26.9.08



Όταν μιλάμε για υπέρλαμπρα αστέρια που φωτίζουν -χωρίς να έχουν χάσει ούτε ίχνος απο την λάμψη τους -το κινηματογραφικό στερέωμα, ένα από τα πρώτα ονόματα που μας έρχεται στο μυαλό είναι αυτό της Marlene Dietrich. Το Marlene είναι σύντμηση των δύο ονομάτων της Mar(ia) και (Magda)lene. Η Marlen Dietrich, συνώνυμο του ερωτισμού, του ανεκπλήρωτου πόθου και της διφορούμενης σεξουαλικότητας υπήρξε ένας από τους πιο ισχυρούς κινηματογραφικούς μύθους, ο οποίος μάγεψε και συνεχίζει να μαγεύει, γενιές και γενιές θεατών σ' όλον τον κόσμο. Η ιστορία της ξεκινάει στο Βερολίνο στα τέλη της δεκαετίας του '20, σε μια περίοδο όπου κυριαρχεί η επιβλητική φιγούρα της Leni Riefenstahl, με την καθαρή, αρείου τύπου ομορφιά της. Η Dietrich σπούδασε στη Δραματική Σχολή του μεγάλου θεατρανθρώπου της εποχής Max Reinhardt και είχε ήδη μια αξιόλογη καριέρα στο θέατρο, με κλασικά έργα (Shakespeare, Kleist), στην μουσική επιθεώρηση, στο καμπαρέ και στον κινηματογράφο με 17 ταινίες στο ενεργητικό της -αλλά μόνον δύο σε πρωταγωνιστικό ρόλο- όταν συνάντησε τον άνθρωπο που θα άλλαζε την ζωή της. Ο Josef von Sternberg, Αυστριακός σκηνοθέτης, ήδη καθιερωμένος στην Αμερική, αποδέχτηκε μια πρόσκληση της Γερμανικής Εταιρείας Παραγωγής UFA, να γυρίσει μια από τις πρώτες ομιλούσες ταινίες του γερμανικού κινηματογράφου, τον Γαλάζιο άγγελο με πρωταγωνιστή τον Emil Jannings, έναν απο τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους ηθοποιούς εκείνης της εποχής. Ο Sternberg, αναζητώντας την συμπρωταγωνίστρια της ταινίας, ανακάλυψε την Dietrich. Κανένας δεν ξέρει τι ακριβώς είδε στη σκηνή του Βερολινέζικου καμπαρέ, όπου η 29χρονη Γερμανίδα έπαιζε στην μουσική επιθεώρηση Zwei Kravatten (Δύο γραβάτες). Έγραψε στα απομνημονεύματά του: «Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως η γυναίκα αυτή θα σημάδευε τη ζωή μου». Και πράγματι έτσι συνέβη. Το αποτέλεσμα της συνάντησής τους ήταν ένα πρόσωπο μυθικό, μια γυναίκα σύμβολο που θα σηματοδοτήσει με την παρουσία της την έννοια της θηλυκότητας? μια από τις πρώτες πραγματικές ντίβες του κινηματογράφου (το αντίπαλο δέος ήταν και θα παραμείνει η Σουηδέζα Greta Garbo, με την οποία είχαν συνυπάρξει το 1925 στην ταινία του Georg Wilhelm Pabst Δρόμος χωρίς χαρά, όπου η Dietrich είχε ένα μικρό ρόλο).
Όταν στον Γαλάζιο άγγελο η Λόλα Λόλα βγαίνει στη σκηνή, τραγουδώντας το «Ich bin von Kopf bis Fuss aug Liebe Einestellt» (γνωστότερο και ως «Falling in love again»), δεν μαγεύεται μονάχα ο άμοιρος καθηγητής Ρατ, αλλά και το κινηματογραφικό κοινό όλου του πλανήτη. Ένα αστέρι έχει γεννηθεί. Ο Sternberg θα την πάρει μαζί του στην Αμερική, στην εταιρεία Paramount (η Greta Garbo «ανήκε» στην Metro), θα την μεταμορφώσει σε μια ακραία ερωτική φαντασίωση και (αλλάζοντας το λουκ, το μακιγιάζ, το χτένισμα, με αυστηρή δίαιτα, ώστε να αδυνατίσει για να αναδειχθούν οι υπέροχες γάμπες της, με την αφαίρεση 2 τραπεζιτών για να δημιουργηθούν τα θεσπέσια ζυγωματικά της) θα πλάσει μια θεά. Θα της αποκαλύψει το βαθύτερο είναι της και θα της ανοίξει ένα μονοπάτι προς την κορυφή, το οποίο αυτή θα το βαδίσει μόνη (δείγμα της ανεξάρτητης και ισχυρής της προσωπικότητας), αφήνοντας σύντομα πίσω της τον μέντορά της. Στις ΗΠΑ θα γυρίσουν μαζί, μέσα σε πέντε χρόνια, 6 ταινίες (τις καλύτερες της καριέρας της) που θα εδραιώσουν τον μύθο της και το 1935 οι δρόμοι τους θα χωρίσουν οριστικά. Εκείνος μακριά της θα χάσει τον δημιουργικό του οίστρο και σταδιακά θα περάσει στο περιθώριο, ενώ εκείνη κατακτώντας τον εαυτό της «θα γίνει αυτό που είναι» και θα συνεχίσει μια εκθαμβωτικά λαμπρή καριέρα, χωρίς να παραλείψει ποτέ να του στέλνει μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1969, μια κάρτα που έγραφε πάντα τα ίδια λόγια: «Δεν είμαι τίποτα χωρίς εσένα, Marlene». Γυναίκα ανεξάρτητη, ευφυής και αντικομφορμίστρια, θα καλλιεργήσει και θα διαχειριστεί η ίδια (ως ικανότατη image maker) την εικόνα της στον χώρο του θεάματος και της προβολής, αλλάζοντας τους κανόνες του παιχνιδιού, σε μια εποχή που οι σταρ ήταν σκλάβες στα χρυσά κλουβιά των στούντιο. Xαρακτηριστικό είναι ότι ήλεγχε η ίδια προσωπικά το πώς θα έπεφτε το φως των προβολέων πάνω της, στις ταινίες και στις φωτογραφίσεις της. Aς μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι προερχόταν από την παράδοση του γερμανικού εξπρεσιονισμού, όπου το chiaro-scuro ήταν βασικό συστατικό της εικόνας. Η Marlene, χρόνια μπροστά από την εποχή της και πέρα από τις επιταγές της μόδας, καθιέρωσε ένα στυλ απόλυτα προσωπικό, σοφιστικέ και εκλεπτυσμένο και όχι μόνον δημιουργούσε μόδα, αλλά ήταν η μόδα προσωποποιημένη. Ο όρος glamour μοιάζει να επινοήθηκε ακριβώς γι' αυτήν. Με την Dietrich η γυναικεία θηλυκότητα αποκτά μια πρωτόφαντη και εντελώς αιρετική διάσταση: καταφέρνοντας με την εικόνα της να συγκεράσει την old fashion ευαίσθητη και εύθραυστη ομορφιά των ηθοποιών του βωβού, με την αντρική αρρενωπότητα δημιούργησε έναν αινιγματικό, προκλητικό, αλλά και ακαταμάχητο σαγηνευτικό γυναικείο τύπο μιας ερμαφρόδιτης σεξουαλικότητας. Μια femme fatale «μεταλλαγμένη», τυλιγμένη σε μια διφορούμενη αύρα που ξυπνά τις κρυφές προσδοκίες και τους μύχιους πόθους αντρών και γυναικών. Είναι η πρώτη που λανσάρει το αντρικό ντύσιμο στις γυναίκες (αυτή και όχι η ατάλαντη Louise Veronica Ciccone, πιο γνωστή και ως Μadonna, που την αντέγραψε κακόγουστα). Ο μόνος που θα «κλέψει» με στιλ και θα οικειοποιηθεί αυτήν την ανδρόγυνη εικόνα της θα είναι ο «Δούκας» David Bowie, προσωπικός της φίλος και συμπρωταγωνιστής της στην τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση στην ταινία Ζιγκολό. Όμως είτε φορά μπερέ, τραγιάσκα, φράκο με μονόκλ ή στρατιωτική στολή, είτε είναι τυλιγμένη στις αιθέριες μουσελίνες, στις διαφανείς ρόμπες ή στα εκπληκτικά της ρούχα, σχεδιασμένα ειδικά γι' αυτήν από τους κορυφαίους μόδιστρους (η γκαρνταρόμπα της και τα αξεσουάρ της, από τα παπούτσια μέχρι τις βαλίτσες της, θα μπορούσαν να αποτελούν περίοπτο έκθεμα σ' ένα Μουσείο Αισθητικής του 20ού αιώνα), η εικόνα της ανταποκρίνεται παντού και πάντα στον αναλλοίωτο μύθο της: απρόσιτη, απόμακρη, αγέρωχη, μοναχική, αδέσμευτη, αφεντικό του εαυτού της, μια γυναίκα μυστήριο, διάβολος μαζί και άγγελος, ένα όνειρο ασύλληπτης ομορφιάς που δεν κατέχεται από κανέναν. Ένα σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, ανέγγιχτο από τον χρόνο και στεφανωμένο από μια αινιγματική ερωτική αύρα. Πολυφωτογραφημένη από τους καλύτερους φωτογράφους της εποχής της, υπήρξε μια μεγάλη ντίβα, που δεν έπεσε θύμα του μύθου της, θαμπωμένη από την ίδια της την εικόνα (όπως τόσοι άλλοι), αλλά και μια γυναίκα με «σάρκα και οστά» που διέσχισε ολόκληρο σχεδόν τον προηγούμενο αιώνα, ως πρωταγωνίστρια, όχι μόνον στον στίβο της τέχνης, αλλά και της ζωής. Φανατική αντιναζίστρια, αγνόησε τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ίδιου του Χίτλερ να επιστρέψει στην Γερμανία για να γίνει «η κινηματογραφική βασίλισσα του Tρίτου Ράιχ». Στη διάρκεια του πολέμου εγκατέλειψε τα πάντα και με συνεχείς περιοδείες στα μέτωπα των μαχών ψυχαγώγησε, (φορώντας στρατιωτική στολή φυσικά και τραγουδώντας, ανάμεσα σε άλλα και το περίφημο «Λιλί Μαρλέν»), τα συμμαχικά στρατεύματα που πολεμούσαν ενάντια στην ίδια της την πατρίδα. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 αραιώνει τις κινηματογραφικές της εμφανίσεις και αρχίζει ουσιαστικά μια δεύτερη καριέρα ως showstar, σκηνοθετώντας η ίδια τον εαυτό της, τραγουδώντας σε μουσικές παραστάσεις (εξάλλου η βραχνή φωνή της ήταν αναπόσπαστο μέρος του μύθου της, από την εποχή της Λόλα Λόλα) και περιοδεύει σ' όλον τον κόσμο με τεράστια επιτυχία. Όταν, το 1960, θα εμφανιστεί, για πρώτη και μοναδική φορά, μπροστά στο κοινό της πατρίδας της, θα αποθεωθεί, αλλά θα ακούσει και κραυγές τύπου «Marlene go home», μικρόψυχων ανθρώπων που ταύτισαν την θαρραλέα της εναντίωση στο ναζιστικό καθεστώς με προδοσία, γεγονός που την πίκρανε πολύ. Στο φιλικό της περίγυρο λατρεύεται από ανθρώπους όπως ο Ernest Hemingway, ο Jean Cocteau, ο Erich Maria Remarque (μια από τις πολλές ερωτικές σχέσεις της), η Edith Piaf, ο ιδιοφυής σχεδιαστής ρούχων (και δικός της αποκλειστικά) Travis Banton, ο ηθοποιός Jean Gabin (ο μεγάλος της έρωτας) και πολλοί άλλοι επώνυμοι, που υπήρξαν «θύματα» της γοητείας της και στους οποίους στάθηκε πάντα φίλη πιστή και αφοσιωμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: