25.6.08

ΑΝΝΑ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ


Γεννήθηκε στο Λουτράκι το Νοέμβριο του 1927. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, πρώην Βασιλικού. Οι μεγαλύτερες θεατρικές της παρουσίες της είναι στις αρχαίες τραγωδίες «Αντιγόνη», «Ηλέκτρα», «Ανδρομάχη», «Ιφιγένεια», καθώς και στην αρχαία κωμωδία «Λυσιστράτη», πάντα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Επίσης έχει παίξει και σε ένα πλήθος θεατρικών έργων, κυρίως του Σαίξπηρ καθώς και πολλών Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων, κατέχοντας σήμερα μια από τις πλέον εξέχουσες θέσεις των τραγωδών ηθοποιών του σύγχρονου Ελληνικού Θεάτρου.

ΚΥΒΕΛΗ





Η Κυβέλη γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1888 και από νηπιακή ηλικία βρέθηκε υπό τη προστασία του Δημητρίου Λεονάρδου (ανώτερου δημόσιου υπαλλήλου) και των θετών γονέων της Αναστασίου και Μαρίας Αδριανού. Το θεατρικό της ταλέντο αναπτύχθηκε αυθόρμητα στις προσπάθειες που κατέβαλε για να ξαναφέρει το χαμόγελο στους θετούς γονείς της που είχαν χάσει τον γιο τους στη Βραζιλία. Στο σπίτι του ζεύγους Ανδριανού γνώρισε τη μικρή Κυβέλη ο καθηγητής ορθοφωνίας και απαγγελίας Μ. Σιγάλας ο οποίος, αφού της έδωσε κάποια σειρά μαθημάτων τον Μάρτιο του 1901, την παρουσίασε σε επίδειξη των μαθητριών του. Η Κυβέλη Ανδριανού πήρε το πρώτο βραβείο που στάθηκε αφορμή για να αλλάξουν τα σχέδια των γονιών της να την κάνουν μοδίστρα. Την ίδια εποχή άρχισε να λειτουργεί η Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου και η Κυβέλη γράφτηκε σ΄ αυτήν παρότι δεν είχε συμπληρώσει τα 15 της χρόνια.
Τρεις μήνες όμως μετά, το Σεπτέμβριο του 1901, η σχολή εκείνη έκλεισε και προσέλαβε την Κυβέλη ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος στο θεατρικό όμιλο της Νέας σκηνής, που άρχισε τότε να καταρτίζεται από νεαρούς ερασιτέχνες, μεταξύ των οποίων ήταν ο Σωτήρης Σκίπης, ο Μήτσος Μυράτ, ο Διονύσης Δεβάρης, ο Άγγελος Σικελιανός και η αδελφή του Ελένη Πασαγιάννη. Πριν τελειώσουν οι ετοιμασίες για τη πρώτη εμφάνιση της Νέας Σκηνής, ο Χρηστομάνος διοργανώνει εσπευσμένα θεατρική παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών προς τιμή Ρουμάνων φοιτητών όπου η Κυβέλη εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πρωταγωνιστικό ρόλο ως Ιουλιέτα, στο γνωστό έργο του Σαίξπηρ. Την επιτυχία της εκείνη ακολούθησαν οι εμφανίσεις της στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη ως θεραπαινίδα, στην «Αγριόπαπια» του Ίψεν ως Εδβίγη, στη «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι ως θεατρινούλα, εκ των οποίων η θεατρική αναγνώρισή της υπήρξε γενική τόσο εκ μέρους του κοινού όσο και των κριτικών του θεάτρου. Έκτοτε αποτέλεσε κύριο πρόσωπο της Νέας Σκηνής και από τον ρόλο «του κακόμοιρου» που υποδύθηκε στο έργο του Α. Δωδέ «Αρλεζιάνα» (28 Ιουλίου 1902) άρχισε να μεσουρανεί στη θεατρική σκηνή. Το 1906 δημιουργεί δικό της θίασο με τον Κ. Σαγιώρ, που διαλύθηκε σε λίγους μήνες λόγω αναχώρησής της στο Παρίσι. Με την επιστροφή της και μετά από μικρή συνεργασία με τον Σαγιώρ δημιουργεί αποκλειστικά δικό της θίασο. Μέχρι το 1932 η Κυβέλη ως θιασάρχης και πρωταγωνιστής ανέβασε πολλά έργα σημαντικών συγγραφέων Ελλήνων και ξένων μεταξύ των οποίων των Γρ. Ξενόπουλου, Σ. Σκίπη, Σπ. Μελά, Δ. Κορομηλά, Δ. Ταγκόπουλου, Πρίγκιπα Νικολάου, Θ. Συναδινού, Π. Χορν, Ι. Πολέμη, Δ. Μπόγρη, Αρ. Προβελέγγιου, Ν. Λάσκαρη, Μ. Λιδωρίκη, Ίψεν, Ντ΄ Αννούτσιο, Μαίτερλιγκ, Γκόργκυ.
Το 1932 και 1934 συνεργάσθηκε με την καθιερωμένη αντίπαλό της Μαρίκα Κοτοπούλη σαν καλλιτεχνική αντίδραση στη δημιουργία του Εθνικού θεάτρου (που είχε ιδρύσει ο τότε Υπουργός Παιδείας και μετέπειτα σύζυγός της Γεώργιος Παπανδρέου). Στη συνέχεια για οικογενειακούς λόγους αποσύρθηκε από τη σκηνή με μόνο έκτακτη εμφάνιση το 1942 σε παραστάσεις του έργου του Σ. Μελά «Πίσω στη Γη».
Τον Απρίλιο του 1943 διαφεύγει με καΐκι στη Μέση Ανατολή, ακολουθώντας τον σύζυγό της πλέον Γεώργιο Παπανδρέου στον Λίβανο, την Αίγυπτο και την Ιταλία για να γυρίσει μετά την απελευθέρωση στην Αθήνα το 1944. Μετά την επιστροφή της και από το θέρος του 1950 συνεργάζεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη στο έργο «Τα παιδιά του Εδουάρδου», ακολούθως με το Εθνικό θέατρο στο έργο «Δάφνη Λορεόλα» και το 1952 ξαναεμφανίζεται με την Κοτοπούλη στο έργο του Ζαν Κοκτώ «Τρομεροί γονείς».
Στον ελληνικό κινηματογράφο εμφανίσθηκε στις ταινίες
Ο κακός δρόμος (1933)
Αστέρω (1937)
Η άγνωστος (1954) .... Λίνα Φλεριανού
Η Κυβέλη παντρεύτηκε τρεις φορές: πρώτα τον μεγάλο ηθοποιό Μήτσο Μυράτ, με τον οποίο απέκτησε τη μετέπειτα γνωστή πρωταγωνίστρια Μιράντα Μυράτ, στη συνέχεια τον θεατρικό επιχειρηματία Νίκο Θεοδωρίδη, με τον οποίο απέκτησε την επίσης γνωστή πρωταγωνίστρια Αλίκη Νικολαΐδη - Θεοδωρίδη (σύζυγο του Πολ Νορ -Νίκου Νικολαΐδη) και τέλος τον Γεώργιο Παπανδρέου (δεύτερη σύζυγος) με τον οποίο απέκτησε τον Γεώργιο Παπανδρέου που υπήρξε και η μεγάλη της αδυναμία μέχρι τον θάνατό της. Ως σύζυγος του Έλληνα Πρωθυπουργού επί χρόνια αποτελούσε το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής στην Αθήνα.
Η Κυβέλη πέθανε στην Αθήνα το 1978.

ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ





Γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1887 στην Αθήνα. Ήταν κόρη της ηθοποιού Ελένης και του Δημήτρη Κοτοπούλη.
Εμφανίστηκε στη σκηνή βρέφος σε περιοδεία των γονέων της στο έργο "Ο αμαξάς των Άλπεων". Διακρίθηκε περισσότερο ως τραγωδός στα έργα ξένων κι Ελλήνων κλασικών συγγραφέων. Επίσης η ερμηνεία από την Κοτοπούλη των σύγχρονων συγγραφέων θεωρείται ανεπανάληπτη. Λέγεται πως η Μαρίκα Κοτοπούλη δε διακρινόταν για την εξωτερική της εμφάνιση, ωστόσο πάνω στη σκηνή ήταν τόσο δυνατή η ταύτισή της με τους ρόλους της, που την μετέβαλλαν σε καλλονή και γοήτευε και τους πιο δύσκολους θεατές της.
Η προσφορά της στη σκηνική κληρονομιά είναι τεράστια και για πολύ θα αποτελεί παράδειγμα μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας.
Εκτός από το θέατρο, η Κοτοπούλη έπαιξε και στον κινηματογράφο, στην ελληνοτουρκική παραγωγή Κακός δρόμος (1933), βασισμένη σε μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 1954.Άλλες πηγές αναφέρουν ως ημερομηνία θανάτου την 11 Σεπτεμβρίου 1954.
Στην Αθήνα υπάρχει και το "Μουσείο Μαρίκας Κοτοπούλη" το οποίο βρίσκεται στην οδό Αλέξανδρου Παναγούλη στο Δήμο Ζωγράφου

ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ


Γεννήθηκε στα Βίλια Αττικής. Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου. Ο πατέρας της Κώστας Λούκος είχε μια ταβέρνα στα Βίλια Αττικής και η μητέρα της ήταν η Αναστασία Σταμάτη. Είχε 6 αδέρφια, εκ των οποίων ένα δίδυμο αδελφό, που πεθαίνει από φυματίωση το 1941. Το 1928 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Με τον Αλέκο Αλεξανδράκη έζησαν πάλι έναν θυελλώδη έρωτα που διήρκεσε δύο χρόνια και συμπρωταγωνίστησαν και στο θέατρο. Ο γάμος της με τον Μάριο Πλωρίτη (ο οποίος παρέμεινε αιώνιος φίλος της και στάθηκε δίπλα της μέχρι το τέλος της ζωής της) το 1950 υπήρξε ατυχής, χώρισαν το 1953, όταν γνωρίστηκε με τον Δημήτρη Χορν, και μαζί έγραψαν μία από τις πιο λαμπερές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου και υπήρξαν αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή και στη σκηνή. Όμως, δεν παντρεύτηκαν ποτέ και επιπλέον η Λαμπέτη αναγκάστηκε να κάνει έκτρωση στο παιδί που κυοφορούσε από εκείνον.
Από τον Δ. Χορν χώρισε το 1959, όταν γνώρισε τον αμερικανό συγγραφέα Γουέηκμαν (Frederic Wakeman), τον οποίο παντρεύτηκε, αλλά χώρισε το 1976 μετά από πολλά προβλήματα και όντας χρόνια εν διαστάσει. Σημαντική γνωριμία στη ζωή της στάθηκε ο γνωστός ηθοποιός Κώστας Καρράς, με τον οποίο η Λαμπέτη ονειρευόταν για άλλη μια φορά τον γάμο και την οικογένεια. Θα παίξουν μαζί στο "Θυμήσου τον Σεπτέμβρη", αλλά εμπόδιο στα σχέδιά της είναι το νεαρό της ηλικίας του και το ότι εκείνος είναι παντρεμένος, κάτι που η ίδια αγνοούσε. Θα μάθει την αλήθεια από τη γνωστή πλέον ηθοποιό Βέρα Κρούσκα, η οποία έκανε τα πρώτα θεατρικά της βήματα στο πλευρό της Λαμπέτη.
Ο καρκίνος κάνει την εμφάνιση της στη ζωή της ηθοποιού (1969). Αφού της στέρησε τις αγαπημένες της αδερφές, τις οποίες έχασε όλες (εκτός από την αδερφή της Αντιγόνη, η οποία έζησε αρκετά χρόνια και μετά το θάνατο της Έλλης) από καρκίνο του μαστού, ο καρκίνος χτύπησε την πόρτα και της ίδιας. Μετά την εγχείρηση (ολική μαστεκτομή) στην οποία υποβλήθηκε στις ΗΠΑ επιστρέφει και προσπαθεί να το ξεπεράσει.
Μια προσπάθεια υιοθεσίας από κοινού με τον Γουέηκμαν, (της μικρής Έλίζας) της δημιούργησε πλείστα προβλήματα, όταν δικαστική απόφαση την υποχρέωσε να επιστρέψει το παιδί, μετά παρέλευση 4 χρόνων, στους φυσικούς γονείς του. Η περιπέτεια αυτή της δημιούργησε γενική κατάπτωση και μελαγχολία, που την κράτησε μακριά από το θέατρο. Η επάρατη νόσος όμως ήρθε να συμπληρώσει την τραγωδία της μεγάλης αυτής ηθοποιού, κάνοντας την επανεμφάνισή της μετά από 11 χρόνια, το 1980. Οι μεταστάσεις ήταν συνεχείς. Οι χημειοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε έπληξαν τις φωνητικές της χορδές, με αποτέλεσμα σταδιακά να χάσει και τη φωνή της. Η τελευταία παράσταση στην οποία πρωταγωνίστησε στην Αθήνα ήταν τα "Παιδιά ενός κατώτερου Θεού" στο ρόλο της κωφάλαλης Σάρα.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1983 άφησε τη τελευταία της πνοή σε νοσοκομείο των ΗΠΑ που είχε μεταβεί λίγες εβδομάδες πριν. Η τελευταία προσφορά της ήταν η δωρεά των ματιών της.
Η Έλλη Λαμπέτη είχε τιμηθεί με το επαμειβόμενο βραβείο Μαρίκας Κοτοπούλη για την διετία 1949-1951.

ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΞΙΝΟΥ











Η Κατίνα Κωνσταντοπούλου - Παξινού ήταν Ελληνίδα ηθοποιός κυρίως δραματικού ρεπερτορίου παγκόσμιας φήμης.
Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1900 στον Πειραιά. Σπούδασε μουσική και τραγούδι στο Ωδείο της Γενεύης καθώς και σε άλλες αντίστοιχες σχολές στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Άρχισε από πολύ νωρίς την καλλιτεχνική σταδιοδρομία της και γρήγορα διακρίθηκε για το αληθινό ταλέντο της και την αγάπη στην τέχνη της. Ο πρώτος της σημαντικός ρόλος ήταν της Βεατρίκης, στην ομώνυμη όπερα Αδελφή Βεατρίκη του Μητρόπουλου που ανεβάσθηκε το 1920 στο Δημοτικό θέατρο Πειραιώς. Ο πρώτος θεατρικός ρόλος της στην πρόζα ήταν το 1929, στο θέατρο Κοτοπούλη, στο «Γυμνή Γυναίκα» (La femme nue) του Μπατάιγ, που την καθιέρωσε και πρωταγωνίστρια δραματικών ρόλων.Το 1931 συνεργάστηκε με τον κορυφαίο Έλληνα καλλιτέχνη Αιμίλιο Βεάκη με τον οποίο εισχωρεί στον συναιτερικό θίασο του Αλέξη Μινωτή, τον οποίο και παντρεύτηκε και που μαζί του συνεργάστηκε αποδοτικά από το 1932 μέχρι το 1940, χρονιά που έγινε μόνιμο μέλος του Εθνικού Θεάτρου. Με την Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου εμφανίσθηκε στο Λονδίνο στη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο. Κατά την περίοδο του πολέμου εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ όπου και εμφανίσθηκε στο Θέατρο Μπροντγουαίη. Όμως το έργο που την επέβαλε σε διεθνή κλίμακα και που της χάρισε το 1944 το Όσκαρ της ηθοποιΐας, από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, ήταν το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα», όπου υποδυόταν το ρόλο της φλογερής πατριώτισσας της Ισπανίας, Πιλάρ. Για το κινηματογραφικό έργο «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», βραβεύτηκε με το βραβείο Κοκτώ.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1952 όπου και αρχισε ξανά τις εμφανίσεις της στο Εθνικό Θέατρο με τον Αλέξη Μινωτή όπου ανεβάζει Ίψεν και Λόρκα αλλά κύριο πλέον ενδιαφέρον τις παραστάσεις αρχαίων θεατρικών έργων, απoδίδοντας τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στα έργα: "Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα" του Λόρκα, "Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας" του Ντύρενματ, "Η τρελή του Σαγιώ" του Ζιρωντού, "Το μακρύ ταξίδι" του Ο΄ Νηλ. Επίσης έλαβε μέρος στα διάφορα Φεστιβάλ της δεκαετίας του "50 στις παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο. Ενώ εμφανίσθηκε και στις ταινίες "Ο κύριος Αρκάντιν" του Όρσον Γουέλς και "Ο Ρόκος και τ΄ αδέλφια του" του Βισκόντι (1960).Κατά την διάρκεια της δικτατορίας η Παξινού και ο Μινωτής συγκρότησαν δικό τους θιασο όπου και ανέβασαν μεταξύ άλλων τα έργα: "Ο ματωμένος γάμος" του Λόρκα, "Η Ήρα και το παγώνι" του Ο΄ Κέισυ, "Οι παλαιστές" του Στρατή Καρά κ.ά. Η τελευταία της παράσταση στο θέατρο ήταν στο ρόλο της μάνας στο έργο του Μπρεχτ "Μάνα κουράγιο" και στον κινηματογράφο "Το νησί της Αφροδίτης" (1969).
Γενικά η Κατίνα Παξινού είχε πολύ πλούσιες εκφραστικές δυνατότητες που της επέτρεπαν να ερμηνεύει όχι με δυσκολία δραματικούς ρόλους κάθε θεατρικού υφους, από την αρχαία ελληνική τραγωδία μέχρι το "μπρεχτικό" θέατρο. Επίσης η μουσική της καλλιέργεια της επέτρεπε να χρωματίζει τη φωνή της ώστε ν΄ αναδεικνύεται η εκφραστικότητα και η ευαισησία έντονα καθώς και ο μελωδικός ρυθμός του ποιητικού λόγου. Η Κατίνα Παξινού έγραψε επίσης και μουσική για την τραγωδία «Οιδίπους τύραννος». Πέθανε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 1973.

ΕΛΕΝΑ ΝΑΘΑΝΑΗΛ




Η Έλενα Ναθαναήλ ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1947 στη Νέα Φιλαδέλφεια, τότε φτωχό προάστιο των Αθηνών. Το επώνυμο "Ναθαναήλ" ήταν το μητρώνυμό της. Ολόκληρο το ονοματεπώνυμο της ήταν Ελένη Ναθαναήλ Δεληβασίλη.
Σε μία τηλεοπτική συνέντευξή της στις 9 Φεβρουαρίου του 2004 στον Γρηγόρη Αρναούτογλου ("Όμορφος κόσμος το πρωί") δήλωσε ότι είχε καταγωγή από την πλευρά του πατέρα της από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, ενώ από την πλευρά της μητέρας της είχε καταγωγή από τη Μάνη.
Σπούδασε στη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη και πρωτοεμφανίστηκε στο σινεμά στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη Κάτι να καίει (1963) στην ηλικία των 16 ετών. Στη Γερμανία συμμετείχε στο φιλμ του Ραλφ Τίλε "Το αίμα των Βέλσουγκ". Επιστρέφοντας στην Ελλάδα έκανε καριέρα στο θέατρο και το σινεμά. To 1968 βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ταινία Ραντεβού με μία άγνωστη. Για αρκετά χρόνια πριν το θάνατο της είχε αποσυρθεί από τα καλλιτεχνικά δρώμενα, κάνοντας μόνο επιλεκτικές εμφανίσεις. Η τελευταία της υποκριτική εμφάνιση έγινε λίγο πριν το θάνατο της, στην τηλεοπτική σειρά του Mega Channel Γοργόνες.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, παρ’ όλο που το 1973 απέκτησε μια κόρη με τον επιχειρηματία Γιώργο Τσαγκάρη, την Ίνκα – Μαρία, η οποία είναι δημοσιογράφος. Τα τελευταία χρόνια, μαζί με τον επί 29 χρόνια σύντροφο της ζωής της, βετεράνο ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Τάσο Μητρόπουλο, κατοικούσε στην Εύβοια δηλώνοντας ότι ήταν αγρότισσα και ασχολούταν με την παραγωγή του κρασιού.
Χτυπημένη από καρκίνο του πνεύμονα απεβίωσε στις 4 Μαρτίου του 2008 το απόγευμα, ενώ η κηδεία της έγινε το μεσημέρι της 5ης Μαρτίου του 2008 στο νεκροταφείο της Νέας Φιλαδελφείας στον Κόκκινο Μύλο.

ΖΩΖΩ ΣΑΠΟΥΝΖΑΚΗ



Μιας γυναίκας που εδώ και κάποιες δεκαετίες μονοπωλεί το στέμμα της "βασίλισσας της νύχτας". Μιας βασίλισσας που δεν υπήρξε διάδοχος καμιάς και όπως φαίνεται δεν πρόκειται ούτε να παραδώσει την κορώνα και το σκήπτρο της σε κάποια άλλη. Βγήκε από δικό της καλούπι κι αυτό έσπασε! Μια ήταν, είναι και θα είναι η Ζωζώ Σαπουντζάκη! Μια και αναντικατάστατη! Στην συνείδηση και στην ψυχή του Έλληνα, παραμένει πάντα η ενσάρκωση της διασκέδασης, του ξεφαντώματος και η χαρά της ζωής! Είναι η μοναδική που δέχτηκε τα πιο ακριβά δώρα και από "μούσα" πολλών και μεγάλων προσωπικοτήτων της χώρας, έγινε "μύθος" για έναν ολόκληρο λαό. Ήταν τότε που αποφάσισε, πρώτη εκείνη να πάρει το μικρόφωνο στο χέρι για να τραγουδήσει ανάμεσα στον κόσμο και πρώτη εκείνη που πάνω στο κέφι έσπασε τα ακριβά σερβίτσια της "Κομπαρσίτας" στην πίστα. [...]

ΑΝΝΑ ΚΑΛΟΥΤΑ






Η Άννα Καλουτά του Στεφάνου, ηθοποιός, πρωταγωνίστρια και θιασάρχης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου του 1920. Απόφοιτος της Ιονίου Σχολής Θηλέων, έκανε σπουδές πιάνου και αφοσιώθηκε στο θέατρο. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη χορογραφία, σκηνοθεσία και τη καλλιτεχνική διεύθυνση.
Εμφανίστηκε σε 14 ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες ενώ στο θέατρο πρωτοεμφανίζεται σε ηλικία 4 ετών στο θίασο Μαρίκας Κοτοπούλη, σε έργο πρόζας. Μαζί με την αδελφή της Μαρία δημιούργησαν τα περίφημα "Καλουτάκια", παιδιά θαύματα της εποχής εκείνης, σε όλα τα είδη του μουσικού θεάτρου.
Έχει συμμετάσχει σε επιθεωρήσεις των γνωστότερων επιθεωρησιογράφων σε οπερέτες όπως: "Γλυκειά Νανά", "Διαβολόπαιδο", "Βαφτιστικός" , "Μοντέρνα κορίτσια" κ.ά. του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, "Γυναίκα του δρόμου", "Απάχηδες των Αθηνών", "Οι πειρατές" κ.ά. του Νίκου Χατζηαποστόλου, στη "Νυχτερίδα" του Γιόχαν Στράους, σε μουσικές κωμωδίες: "Μ΄ αγαπά δεν μ΄ αγαπά" των Γιανουκάκη - Ριτσιάρδη, σε ηθογραφίες όπως "Το Φυντανάκι" του Χορν, σε πρόζα "Το πανηγύρι" του Χορν, σε κωμειδύλλια: "Αγαπητικός της βοσκοπούλας", "Γκόλφω", "Μαρία Πενταγιώτισσα" και άλλα πολλά.
Επί 15 χρόνια έκανε περιοδείες στην Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, Αφρική και Ν. Ζηλανδία. Εμφανίστηκε στη "Salle de Gaveau" στο Παρίσι 1950, στο "Κάρνεγκυ Χωλ" στη Νέα Υόρκη το 1954, στο "Palace Theatre" στο Λονδίνο 1968 κ.α.
Ηχογράφησε με την αδελφή της Μαρία πολλούς δίσκους στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ενδεικτικά: "Μ΄ αγαπά δεν μ΄ αγαπά", "Γερακίνα", "Οι κερασιές", "Η βροχή", "Βεμ - Βεμ". Οι δε εμφανίσεις της στην τηλεόραση δεν έχουν μέχρι σήμερα εκλείψει.
Μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, έχει τιμηθεί με πλείστα διπλώματα ελληνικών πρεσβειών για τις περιοδείες της και ακόμη με πολλές στρατιωτικές μνείες για τη ψυχαγωγία του Στρατού. Έμεινε θρυλική στις πολεμικές επιθεωρήσεις του 1940 ίδιαίτερα στο "Ευζωνάκι" αλλά και αργότερα σε ρόλους "Σμυρνιάς".

ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ








Γεννήθηκε το 1913 στην Κέρκυρα. Ο πατέρας της, Γιάννης Βλαχόπουλος, ανήκε στην αριστοκρατία του νησιού ενώ η μητέρα της, Καλλιόπη, ήταν κόρη κάποιας υπηρέτριας που εργαζόταν στο σπίτι των Βλαχόπουλων. Οι γονείς της αγαπήθηκαν και, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειας του νέου που τον αποκλήρωσε, παντρεύτηκαν κι έκαναν εννιά παιδιά. Τα έβγαζαν πέρα με δυσκολία. Η Ρένα ήταν το πέμπτο τους παιδί. Με τον πατέρα της πήγαινε συχνά επίσκεψη στον αρχοντικό του κόντε Θεοτόκη όπου υπήρχε πιάνο αλλά και μια δισκοθήκη με δίσκους των 78 στροφών. Εκεί θα έχει την πρώτη της επαφή με τη μουσική και το τραγούδι.
Μόλις εικοσιπέντε χρονών, θα τραγουδήσει για πρώτη φορά σε κάποιο ζαχαροπλαστείο της Σπιανάδας, όπου το 1938 θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου. Θα έρθουν στην Αθήνα όπου θα παντρευτούν το καλοκαίρι του επόμενου έτους. Τότε, στο βαριετέ "Όασις", στο Ζάππειο, όπου ο Μίμης Τραϊφόρος παρουσίαζε νέους καλλιτέχνες, η Ρένα θα πάει να δοκιμάσει τις ικανότητές της στο τραγούδι. Εντυπωσιάζει τον Τραϊφόρο, που της ζητά να τραγουδά εκεί μονίμως. Πράγματι, την άλλη μέρα θα πάει να τραγουδήσει η Ρένα στο βαριετέ φορώντας δανεική τουαλέτα που θα την πατήσει και θα πέσει κάτω.
Σημειώνει επιτυχία κι ο Πωλ Μενεστρέλ γράφει ένα τραγούδι ειδικά γι' αυτήν, το "Μικρή χωριατοπούλα" που θα γίνει επιτυχία και στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο θα διασκευαστεί στο "Κορόιδο Μουσολίνι" από τον Γιώργο Οικονομίδη. Τον χειμώνα του 1939-40 εμφανίζεται ως τραγουδίστρια για πρώτη φορά στο θέατρο Μοντιάλ του Κώστα Μακέδου, στην οδό Πανεπιστημίου σε επιθεώρηση με τη Σοφία Βέμπο (τραγούδησαν ντουέτο). Μαζί, ακόμη, οι αδελφές Καλουτά, ο Κυριάκος Μαυρέας, η Ηρώ Χαντά κι ο Γιάννης Φλερύ.
Τον χειμώνα του 1940 οι Ιταλοί βομβαρδίζουν την Κέρκυρα. Θα σκοτωθούν και οι δύο γονείς της. Ο γάμος με τον Βασιλείου δεν θα κρατήσει. Χωρίζουν και το 1942 παντρεύεται τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο.
Τότε θα ξεκινήσει συνεργασία με τον συνθέτη Γιάννη Σπάρτακο στο "Πάνθεον" που θα της γράψει τραγούδια με μουσική τζαζ. Θα έχει μεγάλη επιτυχία. Ο Τύπος θα την αποκαλέσει "βασίλισσα της τζαζ". Γίνεται μεγάλη επιτυχία και ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα το τραγούδι "Θα σε πάρω να φύγουμε" που θα πει για πρώτη φορά στην επιθεώρηση Wellcome των Αλέκου Σακελλάριου - Δημήτρη Ευαγγελίδη το καλοκαίρι του 1944, στο θέατρο Κυβέλη. Θα ξεκινήσει να ηχογραφεί δίσκους γραμμοφώνου με την Οντεόν. Με τον Σπάρτακο θα συνεργαστούν για αρκετά χρόνια. Χωρίζει με τον Κωστόπουλο το 1946.
Αρχίζει περιοδείες με τον Σπάρτακο στο εξωτερικό (Λίβανος, Περσία μέχρι και τις ΗΠΑ). Την βοηθά ιδιαίτερα το γεγονός ότι μιλά πολλές ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά) και με εξαιρετική προφορά. Απουσιάζει από την Ελλάδα για ένα σημαντικό διάστημα, από τον Ιούλιο του 1946 έως το καλοκαίρι του 1951. Εμφανίζεται και πάλι στην Αθήνα στο θέατρο Σαμαρτζή, στις 24 Αυγούστου 1951, στην παράσταση "Φεστιβάλ στην Αθήνα", μαζί με τους Ορέστη Μακρή, Κούλη Στολίγκα, Νίκο Σταυρίδη, αδελφές Καλουτά.
Με πρωτοβουλία Τούρκου παραγωγού, θα γυρίσει την ταινία "Ανατολίτικες νύχτες", όπου θα ξαναπεί το "Θα σε πάρω να φύγουμε". Μόνο που την ταινία αυτή δεν την είδαμε ποτέ στην Ελλάδα. Θα τραγουδήσει σε διάφορες επιθεωρήσεις ("Βασίλισσα της νύχτας", "Να τι θα πει Αθήνα", "Και ο μήνας έχει εννιά", "Πουλιά στον αέρα") του Βασίλη Μπουρνέλη. Συνεργάζεται με θιάσους όπως των Βασίλη Αργυρόπουλου, Γιάννη Πρινέα - Σπ. Τριχά, Παρασκευά Οικονόμου, Ορέστης Μακρής - Σπύρου Πατρίκιου, Μίμη Κοκκίνη - Γεωργία Βασιλειάδου - Κώστα Δούκα). Καλοκαίρι του 1952 τη βρίσκουμε στο περίφημο τότε Ακροπόλ του Μπουρνέλη. Το 1953 φτιάχνει θίασο μαζί με τους Αλέκο Λειβαδίτη, Μαρίκα Κρεββατά, Ρένα Ντορ, Γιώργος Γαβριηλίδης με τον οποίο περιοδεύει στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη.
Η πρώτη της εμφάνιση στο θέατρο ως ηθοποιού και όχι ως τραγουδίστριας, με πρόταση της Σοφίας Βέμπο, έγινε στην επιθεώρηση "Σουσουράδα" (κείμενα Μίμη Τραϊφόρου-Γιώργου Γιαννακόπουλου, μουσική Μενέλαου Θεοφανίδη, χορογραφίες Γιάννη Φλερύ-Αλίκης Βέμπο) με το νούμερο "Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια". Μαζί της ο Νίκος Σταυρίδης. Ήταν το καλοκαίρι του 1954. Θα πει η ίδια αργότερα:
Ντρεπόμουν να βγω στη σκηνή με νούμερο. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα γίνω ηθοποιός. Απλώς έτυχε να με δουν. Πίστεψαν από την αρχή ότι ήμουν καλή. Εγώ δεν το πίστευα. Ρε συ, Μίμη, τι να σου πω! Φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω, λέω στον Τραϊφόρο. Ο κόσμος χειροκροτούσε να βγω στη σκηνή. Εγώ δεν έβγαινα. Ξαφνικά με πιάνει ο Τραϊφόρος και με σπρώχνει στη σκηνή. Βγήκα, το νούμερο χάλασε κόσμο. Στη συνέχεια μου έδωσαν κι άλλα νούμερα και καθιερώθηκα ως ηθοποιός.
Το 1956 ο Αμερικανός κινηματογραφικός παραγωγός Πίτερ Μέλας της προτείνει να παίξει στον κινηματογράφο σε ελληνική ταινία. Πράγματι, ο Γιάννης Πετροπουλάκης θα την σκηνοθετήσει στην ταινία "Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες", που θα είναι η ιστορία μιας Κερκυραίας που έρχεται στην Αθήνα. Δίπλα της οι Νίκος Ρίζος, Στέφανος Στρατηγός, Κούλης Στολίγκας, Άννυ Μπωλ. Στην ταινία αυτή θα τραγουδήσει το "Μαζί σου για πάντα" σε μουσική Μενέλαου Θεοφανίδη, το οποίο θα βγει και σε δίσκο 78 στροφών. Η ταινία θα έχει μεγάλη επιτυχία, φθάνοντας τα 100.000 εισιτήρια.
Το 1959, στο Πρώτο Φεστιβάλ Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, τραγουδά το "Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας" των Κώστα Καπνίση - Θάνου Σοφού. Το 1960, ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή, τραγουδούν το "Πρώτο χελιδόνι". Εξαιρετικά παραγωγική, κάνει ηχογραφήσεις και συνεργάζεται με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, τραγουδώντας Αττίκ, Ιακωβίδη, Σπάθη, Κατσαρό, Μωράκη, Πλέσσα, Μουζάκη και Μάνο Χατζιδάκι. Παράλληλα κάνει θέατρο και εμφανίζεται σε νυχτερινά κέντρα.
Θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Μετροπόλιταν, κάνοντας την τηλεφωνήτρια που απαντά σε κάθε κλήση, δίνοντας πληροφορίες. Συνεργάζεται με τον Αλέκο Σακελλάριο, το 1962, στην ταινία "Όταν λείπει η γάτα", όπου θα παίξει μαζί με τους Βασίλη Αυλωνίτη, Νίκο Ρίζο, Μαρίκα Κρεββατά, Σταύρο Παράβα και αδελφές Μπρόγερ. Την ίδια χρονιά παίζει στην ταινία "Μερικοί το προτιμούν κρύο" του Γιάννη Δαλιανίδη, που, εκτός από τη σκηνοθεσία, έγραψε και το σενάριο. Η ταινία θα είναι η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της χρονιάς με 300.000 εισιτήρια. Αυτοί οι δύο, ο Σακελλάριος κι ο Δαλιανίδης, θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην καριέρα της. Στον Σακελλάριο κυρίως οφείλεται το εξαιρετικό της στιλ. Ο Δαλιανίδης ήταν ο άνθρωπος που επέμεινε να την πάρει ο Φίνος στην εταιρεία του.
Το καλοκαίρι του 1962 θα παίξει στην "Οδό ονείρων", που ανέβηκε στο θέατρο Μετροπόλιταν. Σκηνοθεσία Μίνου Αργυράκη, μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Μαζί με τη Ζωή Φυτούση, τη Νίκη Λεμπέση και τη Μάρω Κοντού είναι οι "Αδελφές Τατά" και το τραγούδι που θα πουν άφησε εποχή. Βγαίνει ντυμένη με χλαμύδα και σατυρίζει τις ταινίες - μελό στο νούμερο "Αμάρτησα για το παιδί μου". Κρατώντας στην αγκαλιά της ένα αρνί, τραγουδούσε "Αμάρτησα για το αρνί μου". Επίσης, στο ίδιο έργο, στην Οδό ονείρων προβαλλόταν μια ταινία διάρκειας πέντε λεπτών όπου εμφανιζόταν μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι ντυμένο τσολιά.
Το 1963 πρωταγωνιστεί στις ταινίες "Ένα κορίτσι για δύο" (500.000 εισιτήρια), "Κάτι να καίει" (750.000 εισιτήρια, πρώτη εκείνη τη χρονιά σε εισπράξεις), το 1964 στις "Η χαρτοπαίχτρα" (μεταφορά στον κινηματογράφο του θεατρικού έργου του Δημήτρη Ψαθά, 600.000 εισιτήρια, τρίτη ταινία εκείνη τη χρονιά σε εισπράξεις, μαζί με Λάμπρο Κωνσταντάρα, Σαπφώ Νοταρά, Κώστα Βουτσά), "Κορίτσια για φίλημα" (750.000 εισιτήρια, πρώτη ταινία σε εισπράξεις εκείνη τη χρονιά, εδώ τραγουδά σε μουσική Μίμη Πλέσσα τις επιτυχίες "Κοντά σου, Ελλάδα μου", "Γελά γαλάζιος ο ουρανός", "H Αθήνα τη νύχτα"), το 1965 στις "Φωνάζει ο κλέφτης", "Ραντεβού στον αέρα". Σε όλες αυτές τις ταινίες σκηνοθέτης είναι ο Γιάννης Δαλιανίδης.
Στις 18 Σεπτεμβρίου 1967 παντρεύεται τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη. Ο γάμος στη Μητρόπολη Αθηνών, θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα κοσμικά γεγονότα της χρονιάς. Από κανένα γάμο της δεν απέκτησε παιδιά. Με τον Λαφαζάνη θα ζήσουν αγαπημένοι ως τον θάνατο της Ρένας.
Ένα χρόνο πριν, το 1966 φεύγει από τη Φίνος Φιλμ και πηγαίνει στην εταιρεία Καραγιάννης - Καρατζόπουλος. Η συμφωνία προβλέπει διπλάσια αμοιβή για τη Ρένα και ποσοστά στα κέρδη. Γυρίζει τη "Βουλευτίνα", το 1967 την ταινία "Βίβα Ρένα" (500.000 εισιτήρια), το 1968 τη "Ζηλιάρα" με τον Γιώργο Κωνσταντίνου (και οι τρεις αυτές ταινίες σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη, μουσική Γιώργου Κατσαρού) και την "Παριζιάνα" (σκηνοθεσία Γ. Δαλιανίδη, παραγωγή του Φίνου), το 1970 την "Μια τρελή σαραντάρα" και "Η θεία μου η χίπισσα", το 1971 την "Μια Ελληνίδα στο χαρέμι" και "Ζητείται επειγόντως γαμπρός" (σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου), το 1972 την "Κόμισσα της Κέρκυρας" (σκηνοθεσία Α. Σακελλάριου). Το 1972 την ταινία "Η Ρένα είναι οφσάιντ" του Σακελλάριου (190.000 εισιτήρια). Στις ταινίες της άρεσε, παραβιάζοντας το σενάριο, να αυτοσχεδιάζει. Από το 1972 ο ελληνικός κινηματογράφος εισέρχεται σε περίοδο παρακμής λόγω κυρίως της τηλεόρασης. Και η Ρένα για επτά χρόνια δεν θα γυρίσει ταινίες.
Θα επανέλθει το 1979 με τις "Φανταρίνες" του Ντίμη Δαδήρα (300.000 εισιτήρια). Την ίδια χρονιά ο Γιώργος Σκούρτης διασκευάζει σε μουσική κωμωδία με τίτλο "Λυσιστράτη '79" τη "Λυσιστράτη" του Αριστοφάνη που παρουσιάστηκε το φθινόπωρο του 1979 στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ. Σκηνοθετεί ο Δαλιανίδης, πρωταγωνιστεί η Ρένα αλλά χωρίς επιτυχία. Ακολουθούν οι εξής ταινίες: το 1980 "Ρένα να η ευκαιρία" (250.000 εισιτήρια), το 1981 "Της πολιτσμάνας το κάγκελο" (σκην. Κώστα Καραγιάννη, 200.000 εισιτήρια), το 1982 "Η μανούλα, το μανούλι κι ο παίδαρος" (150.000 εισιτήρια), το 1983 "Η σιδηρά κυρία" (σκην. Τάκη Βουγιουκλάκη), το 1985 "Ρένα τα ρέστα σου" (σκην. Α. Σακελλάριου). Στη συνέχεια θα εμφανιστεί και σε εννέα βιντεοταινίες, που αν και δεν θύμιζαν σε τίποτα τις κινηματογραφικές της εμφανίσεις, χαρακτηρίζονται από το μπρίο της και τη φινέτσα της.
Μετά από μια γαστρορραγία τις πρώτες μέρες του 1988, θα αρχίσει η κάμψη. Δεν θα είναι ποτέ πια το ίδιο εκρηκτική και θα τραγουδάει πλέι μπακ. Την περίοδο 1992-1993 θα παίξει για τελευταία φορά σε επιθεώρηση, στο έργο "Για την Ελλάδα ρε γαμώ το". Θα πει "αντίο" στο θέατρο, την περίοδο 1993-94 με την "χαρτοπαίχτρα" του Ψαθά που θ' ανεβεί στο Μπροντγουέι. Το 1997 θα κυκλοφορήσει δίσκο με τραγούδια σε στιλ τζαζ που όμως θα είναι κατώτερα του μεγάλου ταλέντου της.
Το 2002 θα κυκλοφορήσει η βιογραφία της με τίτλο "Βίβα Ρένα" από τις εκδόσεις "Άγκυρα" με την επιμέλεια του Μάκη Δελαπόρτα. Το 2003, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος της απένειμε το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος για την προσφορά της στις Τέχνες.
Η παρακαταθήκη της μέσα σε 55 χρόνια δράσης είναι περίπου 120 παραστάσεις στο θέατρο από το 1939 έως το 1994 και 26 ταινίες από το 1951 έως το 1985. Στην ιδιωτική της ζωή παρέμεινε πρότυπο παραδοσιακής συζύγου, ήταν βαθιά θρησκευόμενη (τακτική προσκυνήτρια στον Άγιο Νεκτάριο της Αίγινας) και πολιτικά ανήκε στη συντηρητική παράταξη. Γενναιόδωρη με τους νέους ηθοποιούς, αγαπούσε τα ζώα, μανιώδης καπνίστρια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της την ταλαιπωρούσε το σάκχαρο.
Πέθανε στις 7 το απόγευμα της Πέμπτης 29 Ιουλίου 2004, στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Είχε μπει στο Ιατρικό Κέντρο στις 16 Ιουλίου για να εγχειριστεί επειδή υπέστη διάτρηση στομάχου που οφειλόταν σε υποτροπή του σακχάρου. Το ιατρικό ανακοινωθέν ανέφερε ως αιτία θανάτου αιφνίδια ανακοπή της καρδιάς. Στις 30 Ιουλίου του 2004 η σορός της εκτέθηκε σε λαικό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Αγίου Λαζάρου του Α Νεκροταφείου Αθηνών. Το Σάββατο 31 Ιουλίου του 2004 η κηδεία της πραγματοποιήθηκε από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη, υπό τη συνοδεία της μπάντας της Φιλαρμονικής Εταιρείας "Μάντζαρος" που ήρθε από την Κέρκυρα, με παρουσία πολλών συναδέλφων της και απλού κόσμου. Την ημέρα της κηδείας της όλα τα καταστήματα στην Κέρκυρα παρέμειναν κλειστά ως ένδειξη πένθους.

[Επεξεργασία] Φιλμογραφία
Ανατολίτικες νύχτες (1953)
Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες (1956)
Όταν λείπει η γάτα (1962) .... Μαριγώ
Μερικοί το προτιμούν κρύο (1962) .... Ρένα Αγγέλου
Κάτι να καίει (1963) .... Σοφία
Ένα κορίτσι για δύο (1963) .... Πολυξένη
Η χαρτοπαίχτρα (1964) .... Αλέκα
Κορίτσια για φίλημα (1965) ... Ρένα Ελευθερίου
Φωνάζει ο κλέφτης (1965) .... Λία
Η βουλευτίνα (1966) .... Ρένα Βαρλάμου
Ραντεβού στον αέρα (1966) .... Τζένη Σταθάτου
Βίβα Ρένα (1967) .... Ρένα / Πεπίτα
Η ζηλιάρα (1968) .... Ρένα Παντελιά
Η Παριζιάνα (1969) .... Πελαγία
Η θεία μου η χίπισσα (1970) .... Λένη
Μια τρελή, τρελή σαραντάρα (1970) .... Τζένη Πετρομιχάλη
Ζητείται επειγόντως γαμπρός (1971) .... Ρένα
Μια Ελληνίδα στο χαρέμι (1971) .... Ρένα
Η Ρένα είναι οφσάιντ (1972) .... Ρένα
Η κόμισσα της Κέρκυρας (1972) .... Αντζολίνα
Οι φανταρίνες (1979)
Ρένα, να η ευκαιρία (1980)
Η πολιτσμάνα (1981)
Η μανούλα, το μανούλι και ο παίδαρος (1982)
Σιδηρά κυρία (1983)
Ρένα τα ρέστα σου (1985)
Τηλεόραση
Μια Αθηναία στην Αθήνα (δεκαετία '70, ΕΡΤ)
Μάλιστα κύριε (1990, ANT-1)
Μάμα μία (1991, ANT-1)
Δέκα μικροί μήτσοι (1995, MEGA)
Επιλεκτικές συνεντεύξεις
Τ'αστέρια λάμπουν για πάντα (ET2,1991)
Απόψε με τον Τέρενς Κουίκ (ANT1,Ιούλιος 1992)
Πρωινός Καφές (ΑΝΤ1, Οκτώβριος 1993)
CIAO ANT1 (ANT1, Δεκέμβριος 1993)
Χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό (MEGA, Δεκέμβριος 1993)
Ενώπιος Ενωπίω (MEGA, 7/3/1995)
Μεταξύ μας (MEGA, Ιανουάριος 1996)
Κόκκινο βελούδο (ΣΚΑΙ, Δεκέμβριος 1996)
Προφίλ (ΣΚΑΙ, Ιανουάριος 1997)
Πρωινός καφές (ANT1, Μάρτιος 1997)

ΖΩΗ ΛΑΣΚΑΡΗ












Η Ζωή Λάσκαρη είναι Ελληνίδα ηθοποιός. Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1942, είναι μια από τις διασημότερες σταρ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
Το πραγματικό της όνομα είναι Ζωή Κουρούκλη. Το 1959 στέφθηκε Σταρ Ελλάς και αυτή ήταν η αφορμή ώστε ο Γιάννης Δαλιανίδης να την επιλέξει για πρωταγωνίστρια της ταινίας "Ο Κατήφορος" το 1961. Η επιτυχία της ταινίας την έκανε μία από τις μεγαλύτερες σταρ της εποχής και μόνιμη πρωταγωνίστρια του ελληνικού κινηματογράφου, υπογράφoντας αποκλειστικό συμβόλαιο με την μεγαλύτερη ελληνική εταιρία παραγωγής, την Φίνος Φιλμ. Από τότε πρωταγωνίστησε σε πολύ μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες και σε όλα τα είδη ταινιών (κωμωδίες, δραματικές και μιούζικαλ) κατά την χρυσή περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου.
Η Ζωή Λάσκαρη μαζί με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη θεωρούνταν οι μεγαλύτερες ντίβες της εποχής και οι πιο εμπορικές σταρ στην Ελλάδα. Η εικόνα που διαμόρφωσε μέσα από τις ταινίες της ήταν αυτή μιας δυναμικής και μοιραίας γυναίκας, ενώ αποτελούσε το κρυφό απωθημένο πολλών αντρών. Πολλές οι επιτυχίες στις οποίες πρωταγωνίστησε όπως "Μερικοί το προτιμούν κρύο", "Νόμος 4000", "Κορίτσια για φίλημα", "Στεφανία", "Μια κυρία στα μπουζούκια", "Οι θαλασσιές οι χάντρες" και πολλές άλλες. Συνεργάστηκε πολλές φορές με άλλα μεγάλα ονόματα όπως Ρένα Βλαχοπούλου, Ντίνος Ηλιόπουλος, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Μαίρη Χρονοπούλου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Φαίδων Γεωργίτσης, Νίκος Κούρκουλος κ.ά.
Μετά την πτώση του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου στα μέσα της δεκαετίας του 1970 στράφηκε αποκλειστικά στο θέατρο με παραστάσεις όπως το "Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ", "Οι γυναίκες της Τροίας", "Οι Εραστές του ονείρου" με τον Τόλη Βοσκόπουλο και άλλες.
Η προσωπική της ζωή πάντα απασχολούσε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και πολλές σχέσεις της είχαν συζητηθεί και κυρίως αυτή με τον Τόλη Βοσκόπουλο. Είναι παντρεμένη με τον γνωστό δικηγόρο Αλέξανδρο Λυκουρέζο από το 1976 και έχουν μία κόρη, τη Μαρία - Ελένη (πρώην σύζυγος του ηθοποιού Απόστολου Γκλέτσου. Από προηγούμενο γάμο της με τον Πέτρο Κουτουμάνο απέκτησε άλλη μία κόρη, τη Μάρθα (που είχε παντρευτεί τον Βλάσση Μπονάτσο).