18.9.08

Μαρκήσιος ντε Σαντ


Μαρκήσιος ντε Σαντ
Ο Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά Κόμης ντε Σαντ ευρύτερα γνωστός ως Μαρκήσιος ντε Σαντ (όπως ονομαζόταν πριν το θάνατο του πατέρα του και τη λήψη του τίτλου του κόμητος), επικαλούμενος από τους θαυμαστές του ο "Θεϊκός Μαρκήσιος", ήταν Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος με ηδονιστικές κυρίως και αθεϊστικές θεωρήσεις.Η φιλοσοφία του πρεσβεύει μία ακραία μορφή ελευθερίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την ηθική ελευθεριότητα, και σκοπεί στην απεξάρτηση του ατόμου από κάθε κατεστημένη νομική, ηθική ή θρησκευτική αρχή με τελικό στόχο την επίτευξη της απόλυτης ατομικής ικανοποίησης, που θεωρεί ως την ανώτατη αξία.Τα έργα του περιέχουν ακραίες μορφές ερωτικών πρακτικών και συχνά οι περιγραφές του κινούνται στα όρια της πορνογραφίας. Εξ αιτίας της προκλητικής γραφής του και των ιδεών του πέρασε εικοσι εννέα χρόνια έγκλειστος σε άσυλα και σωφρονιστικά ιδρύματα. Το έργο του προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί αντιμαχόμενες κριτικές ενώ κατέστη πόλος έμπνευσης για άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες διαχρονικά. Η δική του άποψη για το έργο του συμπυκνώνεται στην παρακάτω ρήση του:"Ο τρόπος σκέψης μου είναι το αποτέλεσμα των στοχασμών μου. Είναι κομμάτι της εσώτερης ύπαρξής μου, του τρόπου που είμαι φτιαγμένος. Για το σύστημά μου, το οποίο αποδοκιμάζετε, είναι επίσης η μέγιστη παρηγοριά στη ζωή μου, η πηγή της ευτυχίας μου. Σημαίνει περισσότερα για μένα από ότι η ίδια μου η ζωή."Έργα του σε ελληνική μετάφραση* Ο δήμιος και το θύμα του* 120 Ημέρες στα Σόδομα* Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ* Ο Απατημένος Πρόεδρος* Γεννηθήτω το θέλημά σας* Ο σύζυγος ιερέας, προβηγκιανό διήγημα* Ο κερατάς του ίδιου του εαυτού του* Αυγουστίνη Βιλμπλάνς* Επιστολή προς τον αστυνομικό διευθυντή Chenon - 19 Ιουλίου 1789* Ζυστίν ή τα βάσανα της αρετής* Oι Aτυχίες της Aρετής* Απόψεις για το μυθιστόρημα* Πάνω στην άμεση δημοκρατία και την απάτη των "εκπροσωπήσεων"* Τα εγκλήματα του έρωτα - Νουβέλες ηρωικές και τραγικές

O Donatien Alphonse François le Marquis de Sade γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου 1740 και πέθανε στις 2 Δεκέμβρη 1816. Είναι ν' αναρωτιέται κανείς πως περάσανε τόσα χρόνια χωρίς η ανθρωπότητα να τολμήσει να ονοματίσει το πιο αρχαίο, το πιο διαδεδομένο, το πιο προσφιλές βίτσιο της: το να τυραννά τον άλλο. Χρειάστηκαν η ακάματη δραστηριότητα κι η πένα του περίφημου μαρκήσιου για να εμφανιστεί για πρώτη φορά, μόλις το 1841, σε λεξικό της εποχής η λέξη "σαδισμός". Στη περίπτωση του ο μύθος είναι το ίδιο μεγάλος όσο και το έργο του. Γεννήθηκε 49 χρόνια πριν από τη Γαλλική Επανάσταση από γονείς ευγενείς. Από πολύ νέος γράφει κι ασχολείται με το θέατρο. 4 χρόνια μετά τον γάμο του φυλακίζεται για πρώτη φορά για "ελευθεριασμό, βλασφημία και βεβήλωση της εικόνας του Χριστού". Με τη ζωή του αλλά και με τα βιβλία του "Ζυστίν", "Ζυλιέτ" κ.ά. χτίζει τον μύθο του, που είναι της απόλυτης κι άνευ ορίων παράβασης, της συνάντησης της διαστροφής με την αθωότητα και της χαράς της διαφθοράς. Η δύναμη του εντοπίζεται στο ότι η ηδονή δένεται με μια πρόκληση του Κακού προς το Καλό. Αυτό που συμβαίνει στο σώμα είναι κάτι που συμβαίνει κυρίως στον νου. Το γεγονός που θα σημαδέψει τη ζωή του είναι ο θάνατος του πατέρα. Οι ψυχαναλυτές λένε πολλά γι' αυτή την αδυναμία στη πατρική μορφή που αγγίζει τα όρια της ψύχωσης. Ο γιος δε θα δεχτεί ποτέ αυτό τον θάνατο ­ μιλά συνέχεια μαζί του σα να 'ναι ζωντανός κι όπως λέει ο Ντελέζ, θα κουβαλά πάντα μέσα του το "πτώμα" του πατέρα. Η οργιώδης ζωή του συνεχίζεται και τα σκάνδαλα ξεσπάνε τόνα μετά τάλλο. Η γυναίκα του θα μείνει κοντά του σ' όλες τις περιπέτειες, πιστή κι αφοσιωμένη. Η φυλάκισή του στη Βαστίλη είναι η πιο οδυνηρή εμπειρία. Τα γράμματά του από κεί, τα διαπερνά ένα είδος παράνοιας. Θεωρεί υπεύθυνη για όλα τη πεθερά του, με την οποία παλαιότερα είχε μια πολύ τρυφερή σχέση. Η επανάσταση θα τον απελευθερώσει. Θα βρεθεί στο πλευρό των επαναστατών κι αρχίζει να υπογράφει απλά "Σαντ" απαρνούμενος τον τίτλο του. Στα χρόνια της τρομοκρατίας, όταν ξεσπάνε μεγαλύτερες φρικαλεότητες, όταν κορμιά τεμαχίζονται στο δρόμο, όταν οι επαναστάτες περιφέρουν θριαμβευτικά τα κομμένα κεφάλια των ευγενών, ο Ντε Σαντ δεν είναι μέσα στους χιλιάδες σαδιστές που ιστορικές συγκυρίες έχουν παρακινήσει στη δράση. Αντίθετα, αψηφώντας τον κίνδυνο, κηρύσσει την επιείκεια και τη μεγαλοθυμία και μιλά κείνη την εποχή για κατάργηση της ποινής του θανάτου. Το θέαμα της γκιλοτίνας που απολαμβάνει ο λαός, τον αρρωσταίνει. Σώζει με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής τη μισητή πεθερά του και τον πεθερό του! Αυτή την εποχή έχουμε άλλη μιαν ένδειξη των ανθρωπιστικών αισθημάτων του δαιμονικού συγγραφέα. Οταν θα γίνει Υπουργός Υγείας θα ψηφίσει διάταγμα που απαγορεύει στα νοσοκομεία να βάζουν 2-3 ανθρώπους στο ίδιο κρεβάτι κι έτσι θα 'χει κάθε άρρωστος το δικό του. Στα τελευταία χρόνια του θα ξαναβρεθεί πολιτικός κρατούμενος με το πρόσχημα της προστασίας της ηθικής. Θα τον φυλακίσει ο Μέγας Ναπολέων. 18 μήνες φυλακισμένος στην Αγία Πελαγία, οργανώνει λογοτεχνικά δείπνα! Θα μεταφερθεί στο περίφημο άσυλο του Σαραντόν. Ο αυτοκράτορας δεν θέλει τη ρετσινιά του διώκτη συγγραφέων και καταφεύγει στη διαδεδομένη τακτική του εγκλεισμού τους σε φρενοκομείο. Είναι ίσως η πιο γνωστή περίοδος της ζωής του. Οι παραστάσεις του με τους ψυχοπαθείς, η απαγόρευση να του προμηθεύουν οτιδήποτε που θα του επέτρεπε να γράψει κι η τρομερή δυστυχία μες στην οποία τελειώνει μια εφιαλτική ζωή εξάπτουνε τη φαντασία συγγραφέων και σκηνοθετών. Στη διαθήκη του αφήνει ακριβείς οδηγίες για τη ταφή του. Το φέρετρό του θα το πάρει μ' ένα κάρο ένας ξυλουργός και θα το μεταφέρει στο δάσος της Μαλμεζόν. Θα φροντίσει να ταφεί χωρίς τελετή. Ο τάφος θα καλυφθεί εντελώς από τη βλάστηση του δάσους. Θέλει να εξαφανιστεί από τη μνήμη των ανθρώπων, όμως θα 'χει τεράστιαν επιρροή στους επιγόνους του. Κάθε εποχή κι ο σαδισμός της. Είναι ο μαύρος άγγελος των ρομαντικών, ο εξερευνητής της "απαγορευμένης περιοχής" των υπερρεαλιστών, ο προφήτης της λογοτεχνίας του κακού του Μπατάιγ. Οι ψυχίατροι με κορυφαίο τον Φρόιντ θα εντρυφήσουνε στον βίο και στο έργο του. Μεγάλο μέρος του πλούσιου συγγραφικού του έργο καταστράφηκε από τις αρχές του Διευθυντηρίου ή της μετέπειτα Αυτοκρατορίας. Μόλις στα μέσα του 20ου αιώνα το έργο του αποκαταστάθηκε κι επανεκτιμήθηκε από εκδότες όπως ο Ζαν-Ζακ Πωβέρ και συγγραφείς όπως οι Πιερ Κλοσόφσκι, Ζωρζ Μπατάιγ, Μορίς Μπλανσό. Γράφονται σημαντικότατα βιβλία για τον σαδισμό. Αναρωτιέται κανείς αν τα βιβλία που ενέπνευσε ο Σαντ δεν είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα από τα μάλλον λησμονημένα δικά του. Ο σαδισμός αποδείχθηκε πιο δυνατός απ' αυτόν. Ο Donatien-Alfonse-Francois De Sade γεννήθηκε στο Παρίσι στις 2 Ιουνίου 1740. Γόνος μεγάλης αριστοκρατικής οικογένειας της Προβηγκίας (γιος της Marie-Eleonore De Maille De Carman και του Jean-Baptiste-Joseph Francios De Sade, Λόρδου του Saumane και της La Coste), εισάγεται στα 10 του στο κολέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου των Ιησουϊτών. Μαθητεύει από τα 14 σ' ανώτατη στρατιωτική σχολή και συμμετέχει, ένα χρόνο αργότερα, στον Επταετή Πόλεμο της Γαλλίας εναντίον της Πρωσίας. Τον Γενάρη του 1757, βρίσκεται στο σύνταγμα τυφεκιοφόρων της ταξιαρχίας του 'Αγιου Ανδρέα, όπου επιδεικνύει σημαντική γενναιότητα. Διακρίνεται για την ανδρεία του αλλά και την ορμή του για κάθε είδους ελευθεριότητα. Το 1959 είναι πια λοχαγός στο σύνταγμα Βουργουνδών Ιππέων. Επιστρέφοντας από τον πόλεμο, τον Φλεβάρη του 1763, συνάπτει δεσμό ταυτόχρονα, με τη Λώρα Ντε Λωρίς και τη Ρενέ-Πελαζί Ντε Μοντρέιγ. Τον Μάρτη του ίδιου χρόνου, απολύεται από τον στρατό και προσπαθεί να πάρει την άδεια του πατέρα για να παντρευτεί τη Λώρα, μα η οικογένεια τονε παντρεύει τον Μάη, με τη δεύτερη, για να τον απομακρύνει από τις συναναστροφές του με ηθοποιούς και γυναίκες ελευθερίων ηθών. Θα αποκτήσει έτσι δυο γιους. Τον ίδιο χρόνο του γάμου του, 29 Οκτώβρη 1763, φυλακίζεται στη Βενσέν με βασιλική διαταγή, με τη κατηγορία εκλύτων ηθών, για όργια σ' ένα πορνείο. Φυλάκιση που θα εγκαινιάσει μια μακρά σειρά εγκλεισμών σε φυλακές ή φρενοβλαβικά άσυλα που θα διαρκέσει 30 από τα 74 χρόνια του βίου του. Αποφυλακίζεται 1 μήνα αργότερα μα τίθεται σε περιορισμό. Το 1765 συνδέεται με την "ελαφριά" ηθοποιό, δίδα Μποβουαζέν. 2 χρόνια μετά γεννιέται ο πρώτος του γιος. Τον επόμενο χρόνο δέχεται καταγγελία για βιαιοπραγία της Ροζ Κέλερ, στη βίλα του Αρκέιγ. Λίγους μήνες αργότερα η Ροζ αποσύρει τη καταγγελία δεχόμενη 2400 λίβρες από τη κυρία Ντε Σαντ. Φυλακίζεται στο Σομίρ και σε λίγες μέρες μεταφέρεται στις αυστηρότερες φυλακές της Λιόν. Στην ανάκριση αποδέχεται τη κατηγορία κι 6 μήνες μετά αποφυλακίζεται και τίθεται υπό περιορισμό στη Λα Κοστ. Τον Αύγουστο του 1770 γίνεται διοικητής των Βουργουνδών Ιππέων και τον επόμενο χρόνο παίρνει τον βαθμό του συνταγματάρχη. Την επόμενη χρονιά τον Γενάρη, ανεβάζει μια κωμωδία, στο θέατρο της Λα Κοστ. Τον Ιούνιο με τον υπηρέτη του Λατούρ, οργανώνουν όργιο με 4 πόρνες που τις ποτίζουν κανθαριδίνη κι αργότερα την ίδια μέρα, δίνουνε και στη Μαργαρίτα Κοστ που παθαίνει δηλητηρίαση. Επί 2 μήνες κρατάν ανακρίσεις κι ο Σαντ εξαφανίζεται. Εκδίδεται ένταλμα σύλληψης. 2 από τις πόρνες αναιρούν τις καταθέσεις τους. Καταδικάζεται για πρώτη φορά σε θάνατο μαζί με τον Λατούρ, στη Μασσαλία, με τη κατηγορία της δολοφονίας με δηλητήριο. Συλλαμβάνονται, εκτελούνται συμβολικά και δραπετεύουν. Συνεχίζει τη δράση του κι η πεθερά του καταφέρνει να εξασφαλίσει νέον ένταλμα σύλληψης. Φυλακίζεται ξανά για 5 χρόνια στο κάστρο της Βενσέν κι ο Λατούρ τον ακολουθεί οικειοθελώς. Δραπετεύουν μαζί κι επιστρέφουν στη Λα Κοστ, όπου τους καλύπτει η σύζυγός του με την αδερφή της. Η πεθερά του επιτυγχάνει νέα διαταγή σύλληψης κι έτσι ο Σαντ εξαφανίζεται εκ νέου. Κρυμμένος ζει με τη γυναίκα του και την αδερφή της. Οι υπηρέτριες του ζεύγους καταγγέλλουν τον Σαντ κι η σύζυγός του προσπαθεί να καλύψει το πράγμα, στα 1775. Έντονες φήμες θέλουν τον μαρκήσιο να συνεχίζει τα όργια με νεαρά αγόρια και κορίτσια που απάγει από τη Λιόν. Ο θείος του ζητά τη σύλληψη και τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο. Η δε καμαριέρα του, Νανόν στη Λα Κοστ, καταγγέλλει πως το παιδί που γέννησε είναι δικό του. Η κυρία Σαντ καταφέρνει τη σύλληψη και φυλάκισή της για υποτιθέμενη κλοπή. Φυγή στη Ρώμη. Το 1776 επιστρέφει στη Λα Κοστ. Την επόμενη χρονιά ο Τριγιέ, πατέρας μιας καμαριέρας στη Λα Κοστ, ονόματι Ζυστίν, επιχειρεί να πάρει τη κόρη του πίσω και πυροβολεί τον Σαντ. Αρχίζουν ανακρίσεις. Έτσι οι τρεις τους, κύριος και κυρία Σαντ μαζί με τη Ζυστίν, φτάνουν στο Παρίσι κι κυρία Σαντ ειδοποιεί τη μητέρα της. Έτσι ο Σαντ συλλαμβάνεται ξανά και κλείνεται στη Βενσέν. Η κυρία Σαντ κι η μητέρα της ζητούν ακύρωση της καταδίκης του 1772. Την επόμενη χρονιά τη ζητά κι ο ίδιος στο Εφετείο της Προβηγκίας. Τον Ιούλιο του 1778, το Εφετείο τον θεωρεί απλώς ένοχο οργίων κι υπερβολικής ελευθεριότητας, τον απαλλάσσει από τη κατηγορία της φαρμακίας και της σοδομίας και του επιβάλλει πειθαρχημένη διαβίωση κι απαγόρευση εισόδου στη Μασαλία, για 3 χρόνια. Επιστρέφει στη Βενσέν μα παρά την αθώωσή του φυλακίζεται ξανά με βάση το lettre de cachet της 13/2/1777. Δραπετεύει ξανά και γυρίζει στη Λα Κοστ, μα μετά 2 μήνες συλλαμβάνεται πάλι και φυλακίζεται στη Βενσέν, στο κελί αρ. 6. Αφιερώνεται στη συγγραφή θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων. Τελειώνει τον "Διάλογο Μεταξύ Ενός Ιερέα Κι Ενός Κρατουμένου", τον Ιούλιο του 1782. Του στερούν τα βιβλία, επειδή τον εξάπτουν και τον κάνουν να γράφει ..."απαράδεκτα πράγματα", τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Το 1874 μεταφέρεται στη φυλακή της Βαστίλης. Εκεί λίγα χρόνια πριν την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης, αρχίζει τη συγγραφή των "120 Μερών Στα Σόδομα" (1785) -όπως το ξέρουμε σήμερα-, πάνω σ' ένα ρολό χαρτί μήκους 12 μέτρων. Πρώτη γραφή των "Ατυχιών Της Αρετής" κι ενώ η σύζυγός του διαπιστώνει πως ο άντρας της έχει παχύνει πολύ. Το 1788 αρχίζει και τελειώνει μέσα σε 6 μέρες, την "Ευγενία Ντε Φρανβάλ". Στη Βαστίλη, απ' όπου θα μεταφερθεί στο άσυλο του Σαρεντόν δέκα ημέρες πριν τη πτώση της, -καλεί τον λαό από το παράθυρο, να τον ελευθερώσει-, θα εγκαταλείψει τη πλούσια βιβλιοθήκη του, 600 τόμων και τα χειρόγραφά του. Στις 14 Ιουλίου 1789 εισβολή στη Βαστίλη της Επανάστασης και λεηλασία όλων των υπαρχόντων του, έπιπλα, βιβλία, χειρόγραφα, που η κυρία Σαντ δεν είχε προλάβει να πάρει. Η Επανάσταση, στην οποία διαδραμάτησε ενεργό ρόλο, δεσμεύει ολόκληρη τη περιουσία του στη Προβηγκία, η γυναίκα του τον εγκαταλείπει, οι γιοι του φεύγουν από τη Γαλλία. Απελευθερώνεται με διάταγμα της Συντακτικής, βάσει του οποίου κανείς δε κρατείται δίχως δικαστικές αποφάσεις, το 1790. Η κυρία Σαντ έχει καταφύγει στη Μονή Σαιν Ορ κι αρνείται να δει τον σύζυγό της, υποβάλλει μάλιστα αίτηση διαζυγίου και το κερδίζει. Ο Σαντ αποκτά ταυτότητα "ενεργού πολίτη" του τομέα της Πλας Βαντόμ. Το Ιταλικό Θέατρο δέχεται ν' ανεβάσει το μονόπρακτό του "Le Suborneur". Συνδέεται με νεαρή ηθοποιό, τη Μαρί-Κονστάνς Ρενέλ, πρώην κυρία Κενέ, που θα του μείνει πιστή μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Κομεντί Φρανσέζ δέχεται ομόφωνα το πεντάπρακτο έργο του "Μισάνθρωπος Από Έρωτα" ή "Σολί & Ντεφράνκ". Δημοσιεύει, ανωνύμως, το 1791 τη "Ζυστίν" ή "Οι Ατυχίες Της Αρετής". Στο Θέατρο Μολιέρου ανεβαίνει το έργο "Οξτιέρν" ή "Οι Συνέπειες Της Ελευθεριότητας". Μια 2η παράσταση στις 4 Νοέμβρη 1791 προκαλεί επεισόδια κι αναστέλλει τις παραστάσεις του. Τον επόμενο χρόνο ο γιος του Ντονατιέν-Κλοντ-Αρμάν, λιποτακτεί και λίγο μετά ο Σαντ για να σωθεί. τον αποκυρήσσει. Κατά τη διάρκεια των σφαγών στις 3 Σεπτέμβρη 1791 ο Σαντ είναι για πρώτη φορά Γραμματέας του Τομέα του. Λίγες μέρες αργότερα, το πλήθος λεηλατεί τη Λα Κοστ. Από λάθος ή συκοφαντία ο Σαντ με λαθεμένο όνομα Λουΐ-Αλφόνς-Ντονατιέν Σαντ, εγγράφεται στον κατάλογο των εμιγκρέδων του διαμερίσματος. Στις 13 Απρίλη 1793 διορίζεται Ειρηνοδίκης και 3 μήνες μετά, Πρόεδρος του Τομέα του. Στο τέλος της χρονιάς εκδίδεται ένταλμα σύλληψης για μιαν επιστολή που 'χε γράψει προ 2ετίας στον Δούκα Ντε Μπρισάκ, διοικητή της φρουράς του Λουδοβίκου 16ου. Φυλακίζεται στη Μαντελονέτ. Μεταφέρεται στη Φυλακή Καρμηλιτισσών κι απο κεί στο Σαιν Λαζάρ. Καταδικάζεται για 2η φορά σε θάνατο, αυτή τη φορά από την Επανάσταση, γλιτώνει παρά τρίχα τη γκιλοτίνα, από άγνωστες αιτίες κι ελευθερώνεται το 1794. Ενώ λίγες μέρες μετά εκτελείται ο Ροβεσπιέρ. Επιβιώνοντας μόνο με τα εισοδήματα που του αποφέρει η συγγραφή, δημοσιεύει το 1795 τα έργα του: "Φιλοσοφία Του Μπουντουάρ", "Αλίν & Βαλκούρ", η νέα "Ζυστίν" ή "Ατυχίες Της Αρετής" ακολουθούμενη από την "Ιστορία της Ζυλιέτ, Της Αδελφής Της", ή "Η Προκοπή Της Διαφθοράς". Η απαρίθμηση και περιγραφή στα έργα αυτά κάθε μορφής ερωτικής συμπεριφοράς, που συλλαμβάνει ως δίκαιη επανάσταση του ατόμου απέναντι στη κοινωνία και στον θεό, καταδικάζεται για άλλη μια φορά από τον τύπο και τις αρχές. Πουλά τη Λα Κοστ το 1796. Το 1799 ξαναπαίζεται ο "Οξτιέρν" κι ο ίδιος κρατά ένα μικρό ρόλο. Ο κριτικός Βιλτέρκ επιτίθεται βίαια εναντία στο "Εγκλήματα Από Έρωτα" που μόλις έχουν εκδοθεί το 1800 και στο ίδιο άρθρο του αποδίδεται η πατρότητα της "Ζυστίν". Η αστυνομία κατάσχει το έργο του στο τυπογραφείο το 1801, ανακρίσεις και σύλληψη του μαζί και του Μασέ, εκδότη του, που αποκαλύπτει που είναι αποθηκευμένη η "Ζυλιέτ". Ο Σαντ αρνείται τη πατρότητα της "Ζυστίν". Ο Διοικητής Αστυνομίας κι ο Υπουργός Ασφαλείας αποφασίζουν πως μια δίκη θα προκαλούσε μέγα σκάνδαλο και δε θα το απάλυνε μια παραδειγματική τιμωρία. Έτσι χωρίς δίκη, συμφωνούν τον εγκλεισμό του στη φυλακή της Αγίας Πελαγίας σα διοικητική ποινή. 2 χρόνια μετά μεταφέρεται στη Μπισέτρ. Απο κεί, με σύμφωνη γνώμη και της οικογένειάς του, οδηγείται και πάλι στο 'Ασυλο Φρενοβλαβών του Σαρεντόν. Ο Διευθυντής Ντιμπουά τον χαρακτηρίζει αδιόρθωτο που ζει μια κατάσταση σταθερής φιλήδονης διαταραχής και συνιστά τη συνέχιση της κράτησής του, το 1804. Το 1806 συντάσσει τη διαθήκη του. Την επόμενη χρονιά τελειώνει το 10τομο έργο: "Τα Ταξίδια Της Φλορμπέλ" που κατάσχει αμέσως η αστυνομία και το καίνε μετά τον θάνατό του, οι κληρονόμοι του. Το 1810 πεθαίνει η κυρία Σαντ κι ο Υπουργός Εσωτερικών δίνει οδηγίες για μεγαλύτερη αυστηρότητα ενάντια στον κρατούμενο. Την επόμενη χρονιά το Υπουργικό Συμβούλιο με πρόεδρο τον Μέγα Ναπολέοντα, αποφασίζει τη συνέχιση της κράτησής του κι απαγορεύει τις θεραπευτικές θεατρικές παραστάσεις στο 'Ασυλο, που ο Σαντ κρατούσε τον κύριο ρόλο. Το 1813 τελειώνει το "H Κρυφή Ιστορία Της Ισαβέλας Της Βαυαρίας" κι εκδίδεται ανώνυμα το μυθιστόρημα "La Marquise De Ganges". Εκεί, στο 'Ασυλο Σαρεντόν, σε πλήρη πνευματικήν ενάργεια, θα πεθάνει στις 2 Δεκέμβρη του 1814._________________________________________________________ (...)δευτερη μερα Σηκώθηκαν τη κανονική ώρα. Ο επίσκοπος που είχε τελειώς συνέλθει από τις ακρότητές του, είχε ξυπνήσει στις τέσσερεις το πρωί και θεώρησε σκανδαλώδες το γεγονός να τον αφήσουν να κοιμηθεί μόνο. Χτύπησε το κουδούνι για ναρθουν στην ορισμένη θέση τους η Ιουλία κι ο γαμιάς που του αντιστοιχούσε. Φτάσανε σχεδόν αμέσως και στα χέρια τους ο ακόλαστος βυθίστηκε ξανά μέσα σε νέες ασωτείες. Όταν τέλειωσε το πρωινό μες στο διαμέρισμα των κοριτσιών, κατά τη συνήθειά του, ο Ντυρσέ άρχισε να τις επιθεωρεί και παρόλα όσα είχανε πει, διαπίστωσε καινούριες παραβάσεις. Η Μισέλ ήταν ένοχη για κάτι κι η Αυγουστίνα, παρόλο που ο Κυρβάλ της είχε μηνύσει να κρατηθεί όλη μέρα σε μια ορισμένη κατάσταση, είχε κάνει το ακριβώς αντίθετο: το είχε ξεχάσει, ζητούσε να τη συχωρέσουν κι υποσχότανε πως δε θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Η τετραρχία όμως ήταν αδυσώπητη και τις γράψανε και τις δυο στον κατάλογο για να τιμωρηθούνε το πρώτο Σάββατο. Τα κοριτσάκια τους είχαν ιδιαιτέρως δυσαρεστήσει με την αδεξιότητά τους στη τέχνη του αυνανισμού κι ο τρόπος που χανε δοκιμάσει τη παραμονή τους είχεν εκνευρίσει. Ο Ντυρσέ πρότεινε να ορίσουν μιαν ώρα κάθε πρωί για να τους κάνουν μάθημα, έτσι ο καθένας με τη σειρά του θα σηκωνόταν μιαν ώρα νωρίτερα. Η ώρα για την εξάσκηση ορίστηκε από τις εννιά μέχρι τις δέκα. Αποφασίσαν να κάθεται αυτός με την ησυχία του σε μια πολυθρόνα, στο κέντρο του χαρεμιού. Κάθε κοριτσάκι που θα τ' οδηγούσε και θα το βοηθούσε η Ντυκλό, η καλύτερη αυνανίστρια του πύργου, θα δοκιμαζότανε πάνω του. Η Ντυκλό θα οδηγούσε τις κινήσεις του χεριού του, θα του μάθαινε τη ταχύτητα που πρεπε να δώσει στους παλμούς, ανάλογα με τη κατάσταση του άρχοντα, θα του δειχνε τη στάση και τη θέση που πρεπε να χει όσο κρατούσεν η επιχείρηση, θα ορίζανε τέλος τιμωρία για όποια, μετά το πρώτο δεκαπενθήμερο, δε θα τα χε καταφέρει τέλεια σ' αυτή τη τέχνη, χωρίς να χει ανάγκη από άλλα μαθήματα. Τους συστήσανε, σύμφωνα με τις αρχές του φραγκισκανού, να κρατούνε συνέχεια, όσο διαρκεί η επιχείρηση, τη κεφαλή ξεσκέπαστη. Το δεύτερο χέρι που θα μενε λεύτερο, θα πρεπε ασταμάτητα, όλην αυτή την ώρα, να χαϊδεύει τα περίχωρα, ανάλογα με τις διάφορες ιδιοτροπίες του κυρίου. Αυτό το σχέδιο του τραπεζίτη, άρεσε σ' όλους. Η Ντυκλό ειδοποιήθηκε και δέχτηκε να χουνε στο διαμέρισμά τους ένα πάσαλο για να μπορούν να εξασκούνε συνέχεια τη παλάμη τους και να διατηρούνε την απαραίτητη δεξιοτεχνία. Αναθέσανε στον Ηρακλή την ίδια δουλειά με τ' αγόρια. Αυτά είναι πιο επιδέξια από τα κορίτσια γιατί δεν έχουνε παρά να κάνουνε στους άλλους αυτό που κάνουνε στον εαυτό τους. Έτσι δε χρειαστήκανε περισσότερον από μια βδομάδα για να γίνουν οι απολαυστικότεροι μαλακιστές που τανε δυνατό να βρεθούν. Δε βρέθηκε κανείς παραβάτης μεταξύ τους, εκείνο το πρωί. Το παράδειγμα του Νάρκισου, τη παραμονή, τους έκανε ν' αρνηθούν όλες τις άδειες κι έτσι στο παρεκλήσι πήγαν μόνο, η Ντυκλό, δυο γαμιάδες, η Ιουλία, η Τερέζα, ο Ερωτιδέας κι η Ζελμίρα. Ο Κυρβάλ κάβλωσε πολύ. Τον είχεν ανάψει εξαιρετικά το πρωί ο 'Αδωνις, στην επίσκεψη των αγοριών και νόμισαν ότι θα χύσει, βλέποντας τη Τερέζα και τους δυο γαμιάδες να ενεργούνται, αλλά συγκρατήθηκε. Το γεύμα έγινε όπως συνήθως, μόνο που ο αγαπητός μας πρόεδρος, έχοντας πιει και πορνέψει ιδιαιτέρως όσο τρώγανε, άναψε και πάλι στον καφέ, που το σερβίρισαν η Αυγουστίνα κι η Μισέτ, ο Ζελαμίρ κι ο Ερωτιδέας. Τους διεύθυνε η γρια Φανσόν κι από ιδιοτροπία της είχανε παραγγείλει ναναι γυμνή σα τα παιδιά. Αυτή η αντίθεση προκάλεσε τη νέα λάγνα μανία του Κυρβάλ, που αφέθηκε σε ορισμένες εκλεκτές παρεκτροπές με τη γρια και τον Ζελαμίρ, έτσι έχυσεν επιτέλους. Ο δούκας με τη ψωλή σηκωμένη, έσφιγγε πάνω του την Αυγουστίνα, κραύγαζε, έβριζε, παραληρούσε κι η δόλια η μικρούλα έτρεμε ολάκερη κι όλο τραβιότανε πίσω, σα τη περιστέρα μπρος στο αρπακτικό πουλί που ενεδρεύει κι είναι έτοιμο να την αρπάξει. Αρκέστηκε παρολαυτά σ' ορισμένα άσωτα φιλιά και της έκανε ένα πρώτο μάθημα προκαταβολή γι'αυτό που θ' άρχιζε την επομένη. Οι άλλοι δυο, λιγότερο ζωηροί, είχανε κιόλας αρχίσει τον απογευματινό τους ύπνο. Οι δυο πρωταθλητές μας τους μιμηθήκανε και ξυπνήσανε πια στις έξι για να περάσουνε στο σαλόνι των αφηγήσεων. Όλες οι τετράδες της παραμονής είχαν αλλάξει. Τόσο τα πρόσωπα όσο κι οι φορεσιές. Όταν όλα ετοιμάστηκαν, η Ντυκλό ανέβηκε στο βήμα και συνέχισε τη διήγησή της: "Η μητέρα μου είχε να εμφανιστεί στο σπίτι τρεις μέρες, ώσπου ο άντρας της, που ανησυχούσε περισσότερο για το κομπόδεμα και το χρήμα της παρά για την ίδια, αποφάσισε να μπει στο δωμάτιο όπου συνηθίζαν να μαζεύουν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν. Οποία όμως υπήρξεν η έκπληξή του όταν, αντί γι' αυτό που ψαχνε, βρήκε σημείωμα της μητέρας μου που του λεγε να το πάρει απόφαση για ό,τι έχει χάσει. Αποφασισμένη να τονε χωρίσει οριστικά και μην έχοντας καθόλου χρήματα, ήταν αναγκασμένη να πάρει ό,τι είχε. 'Αλλωστε έφταιγεν αυτός που τον εγκατέλειψε γιατί τη κακομεταχειριζότανε. Του άφηνε δυο κορίτσια που αξίζανε και με το παραπάνω τα χρήματα που του πήρε. Ο ανθρωπάκος όμως δεν είχε την ίδια γνώμη για την αξία μας, έτσι μας έδιωξε ευγενικά και μας παρακάλεσε μάλιστα να μη κοιμηθούμε σπίτι, δείχνοντας έτσι πως δε λογάριαζε καν τη μητέρα μου. Όχι και τόσο στεναχωρημένες από τη καλωσύνη του, που μας χάριζε, στην αδελφή μου κι εμένα, όλη την ελευθερία που χρειαζόμασταν ν' αφεθούμε με την ησυχία μας στο είδος ζωής που τόσον είχεν αρχίσει να μας αρέσει, το μόνο που κάναμε ήτανε να πάρουμε τα λιγοστά μας πράματα και να φύγουμε γρήγορα από τον καλό μας πατριό. Αποτραβηχτήκαμε αμέσως σ' ένα μικρό δωμάτιο κει κοντά, περιμένοντας ν' αποφασίσουμε τη μοίρα μας. Εκεί οι πρώτες μας σκέψεις αφορούσανε στη τύχη της μητέρας μας. Δεν αμφιβάλλαμε στιγμή πως βρισκότανε στο μοναστήρι, αποφασισμένη να ζήσει κρυφά με κάποιον παπά ή να συντηρείται απ' αυτόν σε κάποια γωνιά εκεί γύρω. Αυτή τη γνώμην είχαμε όταν ένας Αδελφός από το μοναστήρι ήρθε και μας έφερε ένα σημείωμα που άλλαξε τα συμπεράσματά μας. Το σημείωμα έγραφε με λίγα λόγια, πως το καλύτερο που χαμε να κάνουμε, ήταν να πάμε, μόλις βράδιαζε στο μοναστήρι του Πατέρα-φύλακα, του ίδιου που γραφε το σημείωμα. Θα μας περίμενε στην εκκλησία ως τις δέκα το βράδυ και θα μας πήγαινε στο μέρος που βρισκόταν η μητέρα μας. Έτσι, θα μπορούσαμε να μοιραστούμε και ν' απολαύσουμε μαζί της τη τωρινή της ευτυχία κι ηρεμία. Μας παρότρυνε μάλιστα να μη λείψουμε και κυρίως να το κρύψουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε, γιατί ήτανε βασικό να το κρατήσουμε μυστικό από τον πατριό μας, ό,τι κάνανε για τη μητέρα μας και για μας. Η αδελφή μου τότε είχε φτάσει πια τα δεκαπέντε, ήτανε συνεπώς πιο έξυπνη και πιο λογική από μένα, που ήμουν μόλις εννιά. Έτσι αφού άφησε τον αγγελιαφόρο να φύγει απαντώντας πως θα τα σκεφτεί όλα τούτα, δε μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή της. -'Φρανσόν', μου είπε, 'να μη πάμε. Κάτι κρύβεται πίσω απ' όλα τούτα. Αν η πρόταση ήταν ειλικρινής, η μητέρα μου ή θαχε γράψει κι ένα δικό της σημείωμα ή θαχεν υπογράψει τούτο δω. Και με ποιόν μπορεί να βρίσκεται στο μοναστήρι; Ο πάτερ Αδριανός ο καλύτερός της φίλος, έχει φύγει εδώ και δυο-τρία χρόνια σχεδόν. Από κείνη την εποχή, πηγαίνει μόνο σα περαστική και δεν έχει καμιά κανονική σχέση με κανένα... Τι την έκανε να διαλέξει αυτό το καταφύγιο; Ο Πάτερ-φύλακας δεν είναι, ούτε κι υπήρξε ποτέ, εραστής της. Ξέρω πως τον έχει διασκεδάσει δυο-τρεις φορές, δεν είναι όμως από τους άντρες που δεσμεύονται από γυναίκα γι' αυτό και μόνο. Γιατί είναι κι ο ίδιος και πολύ ασταθής και πολύ σκληρός με τις γυναίκες, μόλις του περάσει το κέφι. Από που κι ως που λοιπόν δείχνει τόσον ενδιαφέρον για τη μητέρα μας; 'Ακου με που σου λέω, κάτι κρύβεται πίσω απ' όλα τούτα. Ποτέ δε τονε συμπάθησα τον γέρο-φύλακα. Είναι κακός, σκληρός και βίαιος. Μ' είχε παρασύρει μια φορά στο δωμάτιό του όπου ήταν μαζί με τρεις άλλους και μετά απ' αυτό που μου συνέβη, ορκίστηκα να μη ξαναπατήσω κει μέσα. Αν θες να μ' ακούσεις, ας τους αφήσουμε όλους αυτούς τους κερατάδες τους καλόγερους. Δε χρειάζεται πια να στο κρύβω, Φρανσόν, έχω μια γνωριμία και μάλιστα τολμώ να πω, μια καλή φίλη, τη κυρία Γκερέν. Εδώ και δυο χρόνια τη συναντώ κι από την εποχή κείνη δε πέρασε μια βδομάδα χωρίς να μου κλείσει μια καλή δουλειά. Όχι όμως φτηνοδουλειές σαν αυτές που κάναμε στο μοναστήρι. Δεν υπήρξε ούτε μια που να μη μου απέφερε τρία σκούδα. Να μάλιστα η απόδειξη', συνέχισεν η αδελφή μου, δείχνοντάς μου ένα πουγκί που υπήρχανε πάνω από δέκα λουδοβίκια, 'βλέπεις πως μου φτάνουνε για να ζήσω. Ε! λοιπόν αν θες τη συμβουλή μου, να κάνεις ό,τι κι εγώ. Η Γκερέν θα σε δεχτεί, είμαι σίγουρη, σε είδε πριν οχτώ μέρες όταν είχεν έρθει να με ζητήσει για δουλειά και μου ανέθεσε να στο προτείνω. Όσο κι αν είσαι νέα, κάπου θα βρει να σε βάλει. Κάνε όπως εγώ, σου λέω, και σε λίγο θα κάνουμε χρυσές δουλειές. Κατά τ' άλλα δεν έχω τι άλλο να σου πω, γιατί εκτός από απόψε που θα σου κάνω τα έξοδα, μην υπολογίζεις άλλο σε μένα μικρή μου. Σ' αυτό τον κόσμο ο καθένας για τον εαυτό του. Αυτά τα κέρδισα με τα χέρια και το κορμί μου, κάνε κι εσύ το ίδιο. Κι αν σ' εμποδίζει η ντροπή να πας στο διάολο και κυρίως μην έρθεις να με βρεις, γιατί μετά απ' όσα σου λέω, ακόμα κι αν σε δω με τη γλώσσα να σέρνεται στο χώμα, δε θα σου δώσω μητ' ένα ποτήρι νερό. Όσο για τη μητέρα, δε μ' ενδιαφέρει η τύχη της όποια κι αν είναι. Σου δηλώνω πως είμαι ικανοποιημένη κι ότι η μόνη ευχή που κάνω για τη πουτάνα, είναι να βρίσκεται αρκετά μακριά για να μη τη ξαναδώ σ' όλη μου τη ζωή. Ξέρω πόσο μ' εμπόδισε στο επάγγελμά μου και τι καλές συμβουλές μουδινε τη στιγμή που η κυράτσα έκανε τρεις φορές χειρότερα. Να τη πάρει ο διάολος χρυσή μου, και κυρίως μη τη ξαναφέρει. Τίποτ' άλλο δεν εύχομαι'. Επειδή, για ναμαι ειλικρινής, ούτε η καρδιά μου ήτανε πιο τρυφερή, ούτε κι ο δρόμος της ψυχής μου πιο ορθός από της αδελφής μου, συμφώνησα μ' όλες τις βρισιές που φόρτωσε την εξαιρετικήν αυτή μητέρα. Αφού ευχαρίστησα την αδελφή μου για όσα μουμαθε, της υποσχέθηκα να την ακολουθήσω σ' αυτή τη γυναίκα. Έτσι από τη στιγμή που θα με υιοθετούσε, θαπαυα να της είμαι βάρος. Όσο για την άρνησή της να πάει στο μοναστήρι, συμφώνησα κι εγώ."