5.9.09

Ύψωση του Τιμίου Σταυρού



Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού έτους. Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της. Πηγές της εκκλησιαστικής μας ιστορίας αναφέρουν ότι η εορτή της Παγκόσμιας Ύψωσης είχε καθιερωθεί από τα αρχαία χρόνια, ίσως μάλιστα να είχε καθιερωθεί και από αυτόν τον Μέγα Κωνσταντίνο, κατά προτροπή προφανώς της μητέρας του αγίας Ελένης, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Ξύλου στα Ιεροσόλυμα, γύρω στο 330 μ.Χ.
Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας απόστολος εξαίρει τον ρόλο του Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου. Πρώτος ο Παύλος ομίλησε για την καύχηση του Σταυρού του Χριστού. Οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν και αυτοί με σεβασμό και τιμή προς το ιερό σύμβολο, μέσω του οποίου έγινε η καταλλαγή με το Θεό και επιτεύχθηκε η σωτηρία με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς. Οι διωκόμενοι χριστιανοί από τους φανατικούς ειδωλολάτρες θεωρούσαν τους εαυτούς τους τύπους του αδίκως παθόντος Κυρίου Ιησού Χριστού. Πίστευαν ότι εξαιτίας της πίστεώς τους στο Χριστό έφεραν και αυτοί το δικό τους σταυρό, γι’ αυτό το ιερό αυτό σύμβολο ήταν τόσο αγαπητό σε αυτούς. Αυτό τους εμψύχωνε και τους έδινε τη δύναμη του μαρτυρίου.
Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος εξέφραζε την νέα εποχή, σε αντίθεση με τους συναυτοκράτορές του, οι οποίοι εξέφραζαν και προσπαθούσαν να συντηρήσουν τον παλιό κόσμο, που κατέρρεε ραγδαία. Ο μεγάλος αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια. Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Χαράχτηκε παντού, στις ασπίδες των στρατιωτών, στα κράνη, στα λάβαρα, και αλλού.
Ο εχθρός κατατροπώθηκε και ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτωρ του απέραντου κράτους. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η δύναμη του Σταυρού του είχε χαρίσει αυτή την περήφανη νίκη, γι’ αυτό προσέγγισε τη νέα ανερχόμενη θρησκευτική πίστη των χριστιανών. Κατάλαβε ο μεγάλος και διορατικός εκείνος άνδρας ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκε στον Χριστιανισμό, όπως και έγινε. Έτσι έδωσε αμέσως διαταγή να σταματήσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, καθώς και όλων όσων διώκονταν για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με το γνωστό «Διάταγμα των Μεδιολάνων» κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία στο κράτος. Παράλληλα υιοθέτησε τις ευαγγελικές αρχές για να γίνουν η βάση του δικαίου και της νομοθεσίας του (κατάργηση δουλείας, κοινωνική πρόνοια, αργία Κυριακής, κλπ). Για να είναι δίκαιος με όλους τους υπηκόους παρέμεινε προστάτης και της εθνικής θρησκείας (Μέγας Αρχιερεύς).
Το 326 αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους η ευσεβής χριστιανή μητέρα του αγία Ελένη. Με την γενναία επιχορήγηση του Κωνσταντίνου άρχισε το κτίσιμο λαμπρών ναών επί των ιερών προσκυνημάτων. Επίκεντρο ήταν ο Πανάγιος Τάφος του Κυρίου. Στο σημείο εκείνο ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε κτίσει το 135, κατά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ναό της Αφροδίτης.
Πρώτη ενέργεια της αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος είχε ριχτεί από τους ρωμαίους σε παρακείμενη χωματερή. Σύμφωνα με την παράδοση οδηγήθηκε εκεί από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, το γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές τελικά βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών. Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε!



Η πιστή βασιλομήτωρ, με δάκρυα στα μάτια παρέδωσε τον Τίμιο Σταυρό στον Πατριάρχη Μακάριο, ο οποίος στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 335 τον ύψωσε στον φρικτό Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον πανίερο και περικαλλή ναό της Αναστάσεως, τον οποίο είχε ανεγείρει η αγία πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και ο οποίος σώζεται ως σήμερα. Το σημαντικό αυτό γεγονός σημάδεψε την ζωή της Εκκλησίας και γι’ αυτό άρχισε να εορτάζεται ως λαμπρή ανάμνηση. Έτσι καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση. Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόταν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι’ αυτό το φύλασσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα! Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 626.
Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι’ αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία. Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, κυρίως στις ιερές μονές του Αγίου Όρους. Μια εσχατολογική προφητεία λέγει πως ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του κόσμου θα είναι και η επανένωση του Τιμίου Σταυρού!
Οι ορθόδοξοι πιστοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού του Κυρίου μας. Η ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία. Κατακλύζουμε του ιερούς ναούς προκειμένου να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν. Παίρνουμε μαζί μας κλώνους βασιλικού ως ευλογία και τον εναποθέτουμε στα εικονίσματα ως ελιξίριο κατά του κακού. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου, το αήττητο όπλο κατά του πολυπρόσωπου κακού. Με ένα στόμα και με μια καρδιά ψάλλουμε τον υπέροχο παιάνα – τροπάριο της μεγάλης εορτής: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου…».



"Η τελετή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού"



Στο τέλος της Δοξολογίας οι μεν χοροί, αφού μεταβούν στην βόρεια πύλη του ιερού Βήματος αρχίζουν το ασματικό «Άγιος ο Θεός» ο δε ιερέας στέκεται προ της αγίας Τράπεζας. Αφού θυμιάσει τον Τίμιο Σταυρό που βρίσκεται πάνω σε ευτρεπισμένο δίσκο με κλαδιά βασιλικού και τρία αναμμένα κεριά, σηκώνει τον δίσκο και τον θέτει επί της κεφαλής. Στρέφεται γύρω από την Αγία Τράπεζα από δεξιά προς τα αριστερά, και εξέρχεται από την βόρεια πύλη του Αγ. Βήματος. Κατέρχεται στις βασιλικές θύρες, ενώ προπορεύονται κατά τάξη οι λαμπαδούχοι, αυτοί που φέρουν τα εξαπτέρυγα, οι χοροί οι οποίοι ψάλλουν το ασματικό «Άγιος ο Θεός» και οι θυμιώντες τον τίμιο Σταυρό. Εκεί εισοδεύει στο μέσο του ναού-συνήθως στον σολέα-, γυρίζει τρεις φορές γύρω από ευτρεπισμένο τραπέζι, στέκεται μπροστά του κοιτώντας προς την ανατολή και, αφού οι χοροί ψάλλουν το ασματικό, υψώνει τον δίσκο και λέγει «Σοφία ορθή». Θυμιατίζει γύρω του σταυροειδώς ψάλλοντας «Σώσον, Κύριε τον λαό σου», το οποίο επαναλαμβάνει κάθε χορός από μία φορά.

Ακολούθως ο ιερέας κάνει τρεις μετάνοιες, παίρνει στα χέρια του με κλάδους βασιλικού τον τίμιο Σταυρό και βλέποντας προς την ανατολή λέγει «Ελέησον ημάς, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου, δεόμεθά σου, επάκουσον και ελέησον». Οι χοροί λένε το «Κύριε ελέησον», ενώ ο ιερέας, αφού σφραγίσει τρεις φορές με τον τίμιο Σταυρό κλίνει την κεφαλή, σκύβει ώστε να απέχει μια σπιθαμή από τη γη, και αφού τελειώσει η α’ εκατοντάδα σηκώνεται.

Έπειτα αφού στραφεί δεξιά, βλέπει προς τον βορρά, υψώνει τον τίμιο Σταυρό και λέγει «Έτι δεόμεθα υπέρ του ευσεβούς ημών έθνους, πάσης αρχής και εξουσίας εν αυτώ και εν τω κράτει ημών, του κατά ξηράν, θάλασσαν και αέρα φιλοχρίστου ημών στρατού και υπέρ του Κύριον τον Θεόν ημών επί πλέον συνεργήσαι και κατευοδώσαι αυτό εν πάσιν». Οι χοροί ψάλλουν το «Κύριε ελέησον», ενώ ο ιερέας αφού σφραγίσει και πάλι τρεις φορές με τον τίμιο Σταυρό, κλίνει την κεφαλή κλπ., σηκώνεται μέχρι να συμπληρωθεί η β΄εκατοντάδα.

Ακολούθως στρέφεται δεξιά, βλέπει προς την δύση και υψώνοντας τον τίμιο Σταυρό λέγει: «Έτι δεόμεθα υπέρ του Αρχιεπισκόπου…και πάσης της εν Χριστώ αδελφότητος». Οι χοροί ψάλλουν το «Κύριε, ελέησον» και ο ιερέας αφού σφραγίσει τρεις φορές με τον τίμιο Σταυρό, κλίνει την κεφαλή κλπ. και σηκώνεται μόλις συμπληρωθεί η γ΄ εκατοντάδα.

Μετά αφού ο ιερέας στραφεί στα δεξιά, βλέπει προς νότο και υψώνει τον τίμιο Σταυρό λέγοντας: «Έτι δεόμεθα υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών των δούλων του Θεού, επιτρόπων, ενοριτών και συνδρομητών της αγίας εκκλησίας ταύτης συν γυναιξί και τοις τέκνοις αυτών». Οι χοροί λένε το «Κύριε ελέησον», και ο ιερέας σφραγίζει και πάλι τρεις φορές κλπ. μέχρι να συμπληρωθεί η δ΄ εκατοντάδα.

Τέλος ο ιερέας στρέφεται προς τα δεξιά, βλέπει προς την Ανατολή και υψώνει τον τίμιο Σταυρό λέγοντας: «Έτι δεόμεθα υπέρ πάσης ψυχής χριστιανών ορθοδόξων, υγείας τε και σωτηρίας και αφέσεως των αμαρτιών αυτών ». Οι χοροί λένε το «Κύριε, ελέησον», ο ιερέας σφραγίζει τρεις φορές με τον τίμιο Σταυρό κλπ, μέχρι να συμπληρωθεί η ε΄ εκατοντάδα.

Ακολουθεί η κυρίως ύψωση. Ο ιερέας στέκεται μπροστά από το τραπέζι, βλέπει προς την ανατολή και υψώνει τον τίμιο Σταυρό ψάλλοντας το κοντάκιο «Ο υψωθείς εν τω σταυρώ εκουσίως», ευλογεί με τον τίμιο Σταυρό τον λαό, εναποθέτει αυτόν στο δίσκο και τον προσκυνεί ψάλλοντας: «Τον σταυρόν σου προσκυνούμεν Δέσποτα, και την αγίαν σου Ανάστασιν δοξάζομεν». Κάθε χορός το επαναλαμβάνει από μία φορά. Κατόπιν οι χοροί ψάλλουν τα ιδιόμελα «Δεύτε, πιστοί» κλπ. Ακολούθως προσέρχεται ο λαός στην προσκύνηση του τιμίου Σταυρού και λαμβάνει κλάδο βασιλικού από τον ιερέα. Όταν ολοκληρωθεί η προσκύνηση ο β΄ χορός ψάλλει το απολιτίκιο «Σώσον Κύριε τον λαόν σου».

Ο βασιλικός και ο Τίμιος Σταυρός. Λαϊκός θρύλος.
Όλοι γνωρίζουμε πως τον Χριστό μας τον σταύρωσαν. Τον κάρφωσαν δηλαδή πάνω σ' ένα ξύλινο σταυρό, κι εκεί ξεψύχησε.

Τον ξύλινο σταυρό οι Χριστιανοί τον έθαψαν βαθιά στο χώμα για να μην τον βρουν οι ειδωλολάτρες και τον μολύνουν. Έτσι ο Τίμιος Σταυρός έμεινε χρόνια πολλά θαμμένος μέσα στη γη.

Όταν έπειτα από καιρό επικράτησε ο Χριστιανισμός, η Αγία Ελένη αποφάσισε να βρει και να ξεθάψει τον Τίμιο Σταυρό και να τον στήσει μέσα στην εκκλησία στα Ιεροσόλυμα για να τον προσκυνούν οι Χριστιανοί. Πήγε λοιπόν η ίδια στα Ιεροσόλυμα και ζήτησε να μάθει σε ποιο μέρος ήταν θαμμένος ο Σταυρός.

Όμως κανένας Χριστιανός δεν ήξερε να της πει. Εκείνοι που πριν από πολλά χρόνια τον είχαν θάψει βαθιά στο χώμα, είχαν πια πεθάνει. Έβαλε λοιπόν η Αγία Ελένη χιλιάδες εργάτες κι άρχισαν να σκάβουν όλα τα χωράφια εκεί γύρω. Είχε ακλόνητη πίστη πως κάπου θα τον έβρισκε. Πολλούς μήνες δούλευαν οι εργάτες χωρίς αποτέλεσμα. Κάποια μέρα, καθώς η Αγία Ελένη βάδιζε μέσα σ' ένα χωράφι, πάτησε ένα χορτάρι και αμέσως μια γλυκιά μυρωδιά γέμισε τον αέρα.

"Τι ωραία μυρωδιά είναι αυτή", είπε από μέσα της η Αγία Ελένη.

"Από που να χύνεται αυτή η γλυκιά μοσχοβολιά;".

Καθώς κοίταξε γύρω της έσκυψε κι έκοψε ένα κλαδάκι απ' το φυτό που πάτησε, το μύρισε και τότε κατάλαβε πως το χορτάρι εκείνο ήταν που σκορπούσε την γλυκιά ευωδιά.

Μεμιάς ο νους της φωτίστηκε, φώναξε έναν εργάτη και του είπε να σκάψει σ' εκείνο το μέρος.

Σε λίγο, τι θαύμα! Ο εργάτης βρήκε εκεί τον Τίμιο Σταυρό όπου επάνω ξεψύχησε ο Χριστός μας.



Από εκείνη τη στιγμή, το μυρωδάτο αυτό φυτό λέγεται βασιλικός, γιατί φύτρωσε στο σημείο που ήταν θαμμένος ο Σταυρός, όπου είχε σταυρωθεί ο βασιλιάς του κόσμου. Γι' αυτό μοιράζουν βασιλικό στις εκκλησίες στη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: