30.6.10

Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός


Οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός, οι οποίοι έζησαν την εποχή πού αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Κάρυνος, ήταν γιατροί στο επάγγελμα και παρείχαν ιάσεις σε όλους όσους είχαν ανάγκη, και για αντάλλαγμα δεν έπαιρναν χρήματα, αλλά το μόνο πού ζητούσαν ήταν να πιστέψουν στον Χριστό. Κάποιοι όμως καλοθελητές διέβαλαν τούς αγίους στον αυτοκράτορα και του είπαν ότι οι θεραπείες και τα θαύματα πού επιτελούσαν τα έκαναν με μαγικές τέχνες. Τότε οι Άγιοι Ανάργυροι επειδή δεν ήθελαν να πάνε άλλους αντί αυτών στον αυτοκράτορα, προσήλθαν μόνοι τους ενώπιον του και ο Καρίνος προσπάθησε να τούς μεταπείσει να αρνηθούν τον Χριστό. Εκείνοι όμως όχι μόνο δεν αρνήθηκαν την πίστη τους, αλλά κατάφεραν να μεταπείσουν και να αλλάξουν και τον ίδιο τον αυτοκράτορα, αφού και ο ίδιος δέχτηκε τις θεραπευτικές τους ιάσεις. Συγκεκριμένα, όταν ο Καρίνος ανέκρινε τούς Αγίους, μετατοπίστηκε η θέση του προσώπου του και στράφηκε προς την ράχη του. Αμέσως τότε οι Άγιοι την θεράπευσαν με την προσευχή τους στον Χριστό. Εξαιτίας αυτού του θαύματος, πίστεψαν στον Χριστό όσοι βρίσκονταν εκείνη την στιγμή μπροστά σ' αυτό πού συνέβη και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας τούς έστειλε πίσω στους συγγενείς τους με μεγάλες τιμές. Αργότερα όμως, μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Άγιοι φθονήθηκαν από τον ίδιο τον δάσκαλο πού τούς είχε μάθει την ιατρική επιστήμη, γιατί είχαν αποκτήσει μεγάλη δόξα και φήμη. Γι' αυτό τον λόγο τούς ανέβασε σε κάποιο όρος για να μαζέψουν δήθεν κάποια βότανα και εκεί τούς επιτέθηκε με πέτρες και τούς θανάτωσε.





Απολυτίκιον. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείοι θεράποντες, και ιατήρες βροτών, ανάργυρον βλύζετε, την θεραπείαν ημίν, Ανάργυροι ένδοξοι, όθεν τους προσιόντας, τη σεπτή υμών σκέπη, ρύσασθε νοσημάτων, και παθών ανιάτων, Κοσμά και Δαμιανέ, Ρώμης βλαστήματα.


Κοντάκιον. Ήχος β';.

Οι την χάριν λαβόντες των ιαμάτων, εφαπλούτε την ρώσιν τοις εν ανάγκαις, lατροί θαυματουργοί ένδοξοι, Αλλά τη ημών επισκέψει, και των πολεμίων τα θράση καταβάλλετε, τον κόσμον ιώμενοι εν τοις θαύμασι.

13.6.10

Των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. (29 Ιουνίου)


Των δύο μεγάλων και κορυφαίων αποστόλων του Χριστού, του Πέτρου και του Παύλου, τη μνήμη εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Προς αυτούς τους δύο μεγάλους άνδρας της θα αποτίσει τον οφειλόμενο φόρο της τιμής και της ευγνωμοσύνης για την ανυπολόγιστα μεγάλη συμβολή τους στο έργο της διαδόσεως της χριστιανικής πίστεως και της εδραιώσεως της Εκκλησίας μας. Στις εικόνες των ζωγραφίζονται οι δύο απόστολοι να κρατούν την Εκκλησία, που συμβολικά εικονίζεται με ένα μικρό βυζαντινό ναό. Γιατί και οι δύο αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι οι στύλοι και οι ακρογωνιαίοι λίθοι, επάνω στους οποίους οικοδομήθηκε το ιερό ίδρυμα της Εκκλησίας του Χριστού. Και συνημμένοι και οι δύο σε μία εορτή, εικονισμένοι σε μία εικόνα, συμβολίζουν την ενότητα της πίστεως, την ενότητα της Εκκλησίας, που απετελέσθη από ετερογενή στοιχεία, την περιτομή-τους Εβραίους – προς τους όποιους εστράφη το ιεραποστολικό έργο του Πέτρου, και τα έθνη-τους ειδωλολάτρες – για τον εκχριστιανισμό των οποίων κοπίασε ο απόστολος των Εθνών, ο Παύλος. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που προκάλεσε τη σύσταση κοινής εορτής των δύο κορυφαίων, όταν το έτος 258 στις 29 Ιουνίου ο πάπας Σΐξτος ο Β’ μετεκόμιζε τα οστά των στην κατακόμβη του αγίου Σεβαστιανού της Ρώμης. Και ήταν τόσο επιτυχής η συζυγία αυτή, ώστε πολύ γρήγορα η εορτή αυτή έγινε παγκόσμιος, εορταζομένη «εν πάσαις ταις κατά τόπον αγίαις του Θεού εκκλησίαις». Οι άλλες εορτές των αποστόλων και αυτή η μνήμη του θανάτου των επισκιάσθηκαν από την νέα εορτή. Γι’ αυτό και σπάνια θα βρει κανείς ναό τιμώμενο στο όνομα ενός μόνο από τους δυο κορυφαίους και εικόνα που να εικονίζει τον ένα μόνο από αυτούς. Αντιθέτως δεν υπάρχει πόλις ή χωριό που να μη έχει ναό ή παρεκκλήσιο επ’ ονόματι των δύο μεγάλων αποστόλων. Άπειρες είναι οι εικόνες τους. Κοινή η τιμή, κοινή η προσκύνηση, κοινός ο εορτασμός, όπως κοινό ήταν το έργο τους και κοινή η αποστολή τους και κοινή η δόξα τους.
Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει τήν εποποιία των κορυφαίων, όπως με συγκινητική απλότητα περιγράφεται από τον αυτόπτη και αυτήκοο των περισσοτέρων περιστατικών συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων, τον Ευαγγελιστή Λουκά. Τις ακούσαμε να διαβάζονται στους ναούς μας κατά την περίοδο του Πεντηκοσταρίου και παρακολουθήσαμε στα αποστολικά αναγνώσματα των Κυριακών από του Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής τα μεγάλα βήματα τους για την κατάκτηση της Οικουμένης. Πως πήραν τη σημαία του Χριστού, το Σταυρό, και τον περιήγαγαν στα πέρατα του κόσμου μέχρι που τον φύτευσαν στην καρδιά της αυτοκρατορίας, τη Ρώμη. Θα δει στο βιβλίο των Πράξεων τους αγώνες και τα παθήματα τους, αλλά και τα περίλαμπρα τρόπαια των. Τα ίχνη τους σημειώθηκαν άσβεστα στις καρδιές των πιστών. Κάθε πόλη και χώρα έχει να επιδείξει με ευλάβεια τα σημάδια που άφησαν τα πόδια τους, τα ωραία πόδια «των ευαγγελιζομένων την ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά», την σωτηρία. Χαρακτηριστικά ομιλεί για τον απόστολο Παύλο ενα τροπάριο, η «υπακοή», της ακολουθίας του όρθρου της μνήμης τους:

«Ποία φυλακή ουκ έσχε σε δέσμιον; ποία δε Εκκλησία ουκ έχει σε ρήτορα; Δαμασκός μέγα φρονεί επί σοι Παύλε· είδε γαρ σε σκελισθέντα φωτί. Ρώμη σου το αίμα δεξαμενή και αύτη κομπάζει. Αλλ’ η Ταρσός πλέον χαίρει και πόθω τιμά σου τα σπάργανα. Αλλ’ ω Παύλε απόστολε, το καύχημα της οικουμένης, προφθάσας ημάς στήριξον».

Και γύρω από αυτά τα ενθυμήματα της διαβάσεως των αποστόλων πανηγύριζαν οι πόλεις και οι χώρες κατά την ημέρα αυτή, όσες δεν είχαν την τιμή, όπως η Ρώμη, να κατέχουν τα ιερά των λείψανα. Ιδίως ο ελληνικός χώρος είχε να επίδειξη πολλά τέτοια αναμνηστικά σημεία της διαβάσεως του μεγάλου αποστόλου του, του Παύλου. Αλλού έδειχναν και τιμούσαν τη φυλακή, όπως στους Φιλίππους, αλλού το βήμα, όπως στη Βέρροια, αλλού τον τόπο της δίκης, όπως το βήμα του Γαλλίωνος στην Κόρινθο, αλλού το βράχο όπου πάτησαν τα πόδια του και εκήρυξαν το λόγο, όπως στον Άρειο Πάγο στην Αθήνα, αλλού το λιμάνι στο οποίο αποβιβάσθηκε, όπως στους Καλούς λιμένες της Κρήτης και στη Λίνδο. Αλλού συνέδεσαν το πέρασμά του με μύθους και τερατουργίες, όπως στη Μυτιλήνη, όπου έδειχναν τον τόπο όπου φόνευσε διά προσευχής φοβερό δράκοντα. Δεν έχει σημασία αν το αφήγημα αυτό είναι μύθος· δείχνει συμβολικά πως αντελήφθη ο λαός το δυναμικό πέρασμα του αποστόλου, την εξόντωση της θηριώδους ειδωλολατρίας με τη δύναμη του Χριστού.

Ειδικά στην Θεσσαλονίκη επιδεικνύουν και σήμερα τον τόπο όπου κήρυξε ο απόστολος των Εθνών, στο αρχαίο παρεκκλήσιο της Μονής Βλατάδων και τον τόπο όπου καταδιωκόμενος κατέφυγε, στο μικρό σπήλαιο – αγίασμα κοντά στην ομώνυμο του συνοικία. Κατά τον ΙΕ’ αιώνα, ο Συμεών, που είναι ο τελευταίος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης προ της αλώσεως της πόλεως αυτής από τους Τούρκους (1430), μαρτυρεί ότι στο ναό της Αχειροποιήτου εφυλάσσετο και ετιμάτο κατά τη μνήμη των αποστόλων ο λίθος, πάνω στον οποίο δέθηκε και ραβδίσθηκε ο απόστολος. Το τυπικό του πανηγυρικού εορτασμού, όπως ετελείτο τότε στην Θεσσαλονίκη, μας το δίδει ο Συμεών στο ανέκδοτο Τυπικό του. Αφ’ εσπέρας ετελείτο, χοροστατούντος του μητροπολίτου, η ακολουθία του εσπερινού στην Αγία Σοφία. Μετά το τέλος του εσπερινού εγίνετο λιτανεία και ψάλλοντες τα ιδιόμελα της λιτής έφθαναν στο ναό «του αγίου Παύλου τω συγκειμένω τω ναώ της Θεοτόκου της Αχειροποιήτου, ένθα και ο λίθος, εν ω έτυψαν αυτόν». Πρόκειται πιθανώς για το παρεκκλήσιο το τιμώμενο σήμερα επ’ ονόματι της αγίας Παρασκευής, στη μέση του οποίου υπάρχει όρυγμα, στο οποίο προφανώς στηριζόταν η βάση του λίθου. Στο λίθο είχε χαραχθεί το ακόλουθο επίγραμμα, ανέκδοτο επίσης, που σώζεται σ’ ένα χειρόγραφο της βιβλιοθήκης της Βιέννης:

«Εν τώδε Παύλος ταννυθείς πριν τω λίθω,

ήνεγκε ράβδων αφορήτους αικίας,

ξεσθείς δε τανύν μορφοτύπων γλυφίδι,

τας προσκυνήσεις λαμβάνει και τα γέρα».

Το πρωί, συνεχίζει ο Συμεών στο Τυπικό του, εψάλλετο ο όρθρος στον καθεδρικά ναό της Αγίας Σοφίας και μετά από αυτόν νέα λιτανεία κατευθυνόταν στο ναό των αγίων Αποστόλων, όπου ετελείτο η θεία λειτουργία.

Κατά τον ΙΘ’ αιώνα γάλλος πρόξενος στην Θεσσαλονίκη μνημονεύει τετράγωνο λίθινο όγκο που βρισκόταν στο εσωτερικό του ναού του αγίου Γεωργίου Ροτόντας, επάνω στον οποίο ανέβηκε κατά την παράδοση ο απόστολος Παύλος και κήρυξε το λόγο του Θεού στους Θεσσαλονικείς. Σήμερα και ο λίθος της Αχειροποιήτου και ο λίθινος όγκος της Ροτόντας έχουν χαθεί και μαζί με αυτούς εξαλείφθηκαν και οι σχετικές ευλαβείς παραδόσεις, όχι όμως και η τιμή του μεγάλου αποστόλου από την πόλη μας. «Λίθοι ζώντες», που μαρτυρούν τη διάβασή του από εδώ, είναι οι καρδιές των χριστιανών κατοίκων της παλαιάς ειδωλολατρικής πόλεως και άφθικτο μνημείο οι δύο προς τους Θεσσαλονικείς επιστολές του.

«Γι’ αυτούς λοιπόν τους δύο κορυφαίους αποστόλους τον Πέτρο και τον Παύλο, τι μεγαλύτερο εγκώμιο θα μπορούσε κανείς να επινόησει», παρατηρεί το συναξάριο της ημέρας, «παρά τη μαρτυρία και ανακήρυξη του Κυρίου γι αυτούς; Τον μεν ένα τον μακάρισε και πέτρα τον ονόμασε, επάνω στην οποία είπε ότι θα ιδρύσει την Εκκλησία Του. Για τον άλλον δε είπε ότι θα γίνει το σκεύος της εκλογής Του και ότι θα βαστάσει το όνομά Του ενώπιον τυράννων και βασιλέων».


ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ιωάννης ο Βαπτιστής


Ιωάννης ο Βαπτιστής

Ιωάννης ο Βαπτιστής, τοιχογραφία σε σερβική εκκλησίαΓια άλλους αγίους με το ίδιο όνομα δείτε: Άγιος Ιωάννης (αποσαφήνιση)

Ο Ιωάννης ο βαπτιστής, επικαλούμενος και Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι άγιος και προφήτης του Χριστιανισμού. Ήταν σύγχρονος του Ιησού Χριστού και θεωρείται ότι με την διδασκαλία του προετοίμασε τον κόσμο να υποδεχθεί τον Μεσσία Ιησού, εξ ου και ο χαρακτηρισμός "Πρόδρομος". Η διδασκαλία του υπήρξε δηκτική ιδιαίτερα προς τις ανηθικότητες της όποιας εξουσίας, γεγονός που εξανάγκασε τελικά τον τότε τετράρχη της Γαλιλαίας Ηρώδη τον Αντύπα αρχικά να τον φυλακίσει και στη συνέχεια να τον θανατώσει δι΄ αποκεφαλισμού.

Ως βιβλικό πρόσωπο θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Και εις μεν την Παλαιά θεωρείται ως "Προφήτης" εις δε την Καινή ως "Πρόδρομος". Ο Ιωάννης αναφέρεται και από τους τέσσερις Ευαγγελιστές.

[Επεξεργασία] Βίος
Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά ο Ιωάννης ήταν γιος του ιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ που ήταν συγγενής της Θεοτόκου. Περί της σύλληψης και της γέννησής του που συνέβη 6 μήνες πριν τη γέννηση του Ιησού Χριστού ο ίδιος Ευαγγελιστής εξιστορεί θαυμαστά γεγονότα. Αν και η Ελισάβετ φερόταν στείρα ο αρχάγγελος Γαβριήλ διαμήνυσε στον Ζαχαρία ότι τελικά η γυναίκα του θα γεννήσει αγόρι και να του δώσει το όνομα Ιωάννης. Στην αρχή ο Ζαχαρίας φέρεται να μη πίστεψε τα λόγια του Γαβριήλ και πιθανώς να υπέστη κάποιο κλονισμό κατά τον οποίο έχασε την ομιλία του, (ερμηνευμένη ως τιμωρία) όπου και παρέμεινε άλαλος έως την ημέρα που θα βαπτιζόταν το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο η Ελισάβετ. Έτσι και έγινε. Οκτώ ημέρες μετά την γέννηση του μωρού, όταν ζητήθηκε από τον ίδιον να φανερώσει το όνομα του παιδιού, εκείνος έγραψε σε μια πινακίδα το όνομα «Ιωάννης» και αμέσως επανήλθε η ομιλία του.


Πατρίδα του Ιωάννη κατά μία παράδοση φέρεται η Χεβρών, κατ΄ άλλη όμως γνώμη φέρεται η πόλη Ιούττα. Περί της νεανικής ζωής του Ιωάννη και του ιδιωτικού του βίου καμία πληροφορία δεν υπάρχει εκτός της πολύ λιτής αναφοράς του ίδιου παραπάνω Ευαγγελιστή ότι: «το παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι και ήν εν ταις ερήμοις έως ημέρας αναδείξεως αυτού προς τον Ισραήλ».

Σημειώνεται εν προκειμένω, με τη λέξη "ερήμοις" (δοτική πληθυντικού) χαρακτηρίζονται τα διάφορα μέρη της ίδιας της ερήμου της Ιουδαίας οι οποίες έφεραν διάφορες επιμέρους ονομασίες. Στις ερήμους αυτές φαίνεται να κατέφυγε ο Ιωάννης, για προπαρασκευή του έργου του όπως παλαιότερα είχαν ομοίως καταφύγει ο Μωυσής και ο προφήτης Ηλίας.
Σύμφωνα με αναφορά του Ευαγγελιστή Λουκά ο Ιωάννης εμφανίζεται πλέον σε ηλικία 30 ετών «κατά θείαν εντολήν», «εν τη ερήμω της Ιουδαίας». Κάνοντας όμως λόγο περί του Ιορδάνη ποταμού συνάγεται ότι αναφέρεται στο νότιο τμήμα της χώρας, την περιορδάνεια περιοχή, κηρύσσοντας: «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών», «βαπτίζοντας τους προσερχόμενους προς αυτόν» (κατά Ματθαίον). Παράλληλα με τα κηρύγματά του ήταν και η εμφάνισή του καθώς ο ασκητικός βίος και διατροφή του. Φορούσε μάλλινο ένδυμα "από τρίχες καμήλου και ζώνη δερμάτινη περί την οσφύ του". Η δε διατροφή του ήταν άγριο μέλι και ακρίδες. Φαίνεται δε πως δεν παρέμενε συνέχεια στο ίδιο αυτό μέρος αλλά περιέρχονταν "πάσαν την περίχωρον του Ιορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας".

Τόσο η εμφάνιση αυτή όσο και ο ασκητικός βίος του Ιωάννη παράλληλα με τα κηρύγματα και τις βαπτίσεις μετάνοιας που προέβαινε ήταν επόμενο να προκαλέσει πλήθος ακροατών αλλά και πολλών θαυμαστών του απ΄ όλη τη Παλαιστίνη που έσπευδαν να τον ακούσουν, μεταξύ των οποίων και στρατιώτες και Σαδδουκαίοι και Φαρισαίοι τους οποίους όλους στη συνέχεια βάπτιζε στον Ιορδάνη ποταμό. Έτσι δεν άργησε αυτή η δράση του να προκαλέσει και τη προσοχή του Μεγάλου Συνεδρίου των Εβραίων που έστειλε αντιπροσωπεία για να ελέγξει τι συνέβαινε και να μάθει περί αυτού, από την οποία και έλαβε ως απάντηση σχετική προφητική ρήση του Προφήτη Ησαΐα "«φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου» (κατά Ιωάννη)

Εκεί τον συνάντησε και ο Ιησούς Χριστός και του ζήτησε να τον βαπτίσει. Εκείνος αρχικά αρνήθηκε, όμως ο Χριστός επέμενε, και έτσι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτισε τον Ιησού Χριστό στα νερά του Ιορδάνη Ποταμού.

Τα τίμια λόγια του Προδρόμου ενοχλούσαν τις διεφθαρμένες συνειδήσεις των Φαρισαίων καθώς και του τετράρχη της Γαλιλαίας και Περαίας Ηρώδη Αντύπα, όταν τον έλεγξε για την παράνομη συμβίωσή του με την σύζυγο του ζώντος αδελφού του Ηρώδη Φιλίππου, την Ηρωδιάδα, ο οποίος και τον φυλάκισε. Σε κάποια γιορτή των γενεθλίων του, ο Ηρώδης ζήτησε από την κόρη του Σαλώμη να του χορέψει και της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι του ζητήσει. Η Ηρωδιάς, η μητέρα της, που φθονούσε τον Ιωάννη, βρήκε τότε την ευκαιρία που αναζητούσε όπου προέτρεψε τότε την κόρη της να ζητήσει το κεφάλι του προφήτου Ιωάννη μέσα σ’ ένα πινάκιο (πιάτο). Έτσι ακολούθησε ο αποκεφαλισμός. Μετά το μαρτυρικό αυτό τέλος, του Ιωάννη προσελθόντες οι μαθητές του "ήραν το πτώμα αυτού και έθηκαν αυτό εν μνημείω" (κατά Μάρκον).