τόσα βασανιστήρια. Θα έλθεις στη βασιλεία μου την ημέρα κατά την οποία γεννήθηκα». Πραγματικά. Οι ασεβείς έ­στειλαν το δήμιο και την έσφαξε μέσα στη φυλα­κη στις 25 Δεκεμβρίου.
Επειδή η μητέρα της έκλαιε, της παρουσιά­στηκε με τόση λαμπρότητα ώστε δεν μπορούσε να τη δει. Ήταν μάλιστα κι άλλες παρθένες στη συνοδεία της, και η Αγία λέγει στη μητέρα της: «Γιατί κλαίς, αντί να χαίρεσαι που βρίσκομαι με τους αγίους μάρτυρας και με τον πατέρα μου Φί­λιππον. Σε λίγες μέρες θα έλθεις και συ κοντά μας. Συμβούλεψε τους αδελφούς μου να φυλά­ξουν την πίστη τους στο Λυτρωτή μας, για να σώσουν αυτοί τη ψυχή τους».
Όταν τα άκουσε αυτά η μητέρα της είδε τους αγίους αγγέλους που συνόδευαν την Ευγενία, χάρηκε πάρα πολύ, κι ευχαρίστησε ολόψυχα το Χριστό. Μοίρασε την περιουσία της στους φτωχούς κι εκοιμήθει εν Κυρίω.
Την μνήμην της Αγίας Ευγενίας, όπως και της Αγίας Βασίλλας, του Αγίου Μάρτυρος Φι­λίππου, πατρός της Αγίας Ευγενίας και των Αγίων Πρωτά και Υακίνθου εορτάζει η Εκκλησία μας στις 24 Δεκεμβρίου.

ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ


Στα χρόνια που βασίλεψε ο ασεβέστατος Διοκλητιανός, στην ξακουστή Ρώμη ήταν ένα κορίτσι που λεγόταν Αναστασία. Όμορφη, με ωραία κορμοστασιά, από γένος πλούσιο και φημισμένο, με χαρακτήρα και τρόπους τέλειους. Η δε ευγένεια της ψυχής της ήταν μεγαλύτερη από το κάλλος του σώματός της. Ήταν θυγατέρα κάποιου ειδωλολάτρη Πραιτεξάτου και της μάθαινε γράμματα ένας ενάρετος άνθρωπος, ο Χρυσογόνος. Ευσεβέστατος, με πίστη στον αληθινό Θεό, δίδαξε την ευσέβεια και την πίστη του στην Αναστασία, που καταφρόνησε τα αναίσθητα είδωλα. Ο δε πατέρας της την πάντρεψε, παρά την θέλησή της, με τον ειδωλολάτρη και πλούσιο Ποπλίονα. Η Αναστασία τον μισούσε και δεν θέλησε ποτέ να κοιμηθεί μαζί του, γιατί αγαπούσε την παρθενία χάρη του Χριστού και προφασιζόταν συνεχώς πως ήταν άρρωστη. Καθημερινά προσευχόταν στον Χριστό, τηρούσε τις εντολές του και πάνω από όλα είχε μεγάλη ταπείνωση.
Για αυτόν τον λόγο, πολλές φορές έβγαζε τα πολύτιμα και λαμπρά φορέματά της και ντυνόταν φτωχικά, για να μην την γνωρίσουν, και πήγαινε με μια ευσεβέστατη δούλη της στις φυλακές, όπου περιποιούνταν τις πληγές και τα τραύματα των χριστιανών από τα βασανιστήρια. Σκούπιζε, καθάριζε τα αίματα και τις πληγές. Πρόσφερε κάθε άλλη υπηρεσία σαν δούλη του Χριστού. Καταφιλούσε τις πληγές τους από ευλάβεια για τα μαρτύριά τους και τους νουθετούσε να μη δειλιάσουν στα προσωρινά βασανιστήρια, αλλά να μένους σταθεροί στην πίστη και ευσέβειά τους. Τους έδινε τροφές, ρούχα και κάθε τι άλλο, που είχαν ανάγκη για το σώμα τους, όπως φάρμακα. Και όλα αυτά τα έκανε κρυφά, τις νύχτες, εξαγοράζοντας με χρήματα του φύλακες, για να την αφήνουν να μπαίνει στις φυλακές.
Όταν έμαθε αυτά από πληροφορίες δικών του ανθρώπων ο Ποπλίονας την φυλάκισε και δεν την άφησε ούτε να βγει αλλά και ούτε να την πλησιάσει κανένα άτομο. Αυτή στεναχωριόταν που δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι της, για να φροντίσει τους φυλακισμένους χριστιανούς, όπως πριν. Όμως είχε μεγαλύτερη στεναχώρια που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τον διδάσκαλό της Χρυσόγονο, ο οποίος πριν την επισκεπτόταν τακτικά και έπαιρνε ο ένας από τον άλλο δύναμη στα έργα της αρετής. Και αυτό γιατί ο Χρυσόγονος ήταν φυλακισμένος από τον βασιλιά, όταν αυτός έμαθε για την πίστη που είχε προς τον Χριστό. Τότε η αγία Αναστασία έστειλε μια γριά γυναίκα ευσεβέστατη και έμπιστη να μιλήσει στον Χρυσόγονο, για να προσευχηθεί προς τον Θεό για χάρη της, να λυτρωθεί από την φυλακή και να θεραπεύει τους φυλακισμένους μάρτυρες. Ο Χρυσόγονος της έγραψε ότι πρέπει να έχει υπομονή, γιατί σε λίγες μέρες θα πεθάνει ο άντρας της και θα μείνει εντελώς ελεύθερη. Έτσι και έγινε. Ο βασιλιάς τον έστειλε ως πρέσβη στους Πέρσες και στον δρόμο τον σκότωσαν. Από τότε η αγία έμεινε ελεύθερη και χωρίς εμπόδια έκανε ό,τι ήθελε και παρακινούσε τους μάρτυρες να υπομένουν γενναίως τα βασανιστήρια.
Ο δυσεβής Διοκλητιανός βρισκόταν τότε στην Ηράκλεια και δεν φρόντιζε τόσο για τις δημόσιες υπηρεσίες και υποχρεώσεις του κράτους του, όσο για να μην γλιτώσει κανένας ευσεβής χριστιανός από τα χέρια του. Του ανέφεραν ότι στη Ρώμη είχαν πολλούς χριστιανούς φυλακισμένους και πως, ενώ τους βασάνιζαν με διάφορους τρόπους, κανένας δεν ήθελε να προσκυνήσει τα είδωλα, γιατί είχαν έναν διδάσκαλο, που λεγόταν Χρυσόγονος, ο οποίος τους εμψύχωνε στην πίστη και τους παρακινούσε προς το μαρτύριο.
Ο Διοκλητιανός πρόσταξε αμέσως τους μεν χριστιανούς φυλακισμένους να τους βασανίσουν και πολύ, αν δεν θυσιάσουν στα είδωλα, να τους σκοτώσουν, τον δε Χρυσόγονο να του τον φέρουν σαν κατάδικο. Πίσω από τους στρατιώτες και τον Χρυσόγονο, τον διδάσκαλό της, πήγαινε και η Αναστασία, νικώντας την αντοχή της γυναικείας φύσης με το γενναίο της φρόνημα. Όταν έφτασαν στον βασιλιά Διοκλητιανό, αυτός με ύφος καλοσυνάτο είπε στον Χρυσόγονο:
- Υπάκουσε στην εντολή μου. Θυσίασε στους Θεούς, για να λυτρωθείς από διάφορα βασανιστήρια και θα σε κάνω έπαρχο της Ρώμης.
Πίστευε ο ασεβής βασιλιάς πως η δύναμη της εξουσίας του θα νικούσε την ψυχή και την πίστη του καλοκάγαθου Χρυσόγονου. Όμως, οι απειλές και οι υποσχέσεις του δεν έπιασαν, για να αρνηθούν οι χριστιανοί την πίστη τους στον Χριστό. Έτσι και τώρα, ο άγιος απάντησε με μεγάλο θάρρος κοιτάζοντάς τον στα μάτια, για να αποδείξει πως η βασιλική του εξουσία και δύναμη δεν είχε αξία μπροστά στην βασιλεία του Θεού.
- Δεν θυσιάζω στα είδωλα, γιατί έναν και μόνο Θεό ξέρω, τον οποίο ομολογώ με τα χείλη, όλη την ψυχή και την καρδιά μου. Αυτόν λατρεύω, προσκυνώ και θεωρώ τον γλυκύτερο από όλα τα ευχάριστα πράγματα της ζωής και τον ποθώ από κάθε τι άλλο. Αποστρέφομαι τα πλήθη των θεών σου, τους μύθους και τους δαίμονες. Συμβουλεύω όμοια και την βασιλεία σου να τους μισήσεις, γιατί είναι ζημιά και απώλεια των ψυχών. Όσο για τις τιμές και τις υποσχέσεις που μου έταξες, τις θεωρώ σκιά και όνειρα.
Ο βασιλιάς, αφού θαύμασε το θάρρος του αγίου, πρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν σε ερημικό τόπο, γιατί φοβήθηκε μήπως παρασυρθούν και άλλοι, αν προσπαθήσει να τον μεταπείσει με διάφορα βασανιστήρια. Μετά τον αποκεφαλισμό του, έριξαν το λείψανό του στη θάλασσα. Όμως η πρόνοια του Θεού δεν αφήνει τους αγίους Του μάρτυρες χωρίς προστασία. Εκεί κοντά κατοικούσαν τρεις αδελφές, η Αγάπη, η Χιονία και η Ειρήνη και ένας ιερομόναχος ενάρετος, ο Ζώιλος. Ο Ζώιλος είδε θεία αποκάλυψη, που του φανέρωσε που βρισκόταν το λείψανο του αγίου Χρυσογόνου. Αφού το πήρε μαζί με το τίμιο κεφάλι του, με μεγάλη ευλάβεια το έκρυψε στο κελί του. Μετά από τριάντα μέρες του φανερώνεται ο Χρυσόγονος λέγοντάς του:
- Γνώριζε, Ζωίλε, ότι έμαθε ο βασιλιάς για τις τρεις αδελφές Ειρήνη, Αγάπη και Χιονία και θέλει να τις θανατώσει μέσα σε εννιά μέρες. Να, λοιπόν, έρχεται εκεί η δούλη του Χριστού Αναστασία να τις δώσει θάρρος και να τις παρακινήσει προς το μαρτύριο. Συ δε ετοιμάσου για την αιώνια ζωή, γιατί σε λίγες μέρες έρχεσαι σε μας να απολαύσεις τους γλυκύτατους καρπούς των κόπων σου.
Την ίδια οπτασία είδε και η Αναστασία. Με μεγάλη χαρά έφυγε αμέσως για τον τόπο του Ζωίλου και, όταν είδε τις τρεις αδελφές, τις ρώτησε για το λείψανο του Χρυσογόνου. Όταν της το έδειξαν, το προσκύνησε με μεγάλη ευλάβεια. Μετά, παίρνοντας τις τρεις παρθένες αδελφές έφυγε στην Ακου¨λία, διδάσκοντές τες να μη δειλιάσουν στα βασανιστήρια των ασεβών. Έτσι, σύμφωνα με τη θεία αποκάλυψη του Χρυσόγονου, ο μεν Ζωίλος έφυγε ειρηνικά προς τον Κύριο, ο δε παράνομος βασιλιάς πρόσταξε κα έφεραν τις τρεις αδελφές στο θέατρο. Πιστεύοντας ότι θα τις μεταστρέψει στα είδωλα, τις μίλησε με γλυκό τρόπο εγκωμιάζοντας την ομορφιά τους, τάζοντας να τις παντρέψει με πλούσιους άρχοντες και υποσχόμενος να τις χαρίσει πολλά και πλούσια δώρα. Όμως, η μεγαλύτερη στην ηλικία, η Αγάπη, για να δείξει την αγάπη της προς τον Θεό, με πολύ θάρρος απάντησε:
- Βασιλιά, μη βάλεις καθόλου στο μυαλό σου πως θα φοβηθούμε τα φοβερά βασανιστήρια ή τον σκληρότατο θάνατο ή θα μας νικήσει η πλούσια παντρειά ή θα λυπηθούμε τα κάλλη μας ή με κολακείες θα κλονίσεις την πίστη μας και θα προδώσουμε την ευσέβειά μας. Μάλιστα δε, όσο περισσότερο και χειρότερα μας βασανίσεις, τόσο περισσότερο θα ωφεληθούμε, για να κερδίσουμε την αιώνια βασιλεία.
Ο βασιλιάς, λοιπόν, θαύμασε τόσο πολύ και πάλι, όπως και του Χρυσογόνου πριν, την ομολογία και το θάρρος της παρθενομάρτυρος Αγάπης, ώστε τις φυλάκισε όλες, γιατί έπρεπε να φύγει στη Μακεδονία. Πρόσταξε τον έπαρχο Δουλκίτιο να τις ανακρίνει και πάλι και με διάφορα βασανιστήρια να τις αναγκάσει να θυσιάσουν στα είδωλα.
Η Αναστασία, βέβαια, όπως είπαμε και πιο πάνω, ακολουθούσε όχι μόνο τις τρεις αδελφές, αλλά και άλλους χριστιανούς και τους επιμελούνταν σε όλες τους τις ανάγκες.
Ο πονηρός Δουλκίτιος από την πρώτη στιγμή θέλησε να εκμεταλλευτεί την εξουσία του και να χρησιμοποιήσει τις ωραιότατες τρεις αδελφές στις επιθυμίες της σάρκας του. Πήγε λοιπόν, στη φυλακή μόνος του, για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του, όπως σκεπτόταν. Αλλά, με την θέληση του Θεού, αντί στη φυλακή μπήκε σε ένα μαγειρείο, όπου ήταν μαζεμένα κατσαρόλια και κουτάλια. Αυτά, πιστεύοντας πως ήταν τα κορίτσια, τα αγκάλιαζε, τα φιλούσε, καθώς ήταν μεθυσμένος από έρωτα και έγινε κατάμαυρος και αγνώριστος από τις μουντζούρες.
Κατόπιν, βγαίνοντας έξω να πάει στο παλάτι, δεν τον γνώριζε κανένας πως ήταν ο έπαρχος. Πίστευαν ότι ήταν ένας τρελός και δαιμονισμένος άνθρωπος. Άλλοι τον κορόιδευαν και άλλοι τον έδερναν σαν παλαβό. Όταν έφτασε στο παλάτι δεν τον άφηναν οι φρουροί να μπει μέσα, αλλά τον έσπρωχναν προς τα έξω και τον γρονθοκοπούσαν. Και όλα αυτά, γιατί κανένας δεν πίστευε πως ήταν ο έπαρχος. Με μεγάλη δυσκολία τον γνώρισαν οι συγγενείς του και τον πήγαν στο σπίτι του, όπου τον καθάρισαν και τον έντυσαν. Όταν συνήλθε από αυτή του την παραζάλη, για να δικαιολογηθεί, έλεγε πως οι χριστιανοί του έκαναν μαγείες.
Ο θυμός του μεγάλωσε και ο πόθος του για τις τρεις παρθένες αδελφές έγινε ανίκητο πάθος. Ήθελε να πάρει εκδίκηση για την προσβολή που έπαθε. Και να τι σκέφτηκε. Πρόσταξε και τις έφεραν μπροστά του, δίνοντας εντολή να τις γυμνώσουν εντελώς. Ήθελε να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του μπροστά σε άλλους, για να τις ντροπιάσει και να πάρει εκδίκηση για το ρεζιλίκι που έπαθε. Αλλά, ω των παραδόξων πραγμάτων δημιουργέ Κύριε! Τα πουκάμισα που φορούσαν έγιναν σαν δέρματα και κόλλησαν τόσο πολύ στις σάρκες τους, που δεν μπορούσαν τελικά να τα ξεσκίσουν οι δήμιοι. Όλοι τότε απόρησαν και έμειναν κατάπληκτοι σε ένα τέτοιο θαύμα. Αλλά ακολούθησε και άλλο θαύμα μετά από αυτό. Έμεινε τυφλός ο έπαρχος από ουράνια δύναμη, για να αποδειχτεί η παντοδυναμία του Θεού προς ενίσχυση της πίστης των χριστιανών. Έτσι, σηκώνοντάς τον από τον θρόνο του σαν ένα άψυχο χορτάρι, τον πήγαν στο κρεβάτι του.
Μετά από αυτά τα γεγονότα , ο βασιλιάς διόρισε έπαρχο τον Σισίνιο , ένα σκληρό και ασεβέστατο ειδωλολάτρη .Μόλις έγινε έπαρχος , προσπάθησε με διάφορες κολακείες, υποσχέσεις και φοβέρες να τις αλλάξει την γνώμη και να θυσιάσουν στα είδωλα. Όταν είδε ότι στα χαμένα κόπιαζε, σαν να έδερνε τον αέρα , πρόσταξε να κάψουν και τις δυό, την Αγάπη και την Χιονία. Την Ειρήνη , ως μικρότερη , την άφησε, έχοντας ελπίδα πως αργότερα θα την καταφέρει να θυσιάσει. Άναψαν το καμίνι οι υπηρέτες , έκαναν οι αγίες τον σταυρό τους και πήδησαν μέσα στις φλόγες με αγαλλίαση. Ο Παντοδύναμος Θεός παρέλαβε τις ψυχές τους χωρίς λύπη και πόνο.
Η φωτιά δεν τις έβλαψε καθόλου, ούτε τόλμησε να κάψει μια τρίχα από το κεφάλι ή το ρούχο τους.
Η φιλομάρτυρα Αναστασία μετά από αυτό, πήρε τα λείψανά τους και τα ενταφίασε με πολλή ευλάβεια. Παρακαλούσε τον Θεό κάθε μέρα ν' αξιώσει και την ίδια να έχει τέτοιο μαρτυρικό στέφανο.
Ο έπαρχος Σισίνιος κολάκευε πάλι την Ειρήνη , για να θυσιάσει. Επειδή δεν πειθόταν ,την φοβέρισε λέγοντας την :
- Γνώριζε πως αν παρακούσεις την εντολή μου να θυσιάσεις, θα σε βάλω σ'ένα φανερό και δημόσιο τόπο να έρχεται ο καθένας να σε πορνεύει , για να φθαρεί και μολυνθεί, κατά την γραφή σας , το σώμα και η ψυχή σου.
Τι σκληρότητα και αθλιότητα! Πόσο τυφλωμένη και δαιμονισμένη η καρδιά του κοσμικού άρχοντα! Έρχεται όμως η απάντηση της Ειρήνης να ξεσκεπάσει τον απάνθρωπο ψυχικό κόσμο του έπαρχου. Παρ' όλο που έχασε πριν λίγο τις άλλες αδελφές της, έχει εμψυχωθεί περισσότερο και δεν διστάζει σε οποιονδήποτε πειρασμό και βασανισμό. Έχει σκέπη της την θεία χάρη και δύναμη, την πίστη της στο Χριστό. Μπορεί να είναι μικρή σε ηλικία , αλλά η πίστη και η αγάπη της για τον Χριστό αμέτρητα μεγάλη.
- Έπαρχε, ελπίζω Στον Δεσπότη μου Χριστό να φυλάξει τα πόδια μου από τις παγίδες σου και αμόλυντη την ψυχή μου. Αν πάλι μολυνθώ με την βία, σ'αυτό δεν έχω αμαρτία, γιατί έγινε παρά τη θέληση μου.
Τότε ο άρχοντας , παραδομένος στο μίσος του , παρέδωσε την Ειρήνη στους στρατιώτες να την πάνε στο πορνείο για να γίνει ό, τι έλεγε. Ο Θεός όμως δεν αμέλησε για την πιστή Του δούλη, αλλά έστειλε αγγέλους για στρατιώτες και την πήγαν σ ‘ ένα όρος για να μην εκπληρωθεί το πείσμα του άρχοντα.
Αυτός , αν και είδε τέτοιο θαύμα , δεν σταμάτησε να πολεμά τον Παντοδύναμο, αν και αδύναμος. Ο αφρονέστατος έτρεχε καβαλλάρης προς το όρος, για να την πάρει. Αλλά ακολούθησε άλλο θαύμα . Ενώ έβλεπε την Ειρήνη, δεν μπορούσε να πλησιάσει κοντά. Μια αόρατη δύναμη μπήκε ανάμεσα στην Ειρήνη και σ αυτόν σαν ένα τείχος ακαταμάχητο. Και ενώ έβλεπε, δεν την έβλεπε που ήταν και γυρνούσε το όρος ψηλαφώντας για να την πιάσει. Έτσι, περιπλανήθηκε άσκοπα μέχρι το βράδυ. Τότε ένας στρατιώτης έριξε το βέλος κατά πάνω της και την κατατρύπησε στην καρδιά της. Αυτή ήταν η θέληση του Θεού να την πάρει κοντά του, για να λυτρωθεί από τα βασανιστήρια της ζωής.
Η δε αγία και μάρτυρας Ειρήνη ευχαρίστησε τον Θεό , πριν παραδώσει την ψυχή της, γιατί την φύλαξε καθαρή και αμόλυντη από τα χέρια των βασανιστών της. Και όταν ο άρχοντας έφυγε μακριά, η Αναστασία πήρε το λείψανο της και μαζί με τις άλλες αδελφές της το ενταφίασε με όλες τις τιμές. Όμως όταν έμαθε ο άρχοντας για την Αναστασία, την φυλάκισε, για να την βασανίσει με διάφορα βασανιστήρια. Το μίσος του για αυτήν ήταν αμέτρητο και φοβερό. Όταν τον πληροφόρησαν πως ήταν από αρχοντική γενιά, δεν τόλμησε να την αγγίξει παρά την έστειλε στην Ρώμη, στον ίδιο τον αυτοκράτορα.

Ο αυτοκράτορας απορημένος για τον τρόπο ζωής της , το ντύσιμο της και την όλη αγάπη και φροντίδα για τους χριστιανούς , θέλησε να μάθει τι έκανε την περιουσία της και ζούσε με αυτό τον τρόπο.
- Εξήγησέ μου, είπε ο αυτοκράτορας , τι έκανες τόση πατρική περιουσία και ζεις έτσι;
Η Αγία Αναστασία απάντησε με θάρρος και πίστη πώς την προστατεύει ο Χριστός.
- Πρώτα, μοίρασα την περιουσία μου στους φτωχούς χριστιανούς σύμφωνα με τον νόμο του Θεού μου και, δεύτερον, ήρθα να δώσω θυσία το σώμα μου ολόψυχα στον Χριστό, επειδή δεν εξουσιάζω τίποτα άλλο στον κόσμο, για να αφιερώσω στον Ποιητή και Σωτήρα μου.
Ο αυτοκράτορας δεν θέλησε να προχωρήσει σε βασανιστήρια, γιατί κατάλαβε στην σταθερή πίστη και αφοσίωσή της στον Χριστό και δεν ήθελε να ντροπιαστεί και εξευτελιστεί περισσότερο από τις νίκες της. Γι' αυτό την παρέδωσε ξανά στον έπαρχο. Αυτός με γλυκόλογα και κολακείες, με υποσχέσεις για αξιώματα και τιμές προσπάθησε να την αναγκάσει να θυσιάσει στους θεούς τους.
- Γιατί δεν προσκυνάς τους θεούς, τους οποίους σεβόταν και προσκυνούσε και ο πατέρας σου;
Αυτή απάντησε:
- Αυτούς τους κατάργησα και τους λύτρωσα από τις αράχνες, τις μύγες και τα όρνια που τους ρύπαιναν. Τις δε κοιλιές των φτωχών τις γέμισα με τροφές και έκανα τα άχρηστα, δηλαδή τα χρήματα, χρήσιμα για τους συνανθρώπους μου.
Ο έπαρχος τότε με οργή και θυμό μονολόγησε:
- Μα τους θεούς, αυτήν εγώ θα την κάνω να υποφέρει με πολλά βασανιστήρια, γιατί είναι ιερόσυλη. Η Αναστασία τότε δεν έχασε καιρό και απάντησε:
- Ώ! δικαστή, θαυμάζω τη σκέψη σου, γιατί την καλή αυτή μου πράξη την θεωρείς ιεροσυλία. Αν εκείνα τα άψυχα είχαν ζωή ή δύναμη δεν θα βοηθούσαν να μην συντρίψω ή να με τιμωρήσουν, όταν τους έκαψα;
Ο έπαρχος και πάλι με κολακείες και φοβέρες προσπάθησε να την μεταπείσει να θυσιάσει στους θεούς τους. Η Αναστασία όμως αμετάπειστη και πιστή στον Χριστό υπέμεινε όλες τις προσβολές του. Τότε, απογοητευμένος ο έπαρχος ανέφερε όλα τα γεγονότα στον αυτοκράτορα. Αυτός την παρέδωσε στον αρχιερέα του Καπιτωλίου, τον Ουλπιανό. Άνθρωπος πολυμήχανος και σκληρός, μπορούσε να καταφέρει να την μεταπείσει και να προσκυνήσει τα είδωλα. Η εντολή του βασιλιά ήταν: να θυσιάσει στα είδωλα ή θάνατος. Με τέτοια εντολή ο Ουλπιανός αρχίζει το βασανιστικό του έργο. Στο ένα μέρος βάζει πολύτιμες γυναικείες στολές, πολύτιμες πέτρες, κοσμήματα, ευωδιαστά άνθη, κρεβάτια αργυρά, όμορφα στρώματα και άλλα ωραιότατα κοσμικά πράγματα. Στο άλλο διάφορους μηχανισμούς βασανιστηρίων, για να την φοβίσει με αυτά ή να την δελεάσει με τα άλλα. Όμως, γελάστηκε στις σκέψεις και πράξεις του, γιατί η Αναστασία έμεινε σταθερή στην αγάπη και στην πίστη της προς τον Σωτήρα Χριστό. Έτσι, την φυλάκισε μέχρι τρεις μέρες, για να σκεφτεί το συμφέρον της, όπως έλεγε.
Η αγία Αναστασία του απάντησε:
- Μη χάνεις άδικα τον καιρό σου, γιατί και τρία χρόνια καιρό να μου δώσεις και ακόμα περισσότερο, εγώ προσκυνώ έναν Θεό, τον αιώνιο, για τον οποίο παραδίνω την ψυχή μου ακόμη και με θάνατο. Περιφρονώ τους θεούς σας καθώς και τα προστάγματα των βασιλιάδων σας.
Έμεινε στην φυλακή τρεις μέρες. Δεν έφαγε τίποτα, ούτε και νικήθηκε από τις κολακείες τριών γυναικών που την παρότρυναν προς το κακό, γιατί και αυτές ήταν κολασμένες, αφού για αυτό το λόγο τις έστειλε ο ασύνετος Ουλπιανός, για να την μετατρέψουν προς το κακό. Όλα χαμένος κόπος. Μετά ξεκίνησε να πάει στη φυλακή να τη μολύνει ο ίδιος. Όμως, την ίδια στιγμή τιμωρήθηκε και πληγώθηκε αόρατα από τον Κύριο και έμεινε όχι μόνο τυφλός, αλλά με φοβερούς πόνους φώναζε και επικαλούνταν τους ανίσχυρους θεούς του να τον σώσουν. Με τις φωνές του συγκεντρώθηκαν πολλοί γείτονες και, αφού τον σήκωσαν στα χέρια τους, τον πήγαν στο σπίτι του. Επειδή όμως δεν είχε ανάπαυση από τους φρικτούς πόνους, διέταξε και τον πήγαν στο ναό των ειδώλων, νομίζοντας πως θα βρει θεραπεία. Εκεί από τους φρικτούς πόνους ο άδικος δικαστής παρέδωσε την ψυχή του.
Μετά από αυτό το γεγονός και αφού ελευθερώθηκε η αγία, πήγε σε άλλη χώρα, όπου ήταν φυλακισμένη μια άλλη γυναίκα που λεγόταν Θεοδότη. Αυτή για την στερεή της πίστη έπαθε πολλά φρικτά βασανιστήρια από τον Λευκάδιο, τον άρχοντα της πόλης και στο τέλος φυλακίστηκε.
Η Αναστασία της διηγήθηκε τα δικά της βάσανα και πάθη και έτσι την στερέωσε περισσότερο στην πίστη. Ο Λευκάδιος όταν έμαθε αυτά, την μεν Αναστασία, φυλάκισε, την δε Θεοδότη έστειλε δεμένη με γράμματα στον υπατικό της Βυθανίας. Ο υπατικός την βασάνισε με διάφορα βασανιστήρια και, αφού δεν μπόρεσε να την νικήσει, πρόσταξε να φέρουν τα δυο της παιδιά και τους φοβέρισε όλους πως αν δεν θυσιάσουν στα είδωλα, θα τους θανάτωνε. Ο πρωτότοκος γιος, ο Εύοδος, απάντησε:
- Εμείς, ηγεμόνα, δεν φοβόμαστε τα βασανιστήρια του σώματος, επειδή αυτά μας πηγαίνουν στην αιώνια ζωή. Σεβόμαστε και φοβόμαστε μόνο τον αληθινό Θεό που μπορεί να οδηγήσει στην κόλαση και το σώμα και την ψυχή μας.
Με απορία κοίταξε ο άρχοντας τον νέο Εύοδο και του είπε:
- Θαυμάζω πως, παρόλο που είσαι τόσο μικρός, ξέρεις πολλά και απαντάς σαν μεγάλος.
Και ο Εύοδος
- Η γλώσσα είναι δική μου, αλλά τα λόγια του Κυρίου που υποσχέθηκε να μιλά για μας, όταν μας φέρνουν στα κριτήρια.
Τότε ο ασεβέστατος, χωρίς να λυπηθεί τον μικρό Εύοδο, διατάζει να τον ραβδίσουν μπροστά στα μάτια της μάνας του χωρίς έλεος, για να πληγωθεί βαθιά, βλέποντας το παιδί της να βασανίζεται. Όμως η γενναία μάνα χαιρόταν και το παρακινούσε να αντέξει το μαρτύριο λέγοντας:
- ΄Εχε υπομονή, παιδί μου. Στάσου με θάρρος και δέξου γενναία το μαρτύριο, με την υπομονή σου θα κερδίσεις από τον Κύριο το ένδοξο στεφάνι.
Τότε, ο άνομος δικαστής θύμωσε περισσότερο και παρέδωσε την Θεοδότη σε έναν άνθρωπο ασελγή και μιαρό, που ονομαζόταν Υρτακός. Η εντολή του ήταν να την κάνει ό,τι θέλει. Να την μιάνει αισχρά. Όμως, μόλις την άγγιξε, όλο του το πρόσωπο παραμορφώθηκε. Από τη μύτη του έτρεχε το αίμα σαν ποτάμι. Σε τέτοια έξαλλη κατάσταση φώναξε προς τον υπατικό:
- Μόλις ακούμπησα με το χέρι μου την Θεοδότη, έπαθα μεγάλο κακό. Είδα έναν νέο ωραίο και λαμπρό, που μου έδωσε ένα χαστούκι δυνατό στο πρόσωπό μου και άνοιξε η μύτη μου.
Όμως, αν και άκουγε αυτά και έβλεπε το θαύμα δεν πίστεψε ο ηγεμόνας, αλλά την φοβέριζε ο ασυνείδητος με απειλές και διάφορα βασανιστήρια.
- Αν δεν προσκυνήσεις τους αθάνατους θεούς, είπε, θα δεις μπροστά σου σφαγμένα τα δυο παιδιά σου.
Τι τραγικό, αλήθεια, για μια μάνα ένα τέτοιο φρικτό θέαμα! Τα σπλάχνα της να τα δει έτσι! Ο πόνος και ο κόπος που έκανε να τα μεγαλώσει θα πάει χαμένος; Όμως ποια απάντηση έδωσε η Θεοδότη σ' αυτήν την απειλή;
- Αυτό επιθυμώ και εγώ, είπε, να στείλω ζωντανή, πριν από το θάνατό μου, τα σπλάχνα μου στον Δεσπότη Χριστό, στο βέβαιο και σωτήριο εκείνο λιμάνι. ΄Επειτα να ακολουθήσω και εγώ και μαζί να χαιρόμαστε την αιώνια γαλήνη.
Μια τέτοια απάντηση κατατάραξε τον τύραννο που αμέσως έδωσε εντολή να την κάψουν στο καμίνι μαζί με τα παιδιά της. Με τέτοιο τρόπο παρέδωσαν τις άγιες ψυχές τους η Θεοδότη με τα παιδιά της, στα άχραντα χέρια του Κυρίου, ευχαριστώντας και δοξολογώντας Τον με αγαλλίαση ψυχής.
Η Αναστασία ήταν φυλακισμένη από τον έπαρχο του Ιλλυρικού, ο οποίος, όταν άκουσε πως ήταν από πλούσιους και ξακουστούς γονείς, δοκίμασε, καθώς ήταν φιλάργυρος, να κερδίσει χρήματα. Και της λέγει:
- Αν είσαι αληθινά χριστιανή, πράξε σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου σου. Περιφρόνησε όλα τα χρήματα και αγαθά, δος τα σε μένα, για να λυτρωθείς από τις φροντίδες. Σε αφήνω τότε ελεύθερα να προσκυνάς τον Θεό σου.
Η απάντηση που έδωσε η Αναστασία, έπεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι και στην καρδιά του έπαρχου.
- Ο Κύριός μου, απάντησε, με πρόσταξε τα υπάρχοντά μου να τα δίνω στους φτωχούς. Εσύ είσαι πλούσιος και όποιος σου δώσει ελεημοσύνη είναι ανόητος. Αν όμως τύχει και μείνεις φτωχός και δεν έχεις ούτε τα απαραίτητα για να ζήσεις, τότε με μεγάλη μου χαρά να σε θρέψω πεινώντα, να σε ποτίσω διψώντα και να σε ντύσω γυμνούμενο.
Λέγοντας αυτά και πολλά άλλα, τα οποία αφήνουμε χάρη χρόνου, ο τύραννος εξοργισμένος την ξαναφυλακίζει, μ' εντολή να μην της δώσουν τίποτα για φαγητό παρά μόνο πολύ λίγο μετά τη δύση του ήλιου. Η Αναστασία δεν καταδέχτηκε ούτε εκείνο το λίγο φαγητό για συντήρηση του σώματός της. Είχε όλο τον πόθο και έρωτά της στον Χριστό. Αυτόν είχε παρηγοριά και τροφή και νερό στο σκοτεινό κελί. Κάθε βράδυ δε έβλεπε την μακαρία και σύναθλό της Θεοδότη, η οποία γέμιζε την καρδιά της Αναστασίας με χαρά και αγαλλίαση και της έδινε προθυμία και δύναμη για τους αγώνες της. Η Αναστασία την ρώτησε, γιατί ερχόταν σε αυτήν μετά τον θάνατό της. Και η Θεοδότη απάντησε:
- Ο Θεός δίνει αυτή την χάρη στους μάρτυρες να φανερώνονται σε όσους φίλους θέλουν να συνομιλούν και να χαίρονται μαζί τους.
Μετά από τριάντα μέρες, πιστεύοντας ο τύραννος πως από την πολλή πείνα, στερήσεις και τρόπο ζωής θα αρρώστησε και θα υπέκυπτε η αγία, πρόσταξε να την φέρουν μπροστά του. Όταν την είδε ωραία, χαμογελαστή, χωρίς να αλλάξει τίποτε από την ομορφιά της, θύμωσε και οργίστηκε με τους φύλακές της. Πίστευε ότι η Αναστασία τους εξαγόρασε και αυτοί της έκαναν όλα της τα θελήματα. Γι' αυτό έβαλε άλλους φρουρούς και έκλεισε τις πόρτες της φυλακής με περισσότερη ασφάλεια. Η αγία Αναστασία ήρεμη και δυνατή προσευχόταν μέρα και νύχτα στον Κύριο. Μετά από τριάντα και πάλι μέρες την έβγαλε από την φυλακή και, όταν είδε πως δεν άλλαξε τίποτε πάνω της, πρόσταξε να την αφήσουν στην μέση της θάλασσας με άλλους πολλούς κατάδικους ειδωλολάτρες, για να πνιγούν. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ένας χριστιανός, ο Ευτυχιανός, που πρωτύτερα τον βασάνισε με διάφορους τρόπους και του πήρε όλη του την περιουσία.
Τους έβαλαν σε μια βάρκα και, αφού έφτασαν στη μέση του πελάγου, μπήκαν σε άλλη βάρκα οι στρατιώτες, αφού κατατρύπησαν την βάρκα των καταδίκων, για να βουλιάξει γρήγορα. Ο Θεός όμως έστειλε την μακαρία Θεοδότη, η οποία κρατούσε το τιμόνι, και την κυβερνούσε μέχρι που τους έβγαλε σε σίγουρο τόπο.
Όταν οι κατάδικοι ειδωλολάτρες είδαν αυτό το θαύμα, απόρησαν και πέφτοντας στα πόδια του Ευτυχιανού και της αγίας Αναστασίας παρακαλούσαν να τους διδάξουν την ευσέβεια, την πίστη στον Χριστό και ό,τι άλλο είχε σχέση με τον Σωτήρα Κύριο.
Αυτό και έγινε. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό, εκατόν είκοσι ειδωλολάτρες.
Μετά από τρεις μέρες, όταν έμαθε τα γεγονότα ο έπαρχος, έστειλε στρατιώτες και τους έφεραν στο κριτήριο. Πίστευε ότι θα επιστρέψουν στην προηγούμενη πίστη τους. Αυτό ήταν ένα κακό σημάδι, γιατί θα γινόταν αιτία να πιστέψουν και άλλοι ειδωλολάτρες.
Τους παρακάλεσε πολύ να επιστρέψουν στην προηγούμενη πίστη τους, τάζοντάς τους πολλά δώρα και αξιώματα. Όμως, οι ειδωλολάτρες μαθημένοι από τις ψευτιές και κολακείες των αρχόντων τους, δεν πίστεψαν στα λόγια του και ούτε ήθελαν να χάσουν οι αείμνηστοι την μακαριότητα και αιώνια ζωή για τα πρόσκαιρα και επίγεια αγαθά.
Αφού δοκίμασε ο έπαρχος να τους μεταπείσει με άλλα βασανιστήρια και δεν τα κατάφερε, τους αποκεφάλισε όλους.
Την μακαρία Αναστασία πρόσταξε να την δέσουν σε τρεις πασσάλους και να ανάψουν γύρω της φωτιά μέχρι να καεί. Έτσι παρέδωσε και η αγία Αναστασία την ψυχή της στα χέρια του Θεού με μαρτυρικό θάνατο στις είκοσι δύο (22) Δεκεμβρίου του έτους 290 επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού.
Κάποια γυναίκα που λεγόταν Απολλωνία, από γένος πλούσιο και ξακουστό, παρακάλεσε την γυναίκα του έπαρχου και της χάρισε το λείψανο της Αναστασίας, το οποίο και ενταφίασε με ευλάβεια μεγάλη στον κήπο της. Αργότερα έκτισε στο όνομα της αγίας πολυτελή και περίβλεπτο ναό και την γιόρταζε κάθε χρόνο πλουσιοπάροχα.
Μετά από χρόνια, επειδή η φήμη της Αγίας ήταν μεγάλη, της έκτισαν μεγαλοπρεπή ναό στη Κωνσταντινούπολη και έφεραν εκεί το σεβάσμιο και πολυτίμητο λείψανό της που είναι θησαυρός αγαθών, πηγή θαυμάτων και υγεία ψυχής και σώματος. Προς δόξα του Πατρός και Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιας Θεότητας και Βασιλείας. Σ' Αυτήν πρέπει τιμή και κάθε μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ


Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ
Η Ζάκυνθος, εκείνον τον καιρό, αρχές Αλωνάρη 1571, αγωνιούσε από την απειλή ενός γενικού εξανδραποδισμού. Ο τόσο γνώριμος στους κατοίκους εφιάλτης των τουρκικών επιδρομών άπλωνε τώρα βαρειά τη σκιά του σ’ ολόκληρο το Νησί. Περισσότερα από τριακόσια πενήντα τουρκικά πλοία, με την αρχηγία του τρομερού αρχιπειρατή Ουλουτζαλή, αφού έζωσαν ασφυκτικά όλα τα παράλια, έβγαλαν στην ξηρά δώδεκα χιλιάδες Αγαρηνούς, που έκαιγαν, λεηλατούσαν και σκότωναν. Η εισβολή απέβλεπε στην κατάληψη των αμυντικών προπυργίων του Νησιού και, ιδιαίτερα, του Κάστρου (Τέρρας).
Οι Ζακυνθινοί, όμως, με την εμψυχωμένη καθοδήγηση του Προβλεπτή Παύλου Κονταρίνη, έδειξαν ηρωική άμυνα και απέκρουσαν όλες τις λυσσασμένες επιθέσεις των Αγαρηνών εναντίον του Κάστρου. Ανδραγάθησαν τότε πολλοί Ζακυνθινοί, όπως ο ιερωμένος Κωνσταντίνος Κουτούβαλης και ο γιος του Νικόλαος, ο Γεώργιος Μινώτος, οι Βλαστός, Κοκκάλας, Μονδίνος και άλλοι, που κυνήγησαν τους Αγαρηνούς έως τα πλοία τους.
Ο Ουλουτζαλής, αφού έκαψε τον Αιγιαλό και πολλά χωριά, υποχρεώθηκε να λύση την πολιορκία του Κάστρου και να φύγει ντροπιασμένος με τα πλοία του από τη Ζάκυνθο.
Η φοβερή αυτή επιδρομή των Αγαρηνών στη Ζάκυνθο κράτησε, σχεδόν, δεκαπέντε ημέρες.

Ύστερ’ από δύο μήνες, στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου, κοντά στα νησιά των Εχινάδων, βρέθηκαν αντιμέτωποι οι στόλοι των συμμάχων Χριστιανικών δυνάμεων και των Αγαρηνών, κάπου πεντακόσια πλοία πολεμικά. Εκεί, ήταν πεπρωμένο να γίνει η κοσμοϊστορική ναυμαχία του Έπαχτου, στις 7 του Οκτώβρη 1571, που έκρινε και την τύχη της Ευρώπης. Η νίκη των Χριστιανικών δυνάμεων υπήρξε αποφασιστική για την εξουδετέρωση της τουρκικής απειλής και η Ζάκυνθος, όπως τόσοι άλλοι τόποι, άρχισε ν’ αναπνέει μ’ ένα αίσθημα σιγουριάς για το αύριο. Η Ζάκυνθος πανηγύρισε τότε λαμπρά την απολύτρωση από τον εφιάλτη των τουρκικών επιδρομών στα γαλανά νερά του Ιονίου. Ωστόσο, η σιγουριά τούτη κράτησε μόνο για λίγο. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο τρομερός εφιάλτης ξαναζωντάνεψε!

Τον Ηγούμενο της Αναφωνήτριας βλέπουμε ν’ αναφέρεται σε δύο συμβόλαια, της 16 και 17 Νοεμβρίου 1570 (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ν. Δόριζας), όπου παραχωρεί το μετόχι της Μονής Στροφάδων της Παναγίας στα Παβιολάτα (ή Γοργοεπήκοον) Κεφαλονιάς στον Κ. Παβιόλον, για τρία χρόνια, και τον κάνει συγχρόνως επίτροπό του. Από τότε και μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου 1572, που τον βρίσκουμε σε ανέκδοτο έως τώρα συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Λ. Πλατυπόδη, η παρουσία του δε μαρτυρείται σε κανένα ως τώρα γνωστό έγγραφο.

Η εισβολή τού Ουλουτζαλή στη Ζάκυνθο βρήκε το Δανιήλ πιθανότατα στο ερημητήριό του της Αναφωνήτριας. Όπως αναφέρει το «Χρονικό Γεωργιλά», μια ομάδα εισβολέων έφθασε ως το διπλανό από την Αναφωνήτρια μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών. Οι άπιστοι, αφού λεηλάτησαν το μοναστήρι, αιχμαλώτισαν δύο καλογέρους του. Θα πρέπει να φαντασθούμε ότι εκείνες τις στιγμές, ο Ηγούμενος και οι καλόγεροι της Αναφωνήτριας, αφού έκρυψαν τις ιερές εικόνες και τα σκεύη, κλείστηκαν μέσα στον αρχαίο πύργο του μοναστηριού, που σώζεται ακόμα πλάι στην εκκλησία. Οι άπιστοι, όμως, έφυγαν από το λιμανάκι του Αγίου Γεωργίου, όπου, ασφαλώς, είχαν αποβιβασθή, χωρίς να προχωρήσουν στην Αναφωνήτρια ή τη γύρω της περιοχή.

Ο Ηγούμενος της Αναφωνήτριας έζησε κι αυτός, μαζί με όλους τους συμπολίτες του, το τραγικό δεκαπενθήμερο της εισβολής των Αγαρηνών. Και στις δύσκολες εκείνες στιγμές, μέσα στο Άγιο Βήμα της Αναφωνήτριας, ο Ηγούμενος Δανιήλ Σιγούρος, απόγονος μιας ηρωικής πολεμικής οικογένειας κρατώντας, αντί ξίφος και φονικά όπλα, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, δεήθηκε με θερμά ικετήρια δάκρυα και ακλόνητη Πίστη για την απολύτρωση και σωτηρία του Νησιού του. Και το θαύμα έγινε και το Κάστρο της Ζακύνθου δεν έπεσε κι οι άπιστοι έφυγαν ελεεινοί και ντροπιασμένοι. Πόσα θαύματα έγιναν και γίνονται πάντα, χωρίς να μάθη ποτέ κανείς ποιος τα έκαμε! Κι όμως, πολλά από τα θαύματα του Αγίου Διονυσίου είναι γνωστά πια κι υπάρχουν γι’ αυτά όλες οι επίσημες και αδιάψευστες μαρτυρίες.

Η απολύτρωση της Ζακύνθου από τους Αγαρηνούς γιορτάστηκε στον Αιγιαλό και το Κάστρο, με λιτανείες αγίων Εικόνων, με ποιήματα και υπαίθριες αλληγορικές παραστάσεις. Οι ποπολάροι άρχισαν αμέσως να ξαναχτίζουν τα καμένα σπίτια του Αιγιαλού και της εξοχής. Βούιζε όλος ο τόπος από τραγούδια και χαρές. Οι άρχοντες πάνω στο Κάστρο έβγαλαν ένα προκλάμο, που προκαλεί αληθινά ρίγη συγκινήσεως ως τη στιγμή αυτή! Ούτε λίγο ούτε πολύ, ανήγγειλαν ότι θα γιόρταζαν τα επινίκια της Ζακύνθου με θεατρική παράσταση, όπου θα διδάσκονταν από νέους ευγενείς οι «Πέρσες» του Αισχύλου!

Η ναυμαχία του Έπαχτου, τρεις μήνες αργότερα, υπήρξε το κορύφωμα του θαύματος και της απολύτρωσης του Νησιού από τον απαίσιο βραχνά της κραυγής: - Έρχονται οι Αγαρηνοί!
Οι Ζακυνθινές γαλέρες, που πήραν μέρος στη ναυμαχία, είχαν αράξει τώρα στο νησάκι του Αγίου Νικολάου του Μώλου. Ο κόσμος, από τα μουράγια, χάζευε ώρες ολόκληρες μπροστά τους! -Να η γαλέρα της Κοινότητας, που έχει σοπρακόμιτο τον ήρωα της ναυμαχίας του Έπαχτου, Αντώνιο Κουτούβαλη! Δίπλα της λικνίζεται από το πέλαγος η γαλέρα του Νικολάου Μονδίνου «Η Παναγία». Λίγο μακρύτερα, ολομόναχη και περήφανη, λουσμένη στις τελευταίες ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου, η περίφημη γαλέρα ενός ήρωα της ναυμαχίας, του Μαρίνου Σιγούρου, συγγενή τού Ηγουμένου της Αναφωνήτριας, η «Ιουδήθ», που το ακροστόλιό της σώθηκε και στολίζει σήμερα την είσοδο του μαυσωλείου του Διονυσίου Σολωμού και του Ανδρέα Κάλβου! Ασίγαστες, από τώρα και για πολλές ημέρες, οι καμπάνες των εκκλησιών. Ο Αιγιαλός, το Κάστρο και οι εξοχές ανάπνευσαν και μπορούν να κοιτάζουν άφοβα το πέλαγος!

Ο Δανιήλ επιβλέπει για όλες τις ανάγκες και τα συμφέροντα των μοναστηριών του, ενώ πηγαινοέρχεται από τη Ζάκυνθο στα Στροφάδια. Παράλληλα, διψά για ειρήνη και αγάπη για όλους! Η ψυχή του, άγρυπνη, βρίσκεται παντού και δεν παραλείπει ποτέ κανένα από τα χρέη της. Οδηγός της είναι πάντα ο Εσταυρωμένος. Η προσευχή μαζί με την πράξη, ο ασκητισμός μαζί με την άσβηστη φλόγα της Αγάπης! Είναι όπτης και μύστης του αόρατου πνευματικού κόσμου, της Βασιλείας των Ουρανών! Βλέπει και ακούει στην ερημιά των Στροφάδων και της Αναφωνήτριας τα κρυμμένα μεγαλεία του Θεού, τους χορούς των αγγέλων και τους ύμνους των πνευμάτων! Κι η ψυχή του, η αγγελικά πλασμένη, αλλά και θεληματικά δοσμένη στη γήινη δοκιμασία για τη δόξα του Πλάστη και Δημιουργού της, συμμετέχει μαζί τους στην υπερούσια μουσική της Αφθαρσίας!
Ας τον παρακολουθήσουμε, όμως, εδώ στην επίγεια ζωή του, πριν ακόμα επιχειρήσουμε, ανάξιοι και ταπεινοί, να εγγίσουμε, «μετά φόβου Θεού και Πίστεως», τη μυστική ζωή του Ιεράρχη!

Την 9 Νοεμβρίου 1573, συμφωνεί με το Νούτσο Ραζή, από το χωριό Πισινόντας, για 54 μόδια κριθάρι. Όπως ανέφερε το κατεστραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Κ. Βουτσανέση, ο Νούτσος Ραζής κατείχε σ’ εδαφονομή μέρος χωραφιού στην τοποθεσία Λούμπα του Λαγανά, που είχε πάρει από τον πατέρα του Αγίου Διονυσίου, στα 1559. Ο Νούτσος Ραζής συμφώνησε «μετά του ευγενούς οσιωτάτου ιερομονάχου του κατά κόσμον Σιγούρου και καθηγουμένου της αγίας μονής της Αναφωνήτριας και μετά του αδελφού αυτού μισέρ Κωστή Σιγούρου κ.λπ.». Επίσης, την 8 Αυγούστου 1574, «ο Δανιήλ ο ιερομόναχος το επίκλην Σιγούρος, καθηγούμενος της Μονής της Αναφωνήτριας», έδωσε στο Γεώργιο Σταματίου Βλασσόπουλο ένα χωράφι του στην τοποθεσία Λούρος του χωριού Καλαμάκι (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Α. Λογοθέτης). Την 13 Σεπτεμβρίου 1574, ο Ηγούμενος της Αναφωνήτριας έδωσε στον Σταμάτη Κρόκο ένα χαλαίπεδο «στον Αιγιαλόν Ζακύνθου εν τη τοποθεσία των Σιγουραίων», όπως αναφέρει το ανέκδοτο έως τώρα συμβόλαιο της εποχής, του συμβολαιογράφου Ν. Δόριζα, που, ευτυχώς, διασώθηκε αντίγραφό του.

Την 27 Φεβρουαρίου 1575, συντάσσεται, από το συμβολαιογράφο Ζακύνθου Ν. Παπαγιαννόπουλο, προικοσύμφωνο μεταξύ του Κωνσταντίου Νουκίου Σιγούρου και της Σταματούλας Θεοδώρου Παΐδη, από την Κορώνη. Το προικοσύμφωνο υπογράφεται από τον Αγιο Διονύσιο, που συμφωνεί να γίνει ο γάμος του αδελφού του, ως εξής: «δανιήλ ιερομόναχος και καθηγούμενος βεβεώνω τα άνοθεν και υπόγραψα».

Την 7 Ιουλίου 1576, ο Ηγούμενος της Αναφωνήτριας Δανιήλ Σιγούρος παρουσιάστηκε στο συμβολαιογράφο Ζακύνθου Ι. Γαβριηλόπουλο και όρισε, μπροστά σε μάρτυρες, γενικό επίτροπό του τον οικονόμο του ίδιου Μοναστηριού, Φιλόθεο Τρομπέτα, στον οποίο έδωσε απόλυτη εξουσία και ελευθερία, «ίνα δύναται, εξ ονόματος αυτού, να λαμβάνη και ζητή παρ’ οιουδήποτε έχοντος δοσοληψίας μετά του Ιεράρχου παν είδος πιστώματος, ιδία δε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα της Μονής εκ της αδίκου ενοχλήσεως, της προσγιγνομένης αυτή υπό του διαχειριστού της Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου των Χαρίτων και να χαίρηται πλήρη δικαιοδοσίαν, όπως ενάγη εις τα δικαστήρια τους οφειλέτας και τα τοιαύτα». Από το συμβόλαιο αυτό φαίνεται ότι ο Δανιήλ ήθελε να μείνει αρκετόν καιρό στα Στροφάδια.

Την 16 Ιουνίου 1577, ο οικονόμος Στροφάδων και, συγχρόνως, εξουσιαστής της Μονής Αναφωνήτριας, Φιλόθεος ο Τρομπέτας, «με θέλημα του ηγουμένου της Αναφωνήτριας, ο οποίος θέλει να υπογράψει με το χέρι του, ήγουν ο ηγούμενος ο κύρις δανιήλ το κατ’ επίκλησιν σιγούρος...», ήλθε σε συμβολαιογραφική συμφωνία με το Γεώργιο Παπαγεωργόπουλο, για κάποιο περιουσιακό ζήτημα του Μοναστηριού (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ι. Δρακόπουλος). Από το συμβόλαιο αυτό, προκύπτει ότι ο Δανιήλ απουσίαζε από τη Ζάκυνθο και θα επέστρεφε σύντομα. Και πραγματικά, σε λίγο καιρό (άγνωστο ποια ημερομηνία), ο Δανιήλ ήλθε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, προκειμένου ν’ αναχωρήσει από εκεί για προσκύνημα του Αγίου Τάφου.

Δεν είναι γνωστό ακριβώς πώς βρέθηκε ο Δανιήλ στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Οι Συναξαριστές αναφέρουν ότι έφθασε από τη Ζάκυνθο στις Κυκλάδες, αναζητώντας πλοίο για την Παλαιστίνη και από εκεί πήγε στον Πειραιά, για το σκοπό αυτό. Απεναντίας, ο Αρχιεπίσκοπος και ιστοριοδίφης Νικόλαος Κατραμής υποστηρίζει ότι ο Δανιήλ βρέθηκε στην Αθήνα, εξ αιτίας της πειρατείας, η οποία τον ανάγκασε να ματαιώσει το ταξίδι του στην Παλαιστίνη. Η εκδοχή αυτή φαίνεται πιθανότερη. Οπωσδήποτε, είτε γιατί αναζητούσε πλοίο είτε γιατί δε μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι του, εξ αιτίας των πειρατών, ο Δανιήλ ήλθε το καλοκαίρι του 1577 στην Αθήνα, όπου σχετίσθηκε με τον ευπαίδευτο και φημισμένο για τις αρετές του Αρχιεπίσκοπο Νικάνορα (1570 - 1592). Ο Δανιήλ ανέβηκε πιθανότατα στην Αθήνα, για να προσκυνήση τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Νικάνορα και να χαιρετίση την οικογένεια των αρχόντων Μπενιζέλων. Οι οικογένειες Σιγούρου και Μπενιζέλων είχαν στενό φιλικό σύνδεσμο και, μάλιστα, ύστερ’ από λίγα χρόνια συγγένεψαν.

Ο Νικάνωρ, επιβλητική μορφή σοφού και καλλιεργημένου Ιεράρχη, ενθουσιάστηκε από τη γνωριμία του Ζακυνθινού Ηγουμένου. Η ευσέβεια και η απλότητα του Δανιήλ, η άριστη θεολογική κατάρτισή του, ο ταπεινός χαρακτήρας και η ασύγκριτη ευγένεια των τρόπων, έδειχναν, από την πρώτη κιόλας στιγμή, τα σπάνια ιερατικά χαρίσματα και τις αρετές του αρχοντικού γόνου της Ζακύνθου. Έτσι, ο Νικάνωρ τού πρότεινε αμέσως να τον χειροτονήσει Αρχιεπίσκοπο Αίγινας, Ύδρας, Πόρου και Αγκιστρίου, όπως απαρτιζόταν η εκκλησιαστική περιφέρεια Αίγινας - Πόρου, η οποία ανήκε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η Αρχιεπισκοπή τής Αίγινας, όπως είναι γνωστό, εξαρτώμενη από τη Μητρόπολη Αθηνών, εκείνο τον καιρό εσχόλαζε. Ο Δανιήλ αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι οι δυνάμεις του δεν του επέτρεπαν ν’ αναλάβει ένα τόσο βαρύ αξίωμα.
Ο Νικάνωρ, όμως, επέμεινε και αγωνίσθηκε, μάλιστα, για να πείσει το Δανιήλ ν’ αναλάβει το Θρόνο της Αίγινας. Τελικά, τα κατάφερε. Έτσι, όταν βγήκε η επίσημη άδεια της Μεγάλης Εκκλησίας (Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν τότε ο Ιερεμίας ο Β΄), ο Νικάνωρ χειροτόνησε ο ίδιος το Δανιήλ, μαζί με άλλους δύο Επισκόπους, υπαγόμενους στη Μητρόπολη Αθηνών, στην εκκλησία της Παναγίας Γοεργοεπηκόου (μετέπειτα Αγιος Ελευθέριος, πλάι στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών). Στη χειροτονία, ο Νικάνωρ έδωσε στο Δανιήλ το όνομα Διονύσιος, τιμώντας, έτσι, τον Πολιούχο Αθηνών Αγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Ένας ακόμα μεγάλος δεσμός, ο ιερότερος και πολυτιμότερος, είχε πια σφραγιστεί στις μακραίωνες σχέσεις Αθηνών και Ζακύνθου.

Η Αίγινα ήταν ερημωμένη, σχεδόν, ύστερ’ από την επιδρομή του Βαρβαρόσα και τη σφαγή των κατοίκων (1537), όταν οι Τούρκοι έδιωξαν από το Νησί τους Βενετούς. Οι ελάχιστοι Αιγινήτες, που γλίτωσαν από τη σφαγή, τον εξανδραποδισμό και τη φωτιά, είχαν καταφύγει στα βουνά. Στα επόμενα σαράντα χρόνια, πήγαν στην Αίγινα σαν άποικοι κάμποσοι δραστήριοι άνθρωποι από άλλους γειτονικούς τόπους.
Έτσι, το ερημωμένο, αλλά όμορφο Νησί άρχισε να ξαναγεννιέται από τη στάχτη του. Η Αίγινα παρουσιάζει στην Ιστορία της μεγάλη συγγένεια με τη Ζάκυνθο, όχι μόνο εξ αιτίας της Αρχιερατείας του Αγίου Διονυσίου, αλλά και γιατί και τα δύο Νησιά είχαν ανέκαθεν, στη μακραίωνη ζωή τους, την ίδια κοινή μοίρα της ολοκληρωτικής καταστροφής κι ύστερα της αναγέννησης! Όταν ξαναγύρισε η ζωή στην Αίγινα, η Ορθόδοξη Εκκλησία ετοιμάστηκε να επανιδρύσει τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο του Νησιού. Και ο Νικάνωρ, όπως είδαμε, βρήκε αμέσως στο πρόσωπο του Ηγουμένου της Ζακύνθου τον άξιο Ιεράρχη της αναγεννημένης Αίγινας.

Η γνωστή άποψη, ότι η ορθόδοξη επισκοπή της Αίγινας, από τα 1204 ως την αρχιερατεία του Διονυσίου Σιγούρου (1577 - 1578) εσχόλαζε, αποδεικνύεται, από το Ημερολόγιο του Marino Sanuto, εσφαλμένη. Έτσι, μπορεί να υποστηρίξει κανείς βάσιμα ότι ύστερ’ από την εγκατάσταση των Βενετών στην Αίγινα (1451), επετράπη και η εγκατάσταση ορθόδοξου Αρχιεπισκόπου στο Νησί. Άρα, ο Διονύσιος Σιγούρος δεν ήταν ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος της Αίγινας, όπως πιστεύεται απ’ όλους, αλλά υπήρξε ο πρώτος ύστερ’ από την καταστροφή του Βαρβαρόσα (1537). Δηλαδή, ο Θρόνος της Αίγινας εσχόλαζε από το 1537 μέχρι το 1577, ακριβώς σαράντα χρόνια.

Η αρχιερατεία του Διονυσίου Σιγούρου στην Αίγινα κράτησε από τα τέλη του 1577 μέχρι τα μέσα ή τέλη του 1578. Ο Διονύσιος αγάπησε την Αίγινα και τους Αιγινήτες. Παραστάθηκε σαν αληθινός πνευματικός πατέρας σ’ όλες τις ανάγκες και τους σκληρούς αγώνες των αποίκων και των ελάχιστων αρχικών κατοίκων της Παληαχώρας της Αίγινας. Η ανάμνηση της φρικτής τραγωδίας ήταν ακόμα ολοζώντανη στις μνήμες του Νησιού. Ο Διονύσιος ενέπνεε, στήριζε, καθοδηγούσε, άνοιγε ορίζοντες σε κάθε ζωή! Οι λιγοστοί Αιγινήτες της Παληαχώρας τον αγαπούσαν και τον ελάτρευαν κι αντλούσαν από τα ευλογημένα θαυματουργά χέρια του την ελπίδα και το θάρρος για ένα καλύτερο αύριο.
Η αρχιερατική παρουσία του Διονυσίου στην Αίγινα ήτανε Φως και Ζωή! Ένας καινούριος κόσμος ημεράδας και αγάπης είχε ανατείλει στην τρομακτική εκείνη πλαγιά τού εξανδραποδισμού και της σφαγής! Στην Επισκοπή της Παληαχώρας της Αίγινας, υπάρχει ακόμα, έξω από την πόρτα της εκκλησίας, ο πέτρινος θρόνος, όπου, ύστερ’ από τον εκκλησιασμό, καθόταν ο Διονύσιος και μοίραζε το αντίδωρο στους πιστούς. Ο Διονύσιος είχε εγκατασταθεί στο διπλανό από την Επισκοπή κελί, όπου σήμερα διασώζεται η μεταγενέστερη συγκινητική επιγραφή, εκδήλωση αιώνιας λατρείας των Αιγινητών στον Ιεράρχη τους: Προς τιμή του Αγ. Διονυσίου, ανακινούμε το σπίτι του. Ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος λειτουργούσε στην εκκλησία της Επισκοπής σ’ όλο το διάστημα της Αρχιερατείας του στην Αίγινα.

Ύστερ’ από ένα χρόνο, έφυγε ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος από την Αίγινα, αφού πρώτα νουθέτησε κ’ ευλόγησε τους Αιγινήτες. Υπήρχε, βέβαια, η νοσταλγία του Διονυσίου για την ερημιά των Στροφάδων και της Αναφωνήτριας, κι ακόμα η ασίγαστη επιθυμία να υπηρετήσει τον ιερό σκοπό της ψυχικής σωτηρίας των συμπολιτών του. Ωστόσο, πάνω από κάθε προσωπικό αίσθημα ή εσωτερική ανάγκη, ο Διονύσιος έβαζε πάντα το καθήκον, τα ιερά πνευματικά του χρέη. Ακριβώς αυτά, στη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή, τον υποχρέωναν, όπως φαίνεται, ν’ αφήσει την Αίγινα.
Την εύλογη εξήγηση, μας τη δίνει ο Πάνος Κ. Καλλιγάς: «Η αρχιεπισκοπή ουσιαστικώς ήτο άνευ ποιμνίου, υπάρχουσα μόνον ονομαστικώς, μη δυναμένη δε να επαρκέση εις τας προς την προϊσταμένην αυτής εκκλησιαστικήν αρχήν υποχρεώσεις και του αρχιεπισκόπου τας ανάγκας. Δια τον αρχιεπίσκοπον τούτον, τον τόσον ευσυνείδητον και ευθύν τον χαρακτήρα, η παραμονή εις τον θρόνον κατέστη μαρτύριον και το 1579 (γράφε 1578) παρητήθη προς μεγάλην θλίψιν των Αιγινιτών, μεθ’ ο επανήλθεν εις Ζάκυνθον και εγκατεστάθη πάλιν εις τη Μονήν της Αναφωνήτριας...».

Έτσι, ο Αγιος Διονύσιος, φεύγοντας ως Ηγούμενος από τη Ζάκυνθο, το καλοκαίρι του 1577, με σκοπό να φθάσει στους Αγίους Τόπους και να προσκυνήσει τον Τάφο του Χριστού, επέστρεφε τώρα χωρίς να εκπληρώσει την ιερή αυτή επιθυμία, επωμισμένος συγχρόνως και το βαρύ αξίωμα του Αρχιεπισκόπου. Ο Ιεράρχης έβλεπε μέσα στην ψυχή του καθαρά όλες τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του αξιώματός του, όχι μόνο απέναντι των συμπολιτών του, αλλά και απέναντι της Ορθόδοξης Εκκλησίας.


Ο ΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Οι ανταγωνισμοί των αρχόντων της Ζακύνθου, αντιζηλίες, κυρίως, για τα πρωτεία και τις τιμές του Συμβουλίου της Κοινότητας, είχαν εκδηλωθεί από τα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας. Οι τίτλοι και τα αγαθά, που παραχωρούσε η Βενετία στους άρχοντες για τις πολεμικές τους υπηρεσίες σ’ αυτήν, ανάσταιναν ακόρεστες επιθυμίες ανωτέρων τιμητικών διακρίσεων και φιλοπρωτίας.

Η αρχοντική οικογενειακή παράδοση -ανδραγαθήματα στους πολέμους και ανώτερη κοινωνική επιβολή- αποτελούσε απαραίτητο κριτήριο εξασφαλίσεως υψηλοτέρων αξιωμάτων στην ιεραρχία του Συμβουλίου της Κοινότητας και, γενικότερα, της Βενετσιάνικης αποικιοκρατίας. Ο ανταγωνισμός αυτός των αρχόντων της Ζακύνθου, επόμενο ήταν να εκδηλωθεί εντονότερος ανάμεσα στις οικογένειες εκείνες, οι οποίες είχαν προσφέρει σπουδαίες πολεμικές υπηρεσίες στη Βενετία, εξασφαλίζοντας, έτσι, τα πρωτεία της κοινωνικής ζωής του τόπου. Οι εξέχουσες και συγγενικές οικογένειες των Σιγούρων και των Μονδίνων, ιδιαίτερα ύστερ’ από τη Ναυμαχία του Έπαχτου, φορτωμένες με νέα πολεμικά τρόπαια και δάφνες, απόκτησαν ακόμη περισσότερη δύναμη, όχι μόνο στις τάξεις του αρχοντολογιού, αλλά και στον ίδιο το Λαό. Οι ποπολάροι, ανάλογα με τις υποχρεώσεις, τα αισθήματα και τα συμφέροντα καθενός, εξεθείαζαν τις πολεμικές αρετές και τα κοινωνικά προτερήματα, άλλοι των Σιγούρων και άλλοι των Μονδίνων.
Έτσι, άρχισε να χωρίζεται ο ανήσυχος και δραστήριος Αιγιαλός σε δύο μεγάλες αντίπαλες κοινωνικές παρατάξεις οπαδών και αντιπάλων των δύο πρωτευουσών οικογενειών.

Εκείνο τον καιρό (1581), οι σχέσεις των δύο οικογενειών είχαν οξυνθεί, από άγνωστη αιτία. Έτσι, η φιλονικία αυτή, που κατέληξε σε αδιάλλακτη αμοιβαία έχθρα (οφειλόμενη πιθανότατα στους ανταγωνισμούς των ιερατικών αξιωμάτων του Συμβουλίου της Κοινότητας), εύρισκε ζωηρή εριστική απήχηση στους οπαδούς των δύο οικογενειών.
Όπως προκύπτει από τέσσαρες ανέκδοτες πολύτιμες εκθέσεις του Προβλεπτή Ζακύνθου, Giov. Antonio Venier, προς τη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση, χρονολογημένες από 21 Νοεμβρίου 1582, 28 Δεκεμβρίου 1582, 1 Ιουνίου 1583 και 16 Ιουλίου 1583, η αδιάλλακτη έχθρα των δύο πρωτευουσών οικογενειών Σιγούρων και Μονδίνων είχε ξεσηκώσει ολόκληρο τον Αιγιαλό σε δύο αντιμαχόμενες φατρίες, με αποτέλεσμα να προκαλούνται ταραχές και φόνοι.

Ο Προβλεπτής αναφέρει, στην πρώτη του έκθεση, ότι οι έχθρες και τα μίση των δύο οικογενειών και παρατάξεων, που βρήκε όταν πάτησε το πόδι του στη Ζάκυνθο, «ύστερ’ από μια πομπώδη ειρήνευση», άναψαν πάλι, κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του 1582. (Πιθανότατα, η ανακωχή αυτή ακολούθησε ύστερ’ από την δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, αδελφού του Αγίου Διονυσίου, στις αρχές Δεκεμβρίου 1580). Ο Προβλεπτής δεν αναφέρει τη δολοφονία τούτη, ούτε τα αίτια της «πομπώδους» ανακωχής των δύο οικογενειών. Ο σκοπός των εκθέσεών του, ιδιαίτερα της πρώτης και της δεύτερης, αποβλέπει στο να εκφράσει τις ζωηρές ανησυχίες του για την εξέλιξη της οξύτατης αυτής αντιδικίας των δύο οικογενειών και παρατάξεων, και να κρούση τον κώδωνα του κινδύνου στη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση για μια ενδεχόμενη γενικότερη κοινωνική σύρραξη στη Ζάκυνθο.
Οι προσπάθειές του, όπως αναφέρει ο ίδιος, για να ειρηνεύσει τους αντιμαχόμενους, τιμωρώντας ακόμα όσους έδειχναν ανυπακοή, έμειναν άκαρπες και ναυάγησαν. Η κοινωνία του πυκνοκατοικημένου Αιγιαλού ήταν αδιάλλακτα χωρισμένη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και δεν είχε μείνει κανένας ουδέτερος στην οικογενειακή αυτή διένεξη! Ολοένα, κάθε μέρα, μεγάλωναν τα μίση και άναβε ο φανατισμός, με αντεκδικήσεις και φόνους. Ο Προβλεπτής και οι Ευγενείς από το Κάστρο, ήταν αδύνατο, εξ αιτίας της αποστάσεως και των μέσων, να εμποδίσουν ένα γενικότερο κύμα κοινωνικών ταραχών στον ανταριασμένο Αιγιαλό. Απευθύνεται, λοιπόν, ο Προβλεπτής προς τη Βενετσιάνικη Γερουσία, η οποία είχε σημαντικά στρατηγικά συμφέροντα από τη γεωγραφική θέση της Ζακύνθου, και ζητεί να βρει αυτή αποτελεσματικούς τρόπους ειρηνεύσεως των δύο οικογενειών και παρατάξεων.
Οι φόνοι, τα επεισόδια και άλλα, άγνωστα έως τώρα, τοπικά γεγονότα της χρονικής περιόδου 1582 - 1583, πλαισιωμένα όλα από την αδιάλλακτη έχθρα των δύο οικογενειών και παρατάξεων, αποτελούν το αντικείμενο των υπολοίπων ανεκδότων εκθέσεων του Προβλεπτή Ζακύνθου Giov. Antonio Venier. Οι πολύτιμες αυτές εκθέσεις αποκτούν ιδιαίτερη αξία για την ιστορική έρευνα της κοινωνίας της Ζακύνθου στα χρόνια εκείνα. Εμείς, ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι εδώ να σταματήσουμε αποκλειστικά και μόνο στο σκοτεινό ζήτημα της δολοφονία του Κωνσταντίου Νουκίου Σιγούρου.

Ο Ε. Ρ. Ραγκαβής γράφει ότι ο αδελφός του Αγίου Διονυσίου Κωνσταντίνος σκοτώθηκε σε κάποια μάχη στην Πελοπόννησο, στα 1582. Ο Ραγκαβής, ωστόσο, παραλείπει να μνημονεύσει την πηγή από όπου αντλεί την πληροφορία του. Όπως κι άλλες πληροφορίες του Ραγκαβή για τη Ζακυνθινή οικογένεια Σιγούρου, έτσι κι αυτή ελέγχεται ανακριβής.
Ο Λ. Χ. Ζώης απέδειξε, από επίσημα έγγραφα του κατεστραμμένου Αρχειοφυλακείου Ζακύνθου, ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος ζούσε μέχρι την 14 Ιουλίου 1580, που έδωσε στον Ιω. Μαλλιαρά το περιβόλι του στις Βαρές (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ιω. Δρακόπουλος), και είχε πεθάνει πριν από την 21 Δεκεμβρίου 1580, που ο Ιεράρχης Διονύσιος και ο πενθερός του αδελφού του, Θεόδωρος Παΐδης, παρίστανται ως επίτροποι της κληρονομίας του «ποτέ μισέρ Κωνσταντή Σιγούρου» (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ν. Παπαγιαννόπουλος).

Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος παντρεύτηκε τη Σταματούλα Θεοδώρου Παΐδη. Από το γάμο του, απέκτησε δύο κόρες, την Παυλίνα και τη Φιορού. Η πρώτη πέθανε νεώτατη κ’ η δεύτερη παντρεύτηκε στα 1600, τον Π. Στυλιανέση. Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος, επιφανής άρχοντας και κτηματίας, απέτυχε την 19 Ιουνίου 1580, ως Σύνδικος της Κοινότητας Ζακύνθου, ψηφίσθηκε, όμως, ως Κήνσωρ, με ψήφους 81 κατά 45. Η αποτυχία του εκείνη να υπερψηφισθή Σύνδικος, μήπως υπήρξε απαρχή της φιλονικίας των Σιγούρων με τους Μονδίνους; Εξέχοντες Υμνογράφοι του Αγίου Διονυσίου, κυρίως, όμως, η αγέραστη και ζωντανή παράδοση της Ζακύνθου, αναφέρουν ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος δολοφονήθηκε κι ο φονιάς, κυνηγημένος από τις Αρχές, περιπλανήθηκε άθελά του στα βουνά κι έφθασε στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου ζήτησε άσυλο από τον άγνωστό του Ηγούμενο και αδελφό του θύματος.
Ο κακούργος εξομολογήθηκε το φρικτό έγκλημά του στον Ηγούμενο της Αναφωνήτριας. Ο Άγιος Διονύσιος έκρυψε από τους στρατιώτες και συγχώρησε το φονιά του αδελφού του και, μάλιστα, τον βοήθησε να φύγη με μια βάρκα, μέσα στη νύχτα, για την απέναντι στεριά της Κεφαλονιάς.


Η εγκυρότερη μαρτυρία της συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προέρχεται από τον Υμνογράφο του, Άγγελο Σουμάκη, γνωστό άρχοντα και λόγιο της Ζακύνθου. Ο Άγγελος Σουμάκης ή Συμμάχιος εξυμνεί την πράξη συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προς το φονιά του αδελφού του, την οποία είχε ακούσει ασφαλώς από το στόμα των γονέων, συγγενών και συμπολιτών του, συγχρόνων της ζωής ή του θανάτου του Ιεράρχη.
Παρ’ όλη την έλλειψη ως τώρα σύγχρονης γραπτής μαρτυρίας για τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, εμείς την παραδεχόμαστε, από πολλά επίσημα στοιχεία, ως το ιστορικό γεγονός των αρχών Δεκεμβρίου του 1580. Μια έρευνα στον κυκεώνα των Βενετσιάνικων Αρχείων, πιστεύουμε πως, ανάμεσα σ’ άλλα, θα έφερνε στο φως και το κλειδί του ιστορικού αυτού ζητήματος! Ωστόσο, υπάρχει από τα πράγματα ένα μυστήριο γύρω από την απόκρυψη της δολοφονίας του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου.
Η μοναδική έγγραφη πηγή της Ζακύνθου, που θα έλυνε οριστικά το σκοτεινό αυτό ζήτημα, εξαφανίσθηκε σκόπιμα σε άγνωστη εποχή και από άγνωστο πρόσωπο! Ένα μεγάλο «γιατί» γεννιέται αυθόρμητα, ύστερ’ από την ανάγνωση της παρακάτω επίσημης μαρτυρίας του Λ.Χ. Ζώη: «Ανέτρεξα εις πολλάς πηγάς, προς εξακρίβωσιν του θανάτου του (του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου), διεξήλθα κατά λέξιν σχεδόν όλους τους τότε συμβολαιογράφους και άλλα έγγραφα, εζήτησα σχετικάς πληροφορίας εκ των Αρχείων Κερκύρας και Βενετίας, αλλ’ αι παρασχεθείσαι μοι πληροφορίαι ουδόλως διελεύκαναν το τόσω σκοτεινόν, όσω και ενδιαφέρον ζήτημα τούτο. Μία μόνη ευτυχής σύμπτωσις παρουσιάσθη, η οποία και προς στιγμήν εθέρμανε τας ελπίδας μου. Ήτο η ανακάλυψις παρά τω Αρχειοφυλακείω Ζακύνθου του Βιβλίου Αποφάσεων του Κακουργοδικείου των ετών 1580 - 1584, όπου ήλπιζα ότι θ’ ανεύρισκον την καταδικαστικήν απόφασιν του φονέως και την αιτίαν του φόνου του Κωνσταντίνου Σιγούρου, αν, πράγματι, συνέβη τοιούτος. Ατυχώς, αι ελπίδες μου διεψεύσθησαν, διότι εκ του ανωτέρω βιβλίου έχουν αποσπασθή και φαίνονται τα ίχνη της εκραφής τα υπ’ αρ. 5 και 6 (φύλλα), σελίδες τέσσαρες, ακριβώς εις τα φύλλα εκείνα, εις τα οποία διαλαμβάνονται αι καταδικαστικαί αποφάσεις από το τέλος Νοεμβρίου 1580 μέχρι της 6 Μαρτίου 1581.

Επίσης, και εκ του τέλους του βιβλίου έχουν αποσπασθή δύο σελίδες, εν αις ονομαστικόν ευρετήριον των περιεχομένων του βιβλίου. Τι να υποθέση τις εντεύθεν; Υπήρχε πράγματι εις τας ελλειπούσας σελίδας το όνομα του φονέως του Κωνσταντίνου Σιγούρου και η αιτία της πράξεως; Και αν υπήρχε, ποία χειρ βέβηλος ή αργυρώνητος απέσπασε τα σελίδας εκείνας; Και οι αποσπάσαντες -διότι, ασφαλέστατα, αι σελίδες απεσπάσθησαν σκοπίμως- ήσαν τάχα ενδιαφερόμενοι, ήσαν συγγενείς του δράστου, ζητήσαντες ούτω ν’ αποκρύψουν από τας μελλούσας γενεάς το όνομα του φονέως του αδελφού του Αγίου, δια την αλγεινήν εντύπωσιν, ή άραγε του παθόντος, φονευθέντος ίσως δια πράξιν, η οποία, χάριν του γοήτρου της οικογένειας των Σιγούρων, θα έπρεπε να μη γίνη γνωστή εις τους μεταγενέστερους; Όπως και αν έχη το πράγμα, μυστήριον καλύπτει την υπόθεσιν ταύτην...».

Και ερωτάται: Την απόσπαση των σελίδων εκείνων, όπου υπήρχε το όνομα του φονιά, τα αίτια της πράξεως, κι η καταδικαστική απόφαση, επραγματοποίησαν οι Μονδίνοι ή οι Σιγούροι; Ας λεχθεί ότι παλιότερα είχε διορισθεί Αρχειοφύλακας Ζακύνθου κάποιος Μονδίνος και, συνεπώς, η απόσπαση των σελίδων ήταν εύκολη. Επίσης, δεν πρέπει ν’ αποκλεισθεί καθόλου και η εκδοχή της αποσπάσεως των σελίδων από την οικογένεια των Σιγούρων, από ευσχημοσύνη προς το πρόσωπο του Αγίου, αν όχι και σύμφωνα με την απαίτηση του ίδιου, για να ειρηνεύσουν τα πνεύματα. Η τελευταία αυτή εκδοχή πλησιάζει περισσότερο προς την αλήθεια, επειδή, αν προσέξει κανείς σ’ όλα τα μεταγενέστερα οικογενειακά συμβόλαια του Αγίου Διονυσίου, θα παρατηρήσει ότι σε κανένα απ’ αυτά δε μνημονεύεται ο τρόπος του θανάτου του αδελφού του, αλλά πάντα η έκφραση «ο μακαρίτης μισέρ Κωνσταντής» κι ακόμα, το σπουδαιότερο, ότι ύστερ’ από λίγα χρόνια, η τόσο επιθυμητή συμφιλίωση των δύο οικογενειών είχε πραγματοποιηθεί, χωρίς καμμίαν επέμβαση ή πίεση της Βενετίας.

Πίσω απ’ όλα αυτά, είμαστε βέβαιοι ότι υπήρχε η απέραντη ανεξικακία και συγνώμη του Αγίου μας, ο οποίος, αφού ήπιε ολόκληρο το φοβερό εκείνο ποτήρι της δολοφονίας του αγαπημένου του αδελφού, έσφιξε την καρδιά του, κοίταξε ψηλά και αγωνίσθηκε σκληρά με όλους, και πρώτ’ απ’ όλα με τον ίδιο τον εαυτό του, για να ξεχασθή το τρομερό εκείνο έγκλημα, που μάτωσε τόσο την ψυχή του, να ειρηνεύσουν οι δύο πρωτεύουσες οικογένειες και να συμφιλιωθούν οι συμπολίτες του.


Η ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟ ΘΡΟΝΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

Όπως είναι γνωστό, από τα πρώτα χρόνια του 13ου αιώνα, είχαν καταλυθεί από τους φράγκους δυνάστες της Ανατολής οι ορθόδοξοι αρχιερατικοί θρόνοι της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου. Στα μέσα περίπου του 15ου αιώνα, επί Λεονάρδου Β΄ Τόκκου, διορίσθηκε κοινός ορθόδοξος επίσκοπος Κεφαλονιάς, Ζακύνθου, Ιθάκης και Στροφάδων ο Γεράσιμος Λοβέρδος και, συγχρόνως, θεσπίστηκε να εκλέγει πάντα τον Επίσκοπο, με τη συμμετοχή υποψηφίων Ιθακησίων, Κεφαλλήνων και Ζακυνθίων, αποκλειστικά και μόνο ο κεφαλληνιακός κλήρος. Είναι άγνωστο γιατί ο Λεονάρδος Β΄ Τόκκος ή οι διάδοχοί του έδωσαν στον κεφαλληνιακό κλήρο το χαριστικό αυτό προνόμιο. Από τότε ο κεφαλληνιακός κλήρος, από αίσθημα τοπικισμού, απέκλεισε τους άξιους του αξιώματος Ζακυνθινούς ιερωμένους (Ιθακήσιοι ποτέ δεν υπέβαλαν υποψηφιότητα) και εξέλεγε Κεφαλλήνιους επισκόπους.

Ύστερ’ από την εκλογή και την έκδοση της πατριαρχικής άδειας, ακολουθούσε η χειροτονία του επισκόπου, από το μητροπολίτη Κορίνθου. Έτσι, η κοινή, πλέον, επισκοπική έδρα Κεφαλονιάς και Ζακύνθου εξακολούθησε να υπάγεται στο μητροπολίτη Κορίνθου, σύμφωνα με την αναγνωρισμένη από παλιότερα ορθόδοξη εκκλησιαστική θεσμοθεσία. Η δικαιοδοσία, όμως, του κεφαλληνιακού κλήρου επί του ζακυνθινού, όπως επέβαλλαν οι τύποι και τα προνόμια - θεσπίσματα των άλλοτε κυριάρχων φράγκων, έγινε απαρχή εκκλησιαστικών διενέξεων των δύο Νησιών.

Όταν οι Βενετοί έγιναν κύριοι της ερημωμένης σχεδόν Ζακύνθου (1485) κι ακόμα στα πρώτα χρόνια του 16ου αιώνα, εξ αιτίας του αποικισμού και της ακαταστασίας των καιρών, είχε αμεληθεί από τους εγκατοίκους η ανάγκη της επανιδρύσεως του ορθόδοξου τοπικού επισκοπικού θρόνου. Οι κάτοικοι, στα δύσκολα εκείνα χρόνια, έχτιζαν σπίτια ή ξεχέρσωναν χωράφια για την επαναφορά ομαλών συνθηκών κάποιας κοινωνικής ζωής. Η Βενετία, ωστόσο, έδωσε το δικαίωμα της εκλογής ορθοδόξου αρχιερέα (πρωτοπαπά) για την προσωρινή διοίκηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Ο πρωτοπαπάς κανόνιζε γάμους, επέτρεπε αφορισμούς, έκρινε υποθέσεις εκκλησιαστικές κλπ, εκτός από τη χειροτονία ιερωμένων. Οι υποψήφιοι έπρεπε να πηγαίνουν στην Κεφαλονιά και να χειροτονούνται από τον ορθόδοξο επίσκοπο Κεφαλονιάς και Ζακύνθου.
Ο πρωτοπαπάς της Ζακύνθου εκλεγόταν από τον ορθόδοξο επίσκοπο των δύο Νησιών μέχρι του 1601, οπότε αποφασίστηκε να διορίζεται κάθε πενταετία, ύστερ’ από ψηφοφορία του Συμβουλίου Ζακύνθου. Η Κοινότητα Ζακύνθου, που είχε προκαλέσει την απόφαση της Γερουσίας, είχε ζητήσει, με πρεσβεία σταλμένη στη Βενετία, να γίνεται η εκλογή τού πρωτοπαπά από τον εγχώριο κλήρο του Νησιού. Η Βενετία, όμως, απέρριψε την αίτηση της Κοινότητας Ζακύνθου, γιατί δεν ήθελε ποτέ ν’ αποκτήσει αυτοτέλεια ή ανεξαρτησία η Ορθόδοξη Εκκλησία των υπηκόων της.
Είναι αλήθεια ότι η Βενετία είχε παραχωρήσει ορισμένες ελευθερίες ή προνόμια στον ορθόδοξο κλήρο της Επτανήσου. Η Ορθοδοξία των Ιονίων Νήσων δεν έπαθε από τους Βενετούς όσα επί των Σταυροφόρων και Φράγκων δυναστών της Ανατολής. Η σύγκριση στην Ιστορία είναι απαραίτητη προϋπόθεση αντικειμενικότητας και δικαιοσύνης. Η Βενετία, στις οξύτατες αντιδικίες ορθοδόξων και καθολικών, έδειχνε ιδιαίτερη εύνοια στους Έλληνες κι έφθανε μέχρι του σημείου να θεωρείται ότι αντιμάχεται την Καθολική Εκκλησία. Ύψιστα συμφέροντα της Βενετίας υπαγόρευαν την υποχρεωτική αυτή πολιτική.

Έβλεπε και θαύμαζε τους Έλληνες, από τα 1475, να ρίχνονται, μ’ όλη τους την καρδιά, στους Τουρκοενετικούς πολέμους, υποστηρίζοντας με αυταπάρνηση τη σημαία του Αγίου Μάρκου. Η Βενετία καλλιεργούσε τα εθνικά ιδεώδη των Ελλήνων εναντίον ενός κοινού εχθρού. Η ιστορία των Τουρκοενετικών πολέμων έχει να δείξει πολλούς ήρωες Επτανήσιους στη στεριά και το πέλαγος. Αυτούς τους γενναίους πολεμιστές είχε ανάγκη πάντα η Βενετία στους ατελείωτους πολέμους της. Και σε πολλές περιπτώσεις, ήθελε να φαίνεται απέναντί τους ευνοϊκή και πρόθυμη. Ωστόσο, οι εκκλησιαστικές ελευθερίες, που παραχωρούσε η Βενετία στους Επτανήσιους, ήταν πάντα καλοζυγισμένες, στα μέτρα της δικής της αποικιακής πολιτικής.

Οι ανωμαλίες, οι προστριβές και οι ταραχές στα εκκλησιαστικά πράγματα της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου είχαν δημιουργήσει αληθινό αδιέξοδο σε όλους. Ο επίσκοπος υπέβλεπε τον πρωτοπαπά και ο πρωτοπαπάς τον επίσκοπο. Αγανακτούσε ή απειθούσε ο πρωτοπαπάς και το ιερατείο της Ζακύνθου στις διαταγές των Τόκκων για τα χαριστικά δικαιώματα του επισκόπου. Αντιδρούσε ο επίσκοπος, από λόγους οικονομικούς ή γοήτρου, όταν ορθόδοξοι αρχιερείς, έστω και αχρημάτιστα ή με πατριαρχικό διορισμό, εξασκούσαν στη Ζάκυνθο χρέη επισκοπικά, και κατέφυγε στην επέμβαση της Βενετίας. Οι αντιθέσεις και διαφορές έφθαναν ως το Δόγη, ο οποίος απέρριπτε αδιάκοπα τα δίκαια αιτήματα της Ζακύνθου για ουσιαστική ισότητα και δικαιοσύνη στην εκκλησιαστική αυτή διένεξη.

Εν’ από τα σημαντικότερα επεισόδια της διενέξεως αυτής ήταν η χειροτονία του Ζακυνθινού Παχωμίου Μακρή (1557) ως επισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, από το μητροπολίτη Κορίνθου, χωρίς προηγούμενη ψηφοφορία του κλήρου της Κεφαλονιάς. Αγανακτισμένη, ξεσηκώθηκε τότε η Κοινότητα της Κεφαλονιάς και διαμαρτυρήθηκε στο Δόγη της Βενετίας για την παράνομη εκλογή, που αγνοούσε τη διαδικασία του καθεστώτος των Δε Τόκκων.
Ακόμα και ο πρωτοπαπάς της Ζακύνθου ήλθε αντιμέτωπος με τον συμπολίτη του επίσκοπο, διαμαρτυρόμενος εντονότατα, επειδή έχανε τα δικαιώματα του αξιώματός του! Αντιπρόσωποι και πρεσβείες της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου έφθαναν άλλη μια φορά στη Βενετία, για την επίλυση της εκκλησιαστική αυτής διαφοράς.
Η Βενετσιάνικη Γερουσία, με θέσπισμά της από 8 Φεβρουαρίου 1558, χωρίς ν’ ακυρώσει την εκλογή του επισκόπου Μακρή, έστειλε αυστηρή διαταγή στο μητροπολίτη Κορίνθου, να μη χειροτονεί πια παρά μονάχα τον εκλεκτό του κλήρου της Κεφαλονιάς, χωρίς, όμως, να αποκλείονται σαν υποψήφιοι οι κληρικοί της Ζακύνθου. Η Κοινότητα Ζακύνθου είχε ζητήσει τότε (1558) από τη Βενετσιάνικη Γερουσία να εκλέγει ο Ζακυνθινός κλήρος δικό του επίσκοπο, αλλά η αίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή.

Ύστερ’ από το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου Φιλοθέου Λοβέρδου (1581), οι συμπολίτες του Ιεράρχη Διονυσίου τον προέτρεψαν να βάλει υποψηφιότητα για τη χηρεύουσα μητροπολιτική έδρα. Ο Ιεράρχης αρνήθηκε αρχικά^ ωστόσο, υποχρεώθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του, ύστερ’ από επίμονες θερμές παρακλήσεις των κληρικών και κατοίκων της Ζακύνθου, που ήθελαν να ιδούν κι αυτοί Αρχιεπίσκοπο της κοινής μητροπολιτικής έδρας ένα συμπολίτη τους και, μάλιστα, το φημισμένο για τις αρετές του πρώην Ιεράρχη της Αίγινας.

Όταν διατάχθηκε η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, ο Ιεράρχης Διονύσιος όρισε ως επίτροπό του το λόγιο συμπολίτη, επιστήθιο φίλο και συμμοναστή του, Σωφρόνιο Κατηλάνο, ο οποίος πήγε στην Κεφαλονιά και πρότεινε την υποψηφιότητα του Διονυσίου Σιγούρου, με τις εξής υποσχέσεις, αν εκλεγόταν:
α) Κανένα δικαίωμα δεν θα έπαιρνε από τους ιερωμένους, όπως έκαναν ως τότε οι επίσκοποι, β) Θα χειροτονούσε χωρίς καμμιάν αμοιβή,
γ) Θα έμενε οχτώ μήνες του χρόνου στην Κεφαλονιά και τέσσαρες στη Ζάκυνθο, και
δ) Θα έδινε τριακόσια δουκάτα για την ανοικοδόμηση της επισκοπής.

Ο Σωφρόνιος Κατηλάνος υπέβαλε την έγγραφη αναφορά για την υποψηφιότητα του Ιεράρχη Διονυσίου, στο ιερατείο και τους Συνδίκους της Κεφαλονιάς, την 25 Ιουλίου 1582. Στην εκλογή εκείνη, υποψήφιος ήταν και ο λόγιος ιερωμένος Νεκτάριος Μακρής.
Ο τοπικισμός, όμως, του κλήρου της Κεφαλονιάς αδιαφόρησε για όλα: Εψήφισε ως επίσκοπο ένα νεαρό στην ηλικία Ληξουριώτη, το Νεόφυτο Κολοκυθά. Η απόφαση αυτή επισφράγιζε οριστικά το γεγονός ότι ο κλήρος της Κεφαλονιάς δεν ήθελε ν’ ανέβει στο Θρόνο επίσκοπος Ζακυνθινός! Έτσι, ερεθίστηκε ακόμη περισσότερο το αίσθημα και η αγανάκτηση των Ζακυνθινών, που έστειλαν αμέσως νέα πρεσβεία στο Δόγη της Βενετίας, καταγγέλλοντας τις αδικίες του κλήρου της Κεφαλονιάς. Ανάμεσα στ’ άλλα, η Κοινότητα Ζακύνθου ζητούσε να μεταρρυθμιστεί ο ρόλος της εκλογής για την ανάδειξη του ποιμενάρχη:

Η εκλογική συνέλευση ν’ αποτελείται από ισάριθμους κληρικούς των δυο νησιών και η ψηφοφορία να γίνεται όχι μόνο στην Κεφαλονιά, αλλά και στη Ζάκυνθο, για να διατηρείται πάντα η ισότητα. Ο τότε Δόγης Πασχαλίγος Τσικόνιας, με τη συνηθισμένη φρασεολογία της Βενετίας, αναγνώρισε, σε ψήφισμα της 13 Δεκεμβρίου 1591, ως ορθά και δίκαια τα παράπονα των Ζακυνθινών και υποσχέθηκε να γράψει στον Προβλεπτή της Κεφαλονιάς «όπως διατηρώνται άπαντα τα υπό της ημετέρας αυθεντίας προαποφασισθέντα περί της εκλογής επισκόπων εκείνων των πόλεων». Αυτή η αργοπορημένη απάντηση ήταν όλο κι όλο το αποτέλεσμα της διαμαρτυρίας της Κοινότητας Ζακύνθου. Οι διενέξεις, ωστόσο, των δύο Κοινοτήτων, Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, εξακολούθησαν και στα μεταγενέστερα χρόνια.

ΚΟΙΜΗΣΗ, ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗ ΚΑΙ ΤΑΦΗ ΣΤΑ ΣΤΡΟΦΑΔΙΑ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΙΓΟΥΡΟΥ ΣΕ ΑΓΙΟ

Από την άνοιξη του 1622, κλονίσθηκε σοβαρά η υγεία του Ιεράρχη Διονυσίου. Τα γερατειά, η ασκητική ζωή και, κυρίως, οι αρρώστειες, είχαν καταβάλει ανεπανόρθωτα τον οργανισμό του Ερημίτη του Μοναστηριού της Αναφωνήτριας. Ο Ιεράρχης ήταν υποχρεωμένος να μένη πια στο κελλί του, άρρωστος και αδύναμος, για την προσωπική εποπτεία και διεκπεραίωση των πολλαπλών διοικητικών ζητημάτων του Μοναστηριού του. Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε ως τις αρχές Αυγούστου του ίδιου χρόνου.

Έτσι, την 21 Μαΐου 1622 εξουσιοδότησε τον ιεροδιάκονο της Μονής Αναφωνήτριας να συμβληθεί με τον Ι. Γκούσκο, για ένα αμπέλι του Μοναστηριού στις Βαρές (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης). Επίσης, την 4 Αυγούστου 1622 εξουσιοδότησε το μοναχό Γ. Τριπήλα να έλθει σε συμφωνία με το Γ. Τσουκαλά, για μερικές αγελάδες της Μονής Αναφωνήτριας (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης).

Το φθινόπωρο του 1622, η κατάσταση της υγείας του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου χειροτέρευσε. Οι συγγενείς του τον έπεισαν ότι έπρεπε να έλθη κοντά τους, στην πόλη. Έτσι, άφησε την Αναφωνήτρια κ’ εγκαταστάθηκε, άρρωστος βαρειά, στο σπίτι της αδελφής τους (οικία Ιωάννη Μακρή). Την 10 Οκτωβρίου 1622, οι σύνδικοι Ζακύνθου Ιωάννης Γαβριηλόπουλος και Μάρκος Σιγούρος, σε μακροσκελή τους έκθεση προς το Δόγη της Βενετίας, γράφουν, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Attrovandosi il R. mo Mon. sig. Arcivescovo D.o Dionisio Sicuro Nobile di questa citta, habbate di detto Monasterio, di eta d’ anni settantacinque incirca, indisposto da gravi et diverse malatie dalle qualli, et anco per la sua senil eta, judicamo che il Sommo Fattore lo volgia a se chiamare...» (= Ο Πανιερώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύριος Διονύσιος Σιγούρος, ευγενής της πόλεως ταύτης, αββάς του Μοναστηρίου της Παναγίας Αναφωνήτριας, ετών περίπου εβδομήκοντα και πέντε, από βαριά και διάφορα νοσήματα (da gravi et diverse malatie), καμπτόμενος, καθώς και από την γεροντικήν ηλικίαν, νομίζομεν ότι ο Υπέρτατος Δημιουργός θα τον καλέσει πλησίον Του...).

Ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος αναπαύθηκε στους κόλπους του Θεού τη 17 Δεκεμβρίου 1622, όπως αποδεικνύεται από επίσημο έγγραφο της εποχής.
Λίγο πριν από την κοίμησή του, ο Ιεράρχης Διονύσιος εζήτησε να ταφή στα Στροφάδια, όπου αφιέρωσε ολόκληρη την περιουσία του. Είναι άγνωστο αν είχε κάμει διαθήκη ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος. Οπωσδήποτε, στον κατεστραμμένο φάκελο εγγράφων Αγίου Διονυσίου, που υπήρχε προσεισμικά στο Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου, είχαν συγκεντρωθή ανέκδοτες μαρτυρίες σχετικές με την κοίμηση, την κηδεία και τη μετακομιδή του Λειψάνου στα Στροφάδια. Ο ιστοριοδίφης Λ. Ζώης, αντλώντας από τις επίσημες εκείνες πηγές, που, δυστυχώς, καταστράφηκαν χωρίς να δημοσιευθούν, γράφει τα εξής:
«Δι’ επισήμου και επιβλητικωτάτης κηδείας, εκ της οικίας του Ιωάννου Μακρή, όπου απέθανεν ο Ιεράρχης, μετεκομίσθη το Λείψανον κατ’ ευθείαν εις την αποβάθραν, εκείθεν δε επεβιβάσθη εις τίνα φρεγάδαν. Μεταξύ του παρακολουθούντος την κηδείαν πλήθους, παρευρίσκοντο και οι Λουκάς Καρρέρ, Ιωάννης Ρουκάνης, Μάρκος ιερ. Μελισσηνός, Ιωάννης Καψοκέφαλος, Τιμόθεος ιερ. Σοπραμάσαρος, Λαυρέντιος ιερ. Βέργαμος, Πέτρος Δαλλ’ Ακουϊλα και δρ. Μάρκος Κοκκίνης, οι οποίοι πάντες, κληθέντες υπό της εξουσίας, εβεβαίωσαν, ότι κατά την 18 Δεκεμβρίου, ο νεκρός του Αρχιεπισκόπου Σιγούρου μετεκομίσθη εκ της οικίας Μακρή εις την παραλίαν μετά και δύο κιβωτίων, ότι επεβιβάσθη εις φρεγάδαν, ότι άπασαν την περιουσίαν του ο Ιεράρχης κατέλιπεν εις την Μονήν Στροφάδων, και ότι ουδέν είχε κληροδοτήσει εις την Μονήν Αναφωνήτριας».

Είναι φανερό ότι στα δύο κιβώτια, που μεταφέρθηκαν στη φρεγάδα μαζί με το Λείψανο, θα πρέπει να υπήρχε η εκκλησιαστική κληρονομιά του Αγίου Διονυσίου στο Αυτοκρατορικό Μοναστήρι των Στροφάδων, δηλαδή εκκλησιαστικά ιερά σκεύη, αφιερώματα, ευαγγέλια, άμφια, βιβλία και χειρόγραφα. Τι απέγιναν, όμως, όλα αυτά;

Το Λείψανο τάφηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Στροφάδων.
Ύστερα από κάμποσα χρόνια, έγινε η ανακομιδή, σύμφωνα με τη μοναστηριακή τάξη, και το Λείψανο βρέθηκε άθικτο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει σ’ αυτό από την ημέρα του ενταφιασμού. Μόνο η άκρη της μύτης και δύο δόντια τού έλλειπαν. Από τότε, ένα θείο άρωμα, σαν παραδείσιο μύρο, ξεχύνεται από το Λείψανο του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου. Κάτι σαν άρωμα μοσχολίβανου, συνταιριασμένο, θαρρείς, με άρωμα και τριαντάφυλλου και γιασεμιού και χίλιων άλλων λουλουδιών.

Οι Μοναχοί εδόξασαν το Θεό και πήγαν το ιερό Λείψανο στο νάρθηκα της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα.
Όταν άρχισε ο βενετοτουρκικός πόλεμος για την Κρήτη, οι Μοναχοί των Στροφάδων, από φόβο ενδεχόμενης απόβασης των βαρβάρων στο ιστορικό Μοναστήρι τους, επήραν το ιερό Λείψανο ανεπίσημα κι όσα πολύτιμα πράγματα είχαν κι ήρθαν στη Ζάκυνθο. Εκεί, πήγαν το Λείψανο στην εκκλησία της Παναγίας του Καλητέρου (Μετόχι των Στροφάδων). Όταν πέρασε ο πόλεμος κ’ έγινε ειρήνη στη στεριά και τη θάλασσα, οι Πατέρες ξαναγύρισαν στα Στροφάδια, παίρνοντας μαζί τους το Λείψανο και τα πολύτιμα πράγματα που είχαν φέρει στη Ζάκυνθο. Αυτή ήταν η πρώτη μετακομιδή του ιερού Σκήνους, που συνδέεται και με πολλά θαύματα του Ιεράρχη Διονυσίου.

Το Λείψανο του Ιεράρχη τοποθετήθηκε από τους Μοναχούς όρθιο στον επισκοπικό θρόνο της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα στα Στροφάδια.
Στα τέλη του 17ου ή αρχές του 18ου αιώνα, οι Μοναχοί των Στροφάδων άρχισαν να ενεργούν για ν’ ανακηρυχθεί Άγιος ο Ιεράρχης Διονύσιος. Έτσι, αφού συγκεντρώθηκαν τα έξοδα του ταξιδιού, με συνεισφορά του Μοναστηριού των Στροφάδων, συγγενών και συμπολιτών του Ιεράρχη Διονυσίου, στάλθηκαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης (1703) αρμόδια πρόσωπα, με πολυσέλιδη αναφορά της Εκκλησίας και Κοινότητας Ζακύνθου, όπου γινόταν ευρύς λόγος για τη ζωή και τα θαύματα του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου.
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ, με συνοδική έκθεση, ανακήρυξε τον Αρχιεπίσκοπο Διονύσιο Σιγούρο, Άγιο.

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΩΝ ΣΤΡΟΦΑΔΩΝ (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1717). ΔΙΑΣΩΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ. ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΩΣ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

Ύστερα από τη Συνοδευτική έκθεση, εκδηλώνεται στη Ζάκυνθο η φροντίδα για την ίδρυση ναού αφιερωμένου στον Άγιο Διονύσιο. Έτσι, την 1η Μαΐου 1708, ο Ευστάθιος Χρυσοβέργης παραχωρεί ένα σπίτι του (συνοικία Άμμου) σ’ αιώνια εδαφομονή, για 9 ρεάλια και μισή λίτρα κεριού, κάθε χρόνο, στους πατέρες της Μονής Στροφάδων, οι οποίοι, αφού το γκρέμισαν, έκτισαν εκεί εκκλησία στ’ όνομα του Αγίου Διονυσίου.

Κατά τη διάρκεια του νέου βενετοτουρκικού πολέμου (1715-1718), οι Επτανήσιοι έζησαν ακόμα μια φορά τον εφιάλτη των εχθρικών επιδρομών. Το καλοκαίρι του 1716, ο τουρκικός στόλος, με ναύαρχο τον Καπουδάν Χοδζά πασά, είχε σηκώσει άγκυρα για την εκπόρθηση της Κέρκυρας και των άλλων Ιονίων Νήσων. Από το πέλαγος, ο Καπετάν πασάς έστειλε γράμμα προς τους συνδίκους της Ζακύνθου «ότι αυτός μεν εκπλέει κατά Κέρκυρας, ην αφεύκτως θέλει υποτάξη εις τον ατρόμητον αυτού δύναμιν.
Διο οι Ζακύνθιοι ώφειλον, προς αποφυγήν των δεινών, να υποταχθώσιν αυτώ, και δια πολλών πλουσίων δώρων προσφερομένων τω Μεγάλω Σουλτάνω θα τύχωσι συγχωρήσεως τη συνεργεία αυτού, και διατηρήσωσι, τα προνόμια της πόλεώς των παρά του Σουλτάνου. Εις εναντίαν δε περίπτωσιν, καθ? ην θέλει αρνηθώσι τας απαιτήσεις του, δια πυρός και μαχαίρας, θέλει εξολοθρεύσει αυτούς, και κατερημώσει τον τόπον των...». Οι σύνδικοι της Ζακύνθου απέρριψαν την ιταμή επιστολή και πήραν αποφάσεις από κοινού με τον Προβλεπτή για την καλύτερη οργάνωση της άμυνας του Κάστρου και των παραλιών.

Η απειλή, ωστόσο, του Τούρκου ναυάρχου έγινε γνωστή από τη Ζάκυνθο στα Στροφάδια κι οι μοναχοί, έκρυψαν το ιερό Λείψανο του Αγίου, τις ιερές εικόνες και όσα πολύτιμα πράγματα είχαν, μέσα σε δύο σπηλιές. Στην πρώτη σπηλιά, έκρυψαν το ιερό Λείψανο και στη δεύτερη, την αρχαία θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Παντοχαράς και άλλα πολύτιμα είδη του Μοναστηριού.
Ο τουρκικός στόλος πέρασε από τ’ ανοιχτά των Στροφάδων και της Ζακύνθου. Αρχές Ιουλίου 1716, έφθασε στην Κέρκυρα.
Η πολιορκία των Τούρκων απέτυχε οικτρότατα. Έλληνες και Βενετοί πολέμησαν ηρωικά κ’ έδειξαν αυταπάρνηση και γενναιότητα. Ωστόσο, η αποχώρηση των απίστων, από την περιοχή του Κάστρου της Κέρκυρας, έγινε ύστερ’ από θαύμα του μεγάλου και θαυματουργού Αγίου Σπυρίδωνος.

Ο Άγιος Σπυρίδων, ακόμα μια φορά, έδιωχνε από το Νησί των Φαιάκων το θανάσιμο κίνδυνο της τουρκικής απειλής και κατακτήσεως. Η οριστική κατατρόπωση και ντροπιασμένη φυγή από την Κέρκυρα του Καπετάν πασά, από θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος, ανάγκασε τον τουρκικό στόλο να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη.
Ο πόλεμος, ωστόσο, εξακολουθούσε. Η Μεσόγειος έβραζε από πλοία και στο Ιόνιο έπεφτε βαριά η απειλητική σκιά των Αγαρηνών.

Τον Αύγουστο του 1717, ένα χρόνο ύστερ’ από την επαίσχυντη φυγή του Καπετάν πασά, τουρκικά πλοία, με αρχηγό τον αιμοδιψή πειρατή της Κάνκας Μουστή ή Μοστρίνο, αγκυροβόλησαν στο λιμάνι των Στροφάδων κι ελεηλάτησαν το Μοναστήρι. Ο πειρατής έπιασε τους μοναχούς, εκτός από τέσσαρες, που πρόφθασαν να κρυφθούν σε τρύπες της γης, και τους υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια, για να μαρτυρήσουν τους κρυμμένους θησαυρούς του Μοναστηριού. Οι μοναχοί δε μπορούσαν ν’ ανθέξουν περισσότερο στα βασανιστήρια κι έδειξαν τις δύο σπηλιές. Ο Μοστρίνος διάταξε τότε να σκοτώσουν μερικούς μοναχούς και να κάψουν τα σώματά τους.
Ύστερα, πήρε μαζί του πολλούς αιχμάλωτους πατέρες, την εικόνα της Παναγίας και τους άλλους θησαυρούς του Μοναστηριού. Ανάμεσα στους Τούρκους, ήταν και τέσσαρες Χριστιανοί, αιχμάλωτοι πιθανότατα, οι οποίοι έκοψαν τα χέρια του Αγίου από ευλάβεια και τα έκαμαν «εις τέσσαρα μέρη δι’ αγιασμόν των». Αλλη πηγή, ωστόσο, αναφέρει, ότι τα χέρια του Αγίου τα έκοψαν οι Αγαρηνοί. Όταν ήταν έτοιμοι να φύγουν, οι άπιστοι ληστοπειρατές εσήκωσαν το υπόλοιπο ιερό Λείψανο και το έβαλαν πάνω σ' ένα βαρέλι με πυρίτιδα, βάζοντας ολόγυρα φωτιά. Όμως ο Αγιος Διονύσιος έκαμε το θαύμα του και το μπαρούτι δεν έπιασε φωτιά κ’ έτσι το βαρέλι δεν ανατινάχθηκε.

Η λεηλασία του Μοναστηριού των Στροφάδων και η διάσωση του ιερού Λειψάνου αναφέρονται σ’ ένα πολύτιμο χρονικό ανώνυμου μοναχού της εποχής εκείνης, που έφερε στο φως ο Αρχιεπίσκοπος Νικόλαος Κατραμής:

«1717. Αυγούστου 19, ημέρα Δευτέρα ηχμαλώτισαν το μοναστήρι μας τα Στροφάδια ο Θεοκατάρατος Μουστής με δέκα γαλιώταις και επήραν όλα τα ιερά σκεύη, το αρμαμέντο, και την Παναγίαν και όλα μας τα μπαστιμέντα και έκοψαν τα χέρια του Αγίου και τα επήραν^ και το επίλοιπον άγιον λείψανον το έβαλαν απάνου ενού βαρελιού μπαρούτη και έκαμε θαύμα ο άγιος και δεν έπιασε φωτία και εφυλάκτη και το έχομεν τη σήμερον εις τη Ζάκυνθον. Επήραν και σκλάβους πατέρες είκοσι με τέσσερους ιερομόναχους. Ήτανε ηγούμενος ετότες Γεράσιμος Κάπαρης και ήτον εις την Ζάκυνθον και εις τα 23 του αυτού ήφερε τον άγιον η Κορβέττα εις την Ζάκυνθον με τους λοιπούς Καλογέρους, όπου εκρύφτηκαν και δεν αιχμαλωτίσθηκαν. Το πώς εμπήκαν μέσα (οι επιδρομείς) είναι τούτο. Αρμπούρισαν παντιέρα άσπρη και ήρθαν οι Καπετανέοι έξω με δόλο, με το καλό εμπήκαν μέσα στο Μοναστήρι και έπιασαν την πόρτα, και έτζι εγελάστηκαν (οι μοναχοί)».

Όταν έφυγε η τουρκική μοίρα από τα Στροφάδια, ο Μοστρίνος στοχάστηκε ότι θα μπορούσε να πωλήση τα τεμάχια των χεριών του Αγίου Διονυσίου. Έτσι, τα πήρε από τους τέσσαρες Χριστιανούς (ή από τους Αγαρηνούς) και «διερχόμενος από τη Χίον τα επώλησε εις τον τότε Αρχιερέα αυτής Αγαθάγγελον και ένα ευλαβή μοναχόν ονομαζόμενον Ακάκιον, οίτινες δια την πρέπουσαν ευλάβειαν τα έστειλαν εις το μοναστήριον των Στροφάδων. Τη δε εικόνα της Παρθένου Μαρίας επώλησεν εις την Πάτμον^ την ηγόρασαν δε δύο αδελφοί άρχοντες Πατμιώται Ηλίας και Θεόδωρος, οίτινες έπεμψαν αυτήν εις τας Στροφάδας...».

Όπως προκύπτει από επίσημο έγγραφο του Μητροπολίτη Χίου, Δανιήλ, της 1 Ιουλίου 1718, το αριστερό χέρι του Αγίου Διονυσίου στάλθηκε από τη Χίο στο Μοναστήρι της Παναχράντου της Ανδρου.
Την επομένη της λεηλασίας, οι πατέρες που γλίτωσαν, είδαν να περνά έξω από τα Στροφάδια μια βενετσιάνικη κορβέτα. Οι μοναχοί έκαμαν σινιάλα, ζητώντας βοήθεια. Ο πλοίαρχος κατάλαβε ότι συμβαίνει κάτι φοβερό, άλλαξε πορεία κι άραξε στο λιμάνι των Στροφάδων. Πλοίαρχος της κορβέτας ήταν ο Δαλματός Ιωάννης Μπάλοβιτς, άνθρωπος του θεού. Όταν έμαθε τα συμβάντα και είδε το τρομακτικό θέαμα της λεηλασίας και καταστροφής, μετέφερε, με βαθύτατη ευλάβεια και ταπείνωση, το ιερό Λείψανο στην ιδιαίτερη καμπίνα του. Ύστερα, πήρε μαζί του στο πλοίο τους πατέρες του Μοναστηριού. Αμέσως, σήκωσε άγκυρα κ’ έβαλε πλώρη για τη Ζάκυνθο. Λίγες ώρες αργότερα η κορβέτα του Μπάλοβιτς άραξε στο μώλο του Αγίου Νικολάου, κοιμίζοντας για πάντα στη Ζάκυνθο το μεγαλύτερο θησαυρό της, αυτή την ίδια την ψυχή και ύπαρξή της.

Η είδηση έκαμε το γύρο της πόλης και σε λίγο ανέβηκαν στην κορβέτα ο ιερός κλήρος, ο Προβλεπτής, όλες οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και δέχθηκαν από τα χέρια του πλοιάρχου Μπάλοβιτς το ιερό Λείψανο του Αγίου Διονυσίου. Αμέσως, κλήρος, αρχές και λαός μετέφεραν, με χαρά και κατάνυξη, το ιερό Λείψανο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου των Ξένων (Μητρόπολη), για προσκύνημα. Ύστερ’ από τρεις ημέρες, έγινε η πρώτη επίσημη λιτανεία του ιερού Λειψάνου στην πόλη και, ύστερα, μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Γενεσίου της Θεοτόκου, στο προάστιο Καλητέρος, μετόχι της Μονής Στροφάδων. Στην εκκλησία τούτη, το ιερό Λείψανο του Αγίου Διονυσίου έμεινε τρία χρόνια (1717-1720). Ύστερα, το πήγαν οριστικά στην εκκλησία του της συνοικίας Αμμου.

Η μετακομιδή του ιερού Λειψάνου στη Ζάκυνθο αναφέρεται σε βραχύ χρονικό, ανωνύμου, που δημοσίευσε ο Αρχιεπίσκοπος Νικόλας Κατραμής:
«1717, Αυγούστου 22, μετηνέχθη εκ Στροφάδων το ιερόν του Αγίου Διονυσίου λείψανον. Έφεραν αυτό εις τον Επισκοπικόν Ναόν. Τη δε 25 γενομένης λιτανείας εναπέθεσαν αυτό εν τω ναώ του Μετοχίου εις Καλητέρον».
Την αιώνια ευγνωμοσύνη της Ζακύνθου στο Δαλματό πλοίαρχο Ιωάννη Μπάλοβιτς εκφράζει εύγλωττα το ευχαριστήριο έγγραφο που του έστειλε, ύστερ’ από τρία χρόνια, ο Πρωτοπαπάς Ζακύνθου Ιωάννης Τσαγκαρόπουλος.
Η μετακομιδή του ιερού Λειψάνου από τα Στροφάδια στη Ζάκυνθο αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός της Ιστορίας της Ζακύνθου, που την επλούτισε με τον άφθαρτο θησαυρό της ψυχικής σωτηρίας ολόκληρων γενεών, περασμένων και μελλοντικών, του Άνθους της Ανατολής.

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς η Κοινότητα Ζακύνθου ανακήρυξε τον Αγιο Διονύσιο Πολιούχο Ζακύνθου. Ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, ο Αντώνιος Μπισκίνης και άλλοι έγραψαν ότι η Κοινότητα Ζακύνθου ανακήρυξε επίσημα τον Αγιο Διονύσιο Προστάτη Ζακύνθου το έτος 1724. Ο Λεωνίδας Ζώης, ωστόσο, υποστηρίζει ότι «τοιαύτη ανακήρυξις (του 1724) δεν απαντά εν τοις Πρακτικοίς του Συμβουλίου του έτους εκείνου (Atti del Consο 1718-1730). Τουναντίον, εν τοις Πρακτικοίς των επομένων ετών και μέχρις Ιουνίου 1758, απαντά Προστάτης Ζακύνθου ο Αγιος Ιωάννης: S. Giovanni Precursor protetor nostro glorioso = Αγιος Ιωάννης Πρόδρομος, προστάτης ημών ένδοξος (Atti del Consο 1752-1758)».

Η ανακήρυξη του Αγίου Διονυσίου σαν Προστάτη της Ζακύνθου, αντί της Παναγίας της Σκοπιώτισσας και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, έγινε από την Κοινότητα Ζακύνθου ύστερ’ από το έτος 1758 και πριν από το 1763, όταν η Βενετσιάνικη Γερουσία ενέκρινε απόφαση του Προβλεπτή Ζακύνθου Φραγκίσκου Μανωλέσου, για την αναγνώριση σαν επίσημης ημέρας της 17ης Δεκεμβρίου κάθε χρόνου.
Ως τότε, η επέτειος της Κοιμήσεως του Αγίου Διονυσίου (17 Δεκεμβρίου), θεσπισμένη από τη Συνοδική Έκθεση του 1703, γιορταζόταν ανεπίσημα, με τη λιτανεία στην πόλη του ιερού Λειψάνου και πανηγύρι. Επίσης, ορίσθηκε να γιορτάζεται επίσημα και η 24η Αυγούστου, επέτειος της μετακομιδής του ιερού Λειψάνου από τα Στροφάδια στη Ζάκυνθο, με πανηγύρι και λιτανεία του Πολιούχου στην πόλη. Έτσι, δύο φορές το χρόνο γιορτάζουν οι Ζακυνθινοί τον Άγιο Διονύσιο: 24 Αυγούστου και 17 Δεκεμβρίου. Η καθαυτό γιορτή είναι η χειμωνιάτικη, επέτειος της Κοιμήσεως του Αγίου Διονυσίου. Και στις δύο περιπτώσεις, προκαλούν πάντα εντύπωση και κατάνυξη, όχι μόνο οι θρησκευτικές ακολουθίες, αλλά και η επίσημη, επιβλητική, Λιτανεία του Πολιούχου Ζακύνθου.

Ο Άγιος Ελευθέριος και η μητέρα του Ανθία



Έδρασε στη Ρώμη κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. όταν αυτοκράτορες ήταν ο Κόμμοδος και ο Σεπτίμιος Σεβήρος. Η μητέρα του Ανθία, που έμεινε χήρα όταν ο Ελευθέριος ήταν μικρός, κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη από τον Απ. Παύλο. Η Ανθία ανέθρεψε το γιο της σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου και μάλιστα ανέθεσε την ηθική του τελείωση και τη θεολογική του κατάρτιση στον επίσκοπο ρώμης Ανίκητο. Σε ηλικία 15 ετών ο Ελευθέριος χειροτονήθηκε διάκονος από τον ανίκητο, ενώ αργότερα έγινε επίσκοπος Ιλλυρικού. Ο βασιλιάς της Βρετανίας Λούκιος έστειλε επιστολή στον Άγιο, δηλώνοντας την επιθυμία του να διδαχθούν την πίστη στον Χριστό αυτός και ο λαός του. Όταν ο αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβήρος πληροφορήθηκε τη χριστιανική δράση του Ελευθερίου διέταξε τη σύλληψή του. έπειτα από πολλά βασανιστήρια ο Ελευθέριος οδηγήθηκε από τους ειδωλολάτρες στην αρένα της Ρώμης. Τα άγρια ζώα όμως δεν τον άγγιξαν, γι' αυτό και αποκεφαλίσθηκε μαζί με τη μητέρα του.



Απολυτίκιο. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον λόγον.

Ιερέων ποδήρει κατακοσμούμενος και αιμάτων τοις ρείθροις επισταζόμενος, τω Δεσπότη σου Χριστώ μάκαρ ανέδραμες, Ελευθέριε σοφέ, καθαιρέτα του Σατάν. Διό μη παύση πρεσβεύων, υπέρ των πίστει τιμώντων, την μακαρίαν σου άθλησιν.



Κοντάκιον. Ήχος πλ. β’. Τους ασφαλείς.

Ως καλλονήν των ιερέων Όσιε, και προτροπήν των Αθλοφόρων άπαντες, ευφημούμεν και αιτούμεν σε, Ιερομάρτυς Ελευθέριε, τους πόθω σου την μνήμην εορτάζοντας, κινδύνων πολυτρόπων ελευθέρωσον, πρεσβεύων απαύστως, υπέρ πάντων ημών.