Καταγόταν από την πόλη του Κιέβου. Νιώθοντας ισχυρό πόθο να ενδυθεί «την πανοπλίαν του Θεού», το άγιο μοναχικό σχήμα, διέκοψε κάθε δεσμό με τον κόσμο και τις βιοτικές μέριμνες. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, μένοντας ο ίδιος φτωχότερος απ' όλους και πήγε στη μονή των Σπηλαίων για να κακοπαθήσει «ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού».
Μόλις έγινε μοναχός, άρχισε ν' αγωνίζεται κατά των σαρκικών παθών και του διαβόλου με «τα όπλα του φωτός», την αγρυπνία, την προσευχή και προπαντός τη χριστομίμητη νηστεία. Με τον αγώνα και τη σκληρή εγκράτεια, ταπείνωνε τους δαίμονες και εξουδετέρωνε τις προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ότι ο Κύριός του, ο Ιησούς Χριστός, με τη σαρανταήμερη νηστεία και την προσευχή του κατέβαλε τον πονηρό. Θυμόταν ακόμη ότι, αντίθετα, ο πρωτόπλαστος Αδάμ από την ακράτειά του έπεσε κι εξορίστηκε από τον παράδεισο. Έτσι ο γενναίος Ευστράτιος έλιωσε πραγματικά το σώμα του με την αυστηρή νηστεία, αλλά μαζί μ' αυτό έλιωσε και τα πάθη και διέλυσε τις δαιμονικές πλεκτάνες. Γι` αυτό επονομάστηκε νηστευτής.
Τα χρόνια εκείνα, «κρίμασιν οις Κύριος οίδε», ο ανόσιος χάνος Μπονιάκ, ηγέτης των Πολόφτσων, εισέβαλε στη ρωσική γη, τη λεηλάτησε με τις ορδές του κι έσυρε στην αιχμαλωσία πολλούς Ρώσους. Ανάμεσά τους ήταν και ο μακάριος Ευστράτιος, μαζί με άλλους μοναχούς των Σπηλαίων και χριστιανούς της περιοχής του Κιέβου.
Οι Πολόφτσοι πούλησαν τους αιχμαλώτους σε άλλους τόπους. Τον όσιο Ευστράτιο τον πούλησαν στην ελληνική γη της Χερσώνος σε κάποιο πλούσιο Εβραίο έμπορο, μαζί με άλλους χριστιανούς. Πενήντα αιχμαλώτους αγόρασε συνολικά εκείνος ο Εβραίος, τριάντα μοναστηριακούς και είκοσι κατοίκους του Κιέβου.
Από την πρώτη στιγμή ο μισόχριστος εκείνος άνθρωπος άρχισε να πιέζει τους αιχμαλώτους ν' αρνηθούν το Χριστό. Όταν είδε πως με το μαλακό δεν κατόρθωνε τίποτε, αγρίεψε και δήλωσε ότι όποιος δεν υπέκυπτε, θα πέθαινε στα δεσμά με το αργό μαρτύριο της πείνας και της δίψας.
Όταν έμειναν μόνοι οι αιχμάλωτοι, πήρε το λόγο ο φιλόχριστος Ευστράτιος και είπε: — Αδελφοί! «Πάντες υιοί Θεού έστε δια της πίστεως εν Χριστώ Ιησού• όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Στο όνομα λοιπόν του Κυρίου σας παρακαλώ: Κανείς ας μην αρνηθεί το Χριστό! Κανείς ας μην καταπατήσει τις ιερές υποσχέσεις που έδωσε στο άγιο βάπτισμα! Ας μιμηθούμε, αδελφοί μου, εκείνον που είπε: — «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος»!
Μετά τις θεόπνευστες νουθεσίες του μακαρίου Ευστρατίου, όλοι οι αιχμάλωτοι πήραν τη σταθερή απόφαση να θυσιάσουν τη ζωή τους για τον Κύριο Ιησού. Κι Εκείνος, σαν φιλάνθρωπος, παραχώρησε να παραδώσουν σύντομα την ψυχή τους οι ασθενέστεροι στο φρόνημα, για να μη μπουν σε πειρασμό και να μη διακινδυνέψουν τη σωτηρία της ψυχής τους. Γιατί ο μισόθεος Εβραίος πραγματοποίησε την απειλή του και τους έριξε όλους στα δεσμά, αφήνοντας τους χωρίς τροφή και νερό. Επιπλέον όμως, μανιασμένος για τη γενική άρνησή τους ν' αλλαξοπιστήσουν, τους παρέδωσε σ' αιμοβόρους βασανιστές, που τους βασάνισαν αλύπητα με άγριους ξυλοδαρμούς.
Μετά από τρεις ημέρες υπέκυψαν στο θάνατο ορισμένοι χριστιανοί. Άλλοι μετά από τέσσερις, πέντε, επτά, εννιά μέρες. Οι πιο ανθεκτικοί μετά από δεκαήμερα φρικτά βάσανα. Οι σαρανταεννέα από τους πενήντα πέθαναν σαν γενναίοι μάρτυρες, «καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες» από τον αγωνοθέτη Κύριο.
Μόνο ένας έμενε ζωντανός ακόμη: ο ανδρείος Ευστράτιος.
Μαθημένος από τα νεανικά του χρόνια στη σκληρή άσκηση και τη νηστεία, άντεξε δεκατέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα.
Ο Εβραίος ξέχυσε τότε όλο το δηλητήριο του μίσους του για το Χριστό και τους χριστιανούς πάνω στον όσιο, που είχε γίνει ο αίτιος να χάση όλα τα χρήματα της αγοράς των αιχμαλώτων. Και τι έκανε; Σαν έφτασε η μεγάλη μέρα της ενδόξου Αναστάσεως του Χριστού, αυτός και οι φίλοι του άρχισαν να βασανίζουν το μακάριο, όπως ακριβώς οι προπάτορές του βασάνισαν τον Κύριο μας: Τον ράπιζαν, τον χλεύαζαν, τον έφτυναν για πολλή ώρα. Έπειτα τον μαστίγωσαν ανελέητα. Και τέλος — ω στην αθλιότητά τους! — τον κάρφωσαν πάνω σε σταυρό!
Ήταν η δέκατη πέμπτη μέρα του μαρτυρίου του και ζούσε ακόμη.
Οι Εβραίοι ύψωσαν το σταυρό στο ύπαιθρο και άρχισαν να λένε στον εσταυρωμένο μιμητή του Θεανθρώπου: - Γίνε, ανόητε, Εβραίος και θα σου χαρίσω τη ζωή. Αλλιώς όχι μόνο θα πεθάνεις, αλλά θα πέσει πάνω στο κεφάλι σου και η κατάρα του προφήτη Μωυσή, που γράφει στο Δευτερονόμιο: «Κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου»! — Μεγάλη η χάρη του Θεού, αποκρίθηκε ο όσιος από το σταυρό, που μ' αξίωσε να υποφέρω για το πανάγιο όνομά Του, με τον ίδιο τρόπο που υπέφερε κι Εκείνος για τις αμαρτίες μου. Ελπίζω να πει και σε μένα, όπως στο ληστή: «Σήμερον μετ' εμού εση εν τω παραδείσω». Εβραίος εγώ δεν γίνομαι και τις κατάρες του παλαιού νόμου δεν τις φοβάμαι. Γιατί λέει ο άγιος απόστολος: «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα• γέγραπται γαρ επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου ίνα εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ γένηται εν Χριστώ Ιησού». Αυτός είναι «η ζωή των απάντων», όπως βεβαίωσε προφητικά ο Μωϋσής: «και έσται η ζωή σου κρεμάμενη απέναντι των οφθαλμών σου». Ενώ όμως για την εορτή του Πάσχα ο ψαλμωδός Δαβίδ έλεγε «αυτή η ημέρα, ην εποίησεν ο Κύριος• αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αύτη», εσύ και οι όμοιοί σου, που με σταυρώσατε για την αγία πίστη μου, θα κλάψετε και θα θρηνήσετε. «Τας νουμηνίας υμών και τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή μου», σας λέει ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ησαΐα. «Όταν έκτεινητε τας χείρας υμών προς με, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου... αι γαρ χείρες υμών αίματος πλήρεις». Έφτασε η ώρα σας! Πλησιάζει ο θάνατος και του προστάτη σας, του αρχηγού της ανομίας!
Άναψε από οργή ο Εβραίος, ακούγοντας τ' απειλητικά λόγια του θείου Ευστρατίου και βλέποντας τη γενναία αντίστασή του. Άρπαξε έξαλλος ένα ακόντιο και το κάρφωσε με δύναμη στην καρδιά του σταυρωμένου οσίου. Έτσι ο πιστός στρατιώτης του Χριστού βρήκε τέλος αντάξιο των ανδρείων πολεμιστών.
Και να! Μόλις ο θεομακάριστος παρέδωσε την ψυχή του, φάνηκε πύρινη άμαξα, που την παρέλαβε και την ανέβασε στον ουρανό. Την ίδια στιγμή ακούστηκε θεία φωνή να λέει ελληνικά: - Ιδού ο καλός πολίτης της ουράνιας πολιτείας!
Οι ανόσιοι σταυρωτές κατέβασαν το μαρτυρικό σώμα από το σταυρό και το πέταξαν στη θάλασσα. Όσο κι αν έψαξαν όμως αργότερα οι χριστιανοί, δεν μπόρεσαν να το βρουν. Η ανεξερεύνητη οικονομία του Θεού μετέφερε το τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση, στα σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου. Εκεί το βρήκαν με κατάπληξη και δέος οι αδελφοί - εκείνοι που είχαν σωθεί και επιστρέψει στη μονή μετά το πέρασμα των Πολόφτσων — και το κήδεψαν με τιμές και δοξολογίες.
Στον τόπο αυτό παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, επιτελώντας αναρίθμητα θαύματα στους πιστούς. Η πρόρρηση του ενδόξου οσιομάρτυρος για την τιμωρία των σταυρωτών του δεν άργησε να πραγματοποιηθεί. Σχεδόν αμέσως μετά τη μαρτυρική τελευτή του, ήρθε διαταγή από τον Έλληνα αυτοκράτορα να διωχτούν από τα όρια του κράτους του όλοι οι Εβραίοι, να δημευτούν οι περιουσίες τους και να θανατωθούν οι άρχοντες τους, σαν υπαίτιοι των μαρτυρίων πολλών χριστιανών.
Σύμφωνα με τα τελευταία προφητικά λόγια του οσίου Ευστρατίου, ο έπαρχος της Χερσώνος και κρυφός προστάτης των Εβραίων θανατώθηκε, σαν υποκινητής και πρωτεργάτης των εβραϊκών κακουργημάτων. Ο έπαρχος αυτός ήταν Εβραίος, κατά το γένος και την πίστη, άνθρωπος ονομαστός και πλούσιος. Κάποτε όμως έδειξε ότι πίστεψε στο Χριστό και ζήτησε να βαπτιστή. Μετά τη βάπτισή του, ο αυτοκράτορας τον τίμησε και τον διόρισε διοικητή της Χερσώνος. Αλλά εκείνος ο άθλιος, ενώ παρίστανε το χριστιανό, παρέμεινε κρυφά Εβραίος και προέτρεπε μυστικά τους ομοπίστους του ν' αγοράζουν τους χριστιανούς αιχμαλώτους και να τους εξαναγκάζουν σε άρνηση του Χριστού. Κι αν δεν υποκύπτουν, να τους βασανίζουν μέχρι θανάτου.
Ο δίκαιος Θεός όμως δεν άργησε ν' αποκάλυψη τη σκοτεινή και σατανική δραστηριότητά του.
Κι έτσι, με βασιλική διαταγή, κηρύχθηκε διωγμός κατά των Εβραίων, ενώ οι ηγέτες τους, όπως είπαμε, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν και του οσίου Ευστρατίου ο φονιάς, που κρεμάστηκε σ' ένα δέντρο από τους στρατιώτες του αυτοκράτορα.
Σαν του Κυρίου μας Ιησού ήταν το ένδοξο τέλος του οσιομάρτυρος Ευστρατίου.
Σαν του Ιούδα ήταν το άδοξο τέλος του αντίχριστου Εβραίου.
Κι ενώ αυτός απήλθε «εις κόλασιν αιώνιον», ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού και αθλοφόρος Ευστράτιος αξιώθηκε ν' ανέλθει στη βασιλεία των ουρανών και να ψάλλει εκεί μαζί με τα ουράνια στρατεύματα τον επινίκιο ύμνο, δοξολογώντας ακατάπαυστα το Νικητή του θανάτου, Κύριό μας Ιησού Χριστό .
Γεννήθηκε περί το 270 στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου. Στα νεανικά του χρόνια ζούσε ως απλός αλλά ενάρετος βοσκός. Παντρεύτηκε και απόκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Μετά τη χηρεία του ασπάσθηκε το μοναχικό βίο, μελέτησε πολύ, απόκτησε μεγάλη σοφία και χάρη στις θρησκευτικές του αρετές έγινε Επίσκοπος της Τριμυθούντας και υπήρξε πολέμιος του Αρειανισμού. Έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο το 325. Πέθανε το 348.
Ο Άγιος Σπυρίδων τιμάται ως άγιος από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 12 Δεκεμβρίου στην Ανατολή και στις 14 Δεκεμβρίου στη Δύση.
Ο ομώνυμος ναός στην Κέρκυρα Ο ναός ο οποίος στεγάζει σήμερα το σκήνωμα του αγίου, κτίστηκε στα 1589 και ανήκει στο ρυθμό της μονόκλιτης βασιλικής. Το ψηλό και πυργωτό καμπαναριό, ως συμπλήρωμα του ναού, κτίστηκε το 1620. Το σημερινό τέμπλο του ναού, κατασκευασμένο από μάρμαρο της Πάρου, κατασκευάστηκε το 1864 και είναι έργο του αυστριακού αρχιτέκτονα Μάουερς. Η ουρανία είναι ζωγραφισμένη από τον Κερκυραίο ζωγράφο Νικόλαο Ασπιώτη το 1852, ενώ οι εικόνες του τέμπλου είναι φτιαγμένες από τον επίσης Κερκυραίο ζωγράφο, Σπύρο Προσαλένδη. Η σημερινή λάρνακα φτιάχτηκε στη Βιέννη το 1867. Είναι από σκληρό, πολυτελές ξύλο με εξωτερική ασημένια επένδυση. Βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στην κρύπτη, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για να δεχθεί το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, το οποίο επισκέπτονται χιλιάδες ξένοι και ντόπιοι επισκέπτες. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, του Άγιου Σπυρίδωνα, του Άγιου Γεράσιμου και του Αγίου Διονυσίου.
Στην Κέρκυρα το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές το χρόνο. Την Κυριακή των Βαΐων για την απαλλαγή του νησιού από επιδημία πανώλης το 1629. Το Μεγάλο Σάββατο γιατί το έτος 1533 το νησί επλήγη από μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών. Την 11η Αυγούστου για την διάσωση του νησιού από σφοδρή επιδρομή των Τούρκων το 1716 και την πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου για δεύτερη επιδημία πανώλης το 1673
Ο Άγιος Σπυρίδων απέθανε το 348 μ.Χ. Το λείψανο τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη λάρνακα δίπλα στην είσοδο του Ναού της Τριμυθούντος της Κύπρου και παρέμεινε τριακόσια χρόνια μετά τον θάνατό του. Η λάρνακα παραμένει ακόμα και σήμερα στο ίδιο ακριβώς μέρος. (Βιογράφος του Αγίου Σπυρίδωνος ο επίσκοπος Πάφου Θεόδωρος).
Τα 648 μ.χ. η Κύπρος αντιμετώπιζε μεγάλες επιδρομές από τους Σαρακηνούς και το λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Τοποθετήθηκε σε ναό μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας. Παρέμεινε στην βασιλίδα των πόλεων μέχρις ότου ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος λίγες μέρες πριν την πτώση πήρε τα δύο λείψανα και τα μετέφερε μέσω Σερβίας, Θράκης και Μακεδονίας στη Παραμυθιά της Ηπείρου. Τρία χρόνια περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Όλο αυτό το διάστημα είχε τοποθετήσει τα λείψανα σε σακιά με άχυρα και όποιος τον ρωτούσε τους έλεγε πως είναι τροφή για το υποζύγιό του. Το 1456 έφτασε στην Κέρκυρα γιατί πίστευε πως τα λείψανα θα ήταν ασφαλισμένα. Τα Επτάνησα εκείνη την εποχή βρίσκονταν κάτω από την εξουσία των Ενετών. Ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρήκε ένα συμπολίτη του πρόσφυγα τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη και του κληροδότησε το λείψανο του Αγίου.
Μετά τον θάνατο του ο Γεώργιος Καλοχαιρέτης άφησε κληρονομιά στους γιούς του στο Λουκά και Φίλιππο το λείψανο του Άγιου Σπυρίδωνα Οι δύο αδελφοί θέλησαν να μεταφέρουν το λείψανο στην Βενετία. Η υπόθεση μάλιστα εκδικάστηκε από την Ενετική Γερουσία. Το ανώτατο δικαστικό όργανο του κράτους αποφάσισε ότι το λείψανο αποτελεί ιδιοκτησία των αδελφών, άρα διατηρούν το αναφαίρετο δικαίωμα να το μεταφέρουν όπου εκείνοι επιθυμούν. Τελικά όμως η μεταφορά δεν πραγματοποιήθηκε διότι υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τον Κερκυραϊκό λαό και το ανώτατο δικαστικό όργανο δεν επέμεινε και επικράτησε η σκέψη ότι δεν έπρεπε να δημιουργούνται δυσαρέσκειες στους λαούς οι οποίοι βρίσκονται κάτω από τη Βενετική σημαία. Το 1512 συντάχθηκε στην Άρτα δωρητήριο συμβόλαιο στο όνομα της Ασημίνας Καλοχαιρέτη, κόρη του Φιλίππου, η οποία παντρεύτηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη και η οποία με τη σειρά της άφησε διαθήκη που χρονολογείται από τις 25 Νοεμβρίου 1571 και ορίζει πως το Ιερό Λείψανο του Αγίου παραμένει ως κληρονομιά στους γιούς της και στους απογόνους τους.
Για τη μητέρα της Θεοτόκου Άννα, δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό τα Ευαγγέλια, ούτε τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης.
Ότι ξέρουμε γι' αυτή, το γνωρίζουμε από τα λεγόμενα απόκρυφα Ευαγγέλια.
Σύμφωνα με τη διήγηση αυτή, που συμφωνεί με την παράδοση της Εκκλησίας, ο Ιερέας Ματθάν, κάτοικος της Βηθλεέμ, απέκτησε τρεις θυγατέρες: τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα.
Η Μαρία, αφού παντρεύτηκε στη Βηθλεέμ, γέννησε εκεί την Ελισάβετ, τη μητέρα του Ιωάννη του Βαπτιστή.
Η Άννα παντρεύτηκε τον Ιωακείμ από τη Γαλιλαίο. Μετά από πολλά χρόνια ατεκνίας, απέκτησε κόρη, την Παρθένο Μαρία.
Η παράδοση αναφέρει ότι οι γονείς της την αφιέρωσαν στην υπηρεσία του Ναού της Ιερουσαλήμ, σε ηλικία τριών ετών. Αυτοί δε μετά από λίγα χρόνια πέθαναν.
Την Αγία Άννα τιμούσαν από τα αρχαία χρόνια.
Το συμπεραίνουμε αυτό από διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και από αρχαίους εκκλησιαστικούς ύμνους, που υπάρχουν προς τιμήν της μητέρας της Θεοτόκου.
Επίσης, το έτος 550, ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, αφιέρωσε ναό στην Κων/πολη προς τιμήν της Αγίας Άννας.
Ας ζητάμε λοιπόν τις πρεσβείες της Αγίας Άννας προς το Θεό, για την ενδυνάμωση της ψυχής μας και την τελική σωτηρία της.
Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Σήμερον της ατεκνίας δεσμά διαλύονται του Ιωακείμ γαρ και της Άννας, εισακούων Θεός, παρ' ελπίδα τεκείν αυτούς, σαφώς υπισχνείται Θεόπαιδα, εξ ης αυτός ετέχθη ο απερίγραπτος, βροτός γεγονώς, δι' Αγγέλου κελεύσας βοήσαι αυτή, χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου.
Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ η προφήτιδα Μητέρα του προφήτη Σαμουήλ Ήταν στείρα για πολλά χρόνια και βυθίστηκε σε μεγάλη θλίψη.
Η ψυχή της ποθούσε να σφίξει στην αγκαλιά της ένα δικό της παιδί.
Αλλ' ο καιρός περνούσε και η στείρωση παρέμενε.
Παρ' όλα αυτά όμως η Άννα, που ήταν σύζυγος του Ελκανά γιου του Ιερεμεήλ, από την Αρμαθαίμ, είχε συνεχή ελπίδα στον Θεό. Και κάθε χρόνο, ανέβαινε στον οίκο του Κυρίου στη Σηλώ και προσευχόταν με δάκρυα και νηστείες.
Ο καλός της σύζυγος Ελκανά, προσπαθούσε να την παρηγορήσει, αλλ' η Άννα ήταν απαρηγόρητη και συνεχώς προσευχόταν στον Θεό να της χαρίσει παιδί και αυτή θα το αφιέρωνε σ' Αυτόν.
Η θερμή προσευχή της εισακούστηκε και η Άννα συνέλαβε.
Έκανε γιο και τον ονόμασε Σαμουήλ.
Μετά την απογαλάκτιση του παιδιού, οι δύο γονείς ανέβηκαν στη Σηλώ μαζί με τον Σαμουήλ και με ό,τι όριζε ο νόμος σ' αυτές τις περιστάσεις.
Εκεί η ευσεβής Άννα έφερε το παιδάκι της στον Ιερέα Ηλί, για να το αφιερώσει στην υπηρεσία του οίκου του Κυρίου.
Και γεμάτη χαρά και ενθουσιασμό είπε τον υπέροχο ύμνο:
"Έστερεώθη καρδία μου εν Κυρίω, υψώθη κέρας μου εν Θεώ μου, επλατύνθη έπ' εχθρούς μου το στόμα μου, ευφράνθην εν σωτηρία σου. κλπ.".
Μετά απ' αυτό, η θεία χάρη ευλόγησε την πίστη και την ευσεβή αφοσίωση της Άννας ακόμη περισσότερο.
Της χάρισε τρεις ακόμα γιους και δύο θυγατέρες.
Και πραγματοποιήθηκε έτσι η προφητική της ενόραση, κατά την οποία είπε:
"στείρα έτεκεν επτά, και η πολλή εν τέκνοις ησθένησεν".
Για την Άννα αυτή, ο Χρυσόστομος αφιέρωσε πολλές και λαμπρές ομιλίες.
(Ιερη εικονα Αγιου Νικολαου απο τον Ναο Αγιου Νικολαου Κλαματας )
Η ζωή του Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. στα Πάταρα της Λυκίας, από γονείς ευσεβείς και πλουσίους, την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανου Μαξιμιανού και έτυχε επιμελημένης μόρφωσης. Όμως, σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας. Από πολύ νωρίς είχε αφιερωθεί στα Θεία, μετά την μετάβασή του στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό και τον Πανάγιο Τάφο. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του χειροτονήθηκε ιερέας στα Πάταρα. Στην αρχή αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο κι έγινε ηγούμενος της Μονής Σιών στα Μύρα της Λυκίας. Όταν απεβίωσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, οι επίσκοποι, δια θεϊκής αποκαλύψεως, αναγόρευσαν Αρχιεπίσκοπο τον Νικόλαο Από την θέση αυτή ανέπτυξε έντονη δράση και επεξέτεινε τους αγώνες του για την προστασία των φτωχών και των απόρων ιδρύοντας νοσοκομεία και διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Προικισμένος με υψηλό χριστιανικό φρόνημα, θάρρος και ζωτικότητα εμψύχωνε τους διωκόμενους από τους Ρωμαίους χριστιανούς διωκόμενος και εξοριζόμενος και ο ίδιος για τη στάση του αυτή.
Κατά τους διωγμούς του Διοκλητιανού υπέστη βασανιστήρια. Όταν όμως ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος ελευθερώθηκαν όλοι οι χριστιανοί και έτσι ο Νικόλαος επανήλθε στο αρχιεπισκοπικό θρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν προικισμένος με το χάρισμα της θαυματουργίας και έσωσε πολλούς ανθρώπους, και όσο ήταν εν ζωή αλλά και μετά την κοίμησή του.
Αναφέρονται πλείστα θαύματα του Αγίου όπως η απελευθέρωση των τριών στρατηλατών, θεραπείες νοσούντων και αποκαταστάσεις φτωχών μεταξύ των οποίων και η περίπτωση που έγινε πολύ γνωστή, παρά τη θέληση του Νικολάου, όταν ένας φτωχός οικογενειάρχης, που κατοικούσε στην περιοχή της πατρίδας του Αγίου, και δεν είχε χρήματα να προικίσει τις τρεις κόρες του, σκόπευε πάνω στην απελπισία του να τις στείλει να γίνουν πόρνες σε οίκο ανοχής, προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα. Όταν το έμαθε αυτό ο Νικόλαος, άρχισε να πηγαίνει μυστικά έξω από το σπίτι εκείνο τις νύχτες και να αφήνει σακούλια με χρήματα. Σε τρεις νύχτες εξασφάλισε την προίκα των τριών κοριτσιών, αφήνοντας 100 χρυσά νομίσματα στην κάθε μία. Την τρίτη φορά όμως, ο πατέρας είχε παραφυλάξει για να δει ποιος ήταν ο άγνωστος ευεργέτης, κι αντιλήφθηκε τον Άγιο, που τον παρακάλεσε να μην το αποκαλύψει σε κανέναν. Έτσι, οι τρεις κόρες παντρεύτηκαν κι ο πατέρας μετανόησε για την πρόθεσή του.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος Το 325 μ.Χ έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας, και καταπολέμησε τις διδασκαλίες του Αρείου. Λέγεται ότι κατά τη Σύνοδο χαστούκισε τον Άρειο και ο Μέγας Κωνσταντίνος τον φυλάκισε. Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο, συνέχισε το ποιμαντικό του έργο μέχρι τα βαθιά γεράματα Η κοίμησή του Ο άγιος Νικόλαος πέθανε ειρηνικά στις 6 Δεκεμβρίου του έτους 330 μ. Χ. (Κατ’ άλλους του 345 ή 352 μ.Χ.) Μετά την κοίμησή του ονομάστηκε «μυροβλύτης», καθώς τα λείψανά του άρχισαν να αναβλύζουν άγιο μύρο, όπως και άλλων αγίων. Τα λείψανά του διατηρήθηκαν στα Μύρα έως και τον ενδέκατο αιώνα, όπου το 1087 κάποιοι ναύτες τα αφαίρεσαν και τα μετέφεραν στην Ιταλία, στην πόλη Μπάρι, όπου τοποθετήθηκαν στο Ναό του Αγίου Στεφάνου. Λέγεται ότι κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας άρχισε να αναβλύζει τόσο πολύ μύρο από τα ιερά λείψανα, που οι πιστοί το μάζευαν σε δοχεία για θεραπεία από διάφορες αρρώστιες, ενώ αρκετοί λιποθυμούσαν από την ευωδία του μύρου αυτού. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 6 Δεκεμβρίου τόσο από την Ορθόδοξη, όσο και από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Προστάτης ναυτικών - Λαογραφία
Η εικόνα του Αγίου Νικολάου του ομώνυμου Ι. Ναού στον ΠειραιάΟ Άγιος Νικόλαος θεωρείται ο κατ' εξοχήν προστάτης των Ναυτικών καθώς και του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και Λιμενικού Σώματος, γιατί στον βίο του αναφέρονται θαύματα που έχουν σχέση με τη θάλασσα. Για το λόγο αυτό, όλα τα πλοία του πολεμικού ναυτικού, καθώς και όλα τα εμπορικά, φέρουν την εικόνα του [1]. Επίσης θεωρείται και προστάτης της πόλης του Αγίου Νικολάου Κρήτης όπου τιμάται με την ημέρα που εορτάζεται (6 Δεκεμβρίου) ως επίσημη αργία σε όλη την πόλη. Παρεκκλήσια που φέρονται επί πλοίων είναι αφιερωμένα στον Άγιο Νικόλαο, όπως και εκείνο στο ιστορικό Θ/Κ Γ. Αβέρωφ. Επίσης πολλά πλεούμενα παίρνουν το όνομά του και ως προστάτης των ναυτικών αναφέρεται και σε πολλά νησιώτικα τραγούδια.
Η ημέρα τιμής του Αγίου Νικολάου είναι επίσημη αργία σε όλα τα ελληνικά πλοία, λιμένες, Υπηρεσίες λιμένων και ναυτιλιακές εταιρείες. Επίσημη επίσης αργία είναι για το Πολεμικό Ναυτικό, το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και το Λιμενικό Σώμα.
Υμνολογία Απολυτίκιο Αγίου Νικολάου (ήχος δ΄) "Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε τη ποίμνη σου η των πραγμάτων αλήθεια δια τούτω εκτείσω τη ταπεινώσει τα υψηλά τη πτωχεία τα πλούσια. Πάτερ ιεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών". Κοντάκιο Αγίου Νικολάου (ήχος γ΄) "Εν τοις Μύροις Άγιε, ιερουργός ενεδείχθης, του Χριστού γαρ όσιε, το ευαγγέλιο πληρώσας, έθηκας την ψυχήν σου υπέρ λαού σου, έσωσας τους αθώους εκ του θανάτου, δια τούτο ηγιάσθεις, ως μέγας μύστης του Θεού της χάριτος". Μεγαλυνάριο του Αγίου Νικολάου "Μύρων ιεράρχης προχειρισθείς μυριπνόοις έργοις κατεμύρισας αληθώς Μύρων επαρχίαν, διό και μύρα βλύζειν, Νικόλαε τρισμάκαρ, όντως ηξίωσαι.
Εξέταση λειψάνων για ανάπλαση προσώπου
Σύγχρονη εικόνα του Αγίου Νικολάου από μέταλλο, έργο του Βούλγαρου καλλιτέχνη Γκεόργκι "Τσάπα" Τσαπκάνοβ, που εικονίζει τον προστάτη των αλιέων να κρατά ψάρια. Gilbert House, Στάνλεϊ, Νήσοι Φώκλαντ.Ο νέος τάφος του αγίου Νικολάου στο Μπάρι ανοίχτηκε τη νύχτα της 5ης προς την 6η Μαΐου του 1953, επειδή έπρεπε να γίνουν αναστηλωτικά και αναπαλαιωτικά έργα στη Βασιλική του Αγίου Στεφάνου. Με την ευκαιρία αυτή έγινε αναγνωριστικός έλεγχος και καταμέτρηση των οστών που βρέθηκαν στον τάφο από τον καθηγητή της Ανατομίας του Πανεπιστημίου του Μπάρι Luigi Martino, με τη βοήθεια του Δρ. Venezia Luigi. Μετά, τα λείψανα τοποθετήθηκαν σε γυάλινη κάψα και τέθηκαν σε προσκύνημα στη Βασιλική του Αγίου.
Το 1957, ο ίδιος καθηγητής, με τον ίδιο βοηθό πραγματοποίησαν μια δεύτερη εξέταση των λειψάνων, τα οποία αμέσως μετά τοποθετήθηκαν στη σαρκοφάγο από όπου τα είχαν βγάλει αρχικά. Επρόκειτο για μια «ανατομική ανθρωπολογική μελέτη, που απέβλεπε στον προσδιορισμό και την αποτύπωση της εικόνας και των χαρακτηριστικών των οστών και κυρίως στην ανασύνθεση της φυσικής εμφάνισης ή ακόμη και της εικονογραφικής μορφής του ατόμου, στο όποιο άνηκαν τα υπό εξέταση οστικά λείψανα».[1]
Η εξέταση απέδειξε ότι πολλά τμήματα των οστών έλειπαν, και ότι η κάρα είχε διατηρηθεί καλύτερα από τα υπόλοιπα. Παράλληλα, όταν ανοίχτηκε ή σαρκοφάγος, τα οστά βρέθηκαν βουτηγμένα σ’ ένα υγρό διαυγές, άχρωμο και άοσμο, σαν νερό που βγαίνει από βράχο. Όσα οστά βρίσκονταν πάνω από τη στάθμη του υγρού, που έφτανε στα 2-3 εκ. μ. από τον πυθμένα της σαρκοφάγου, ήταν υγρά όπως και τα εσωτερικά τοιχώματα της. Επίσης από αυτό το υγρό ήταν γεμάτες οι μυελοκυψέλες των σπογγωδών οστών. Η εξέταση του υγρού στα Ινστιτούτα Χημείας και Υγιεινής του Πανεπιστημίου του Μπάρι έδειξε ότι επρόκειτο για νερό καθαρό, ελεύθερο από άλατα και στείρο από μικροοργανισμούς. Οι ρωμαιοκαθολικοί του έχουν δώσει τη χαρακτηριστική ονομασία «Manna». Τα σχετικά Αγιολογικά κείμενα αναφέρουν ότι και όταν οι ναυτικοί από το Μπάρι έσπασαν την πλάκα, του τάφου του Αγίου στα Μύρα, για να πάρουν τα λείψανα, τα βρήκαν μέσα σε «Θείο μύρο», (άλλοι γράφουν Sanctus liguor ή oleum). Σύμφωνα με τον ερευνητή καθηγητή, η ύπαρξη του υγρού αυτού στη σαρκοφάγο επέδρασε ευεργετικά στην καλύτερη συντήρηση των οστών όλους αυτούς τους αιώνες που πέρασαν. Η μελέτη των οστών έδειξε ότι ο κάτοχός τους έπασχε από αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα και διάχυτη ενδοκρανιακή υπερόστωση. Θεωρείται ότι αυτά πρέπει να κληροδοτήθηκαν στον Άγιο από κάποια υγρή φυλακή, όπου θα πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του και μάλιστα σε προχωρημένη ηλικία, όπως μαρτυρούν τα σχετικά αγιολογικά κείμενα. Ο ίδιος καθηγητής εκτέλεσε ανάπλαση της μορφής του αγίου Νικολάου με βάση τα οστά της κάρας του, και το αποτέλεσμα έμοιαζε με τη μορφή του αγίου όπως εικονίζεται στο Παρεκκλήσιο του Αγίου Ισιδώρου της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου Βενετίας
Ο Ιστορικός Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Ψαρών Ο σημαντικότερος ναός του Άγιου στον Ελλαδικό χώρο βρίσκεται στα Ψαρά.Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ψαρών, ένα «σπίτι» μεγαλόπρεπο για τον προστάτη των Ναυτικών και «η Μητρόπολη του Αιγαίου» όπως έχει χαρακτηριστεί, άρχιζε να κτίζεται από το 1785. Χρόνια της μαύρης σκλαβιάς , αλλά και χρόνια που η ναυτιλία των Ψαρών, άρχιζε να αναπτύσσεται. Κουβαλούσαν οι Ψαριανοί τα μάρμαρα από τα Θυμιανά της Χίου, από νησιά του Αιγαίου, αλλά και από πιο μακριά: από τη Μάλτα και τη Μασσαλία! Κουβαλούσαν και οι Ψαριανές τα κεράσματα στους εργάτες μέσα στα πιο όμορφα πιάτα που είχαν στο νοικοκυριό τους. Κι όταν τελείωσε το χτίσιμο τα πήραν οι εργάτες και τα εντοίχισαν στο εξωτερικό του ναού και μένουν μέχρι σήμερα μαρτυρία της ευλάβειας και της προσφοράς...!
Το μήκος του ναού είναι 28 μέτρα, 14 το πλάτος και φτάνει μέχρι τα 24 μέτρα ύψος. Για το φωτισμό του είχαν σχεδιαστεί 67 παράθυρα και 8 πόρτες. Σήμερα υπάρχουν 51 και 7 αντίστοιχα. Είναι ναός τρισυπόστατος, ανακάτεμα Βασιλικής μετά τρούλου με μαρμάρινο τέμπλο, με κολώνες που καταλήγουν σε χρυσό στεφάνι πριν αρχίσει το κιονόκρανο. Το κωδωνοστάσιο (καμπαναριό) αντικατέστησε το παλιό που γκρεμίστηκε. Τα σκεύη του ναού, όλα τα αφιερώματα μεγάλης αξίας, όπως και τα ιερά σκεύη που είχε δωρίσει ο Βαρβάκης, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, καντήλια αργυρά και επίχρυσα, εικόνες από καθαρό ασήμι, όλα λεηλατήθηκαν στην καταστροφή του νησιού το 1824. Από αυτά, μόνο το ιερό ευαγγέλιο σώζεται σήμερα.
Τη χρονιά που γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793) ολοκληρώθηκε ο ναός. Καταστράφηκε το 1824 και ανακαινίστηκε το 1863, όταν μετά την Καταστροφή οι Ψαριανοί άρχισαν να ξαναμαζεύονται στο νησί τους. Αξίζει ν' ανεβεί κανείς τα 60 σκαλοπάτια και να επισκεφτεί την εκκλησία που προσκύνησε ο Κανάρης πριν να ξεκινήσει για το μεγάλο του κατόρ
Άγιος Νικόλαος και Άγιος Βασίλης (Santa Claus) Στη Δύση η γιορτή του αγίου Νικολάου, που λέγεται Santa Claus, συνδέεται με τα Χριστούγεννα και με την ανταλλαγή δώρων που γίνεται τότε. Και στην Ελλάδα ταυτίζεται η μορφή του Άγιου Βασίλη (Santa Claus) που φοράει κόκκινα ρούχα και έχει λευκή γενειάδα με τον άγιο Βασίλειο, στην ουσία όμως ο συμβολισμός αναφέρεται στον άγιο Νικόλαο και περιέχει στοιχεία από παγανιστικές, προχριστιανικές δοξασίες για τον "πατέρα του χιονιού" κτλ
. Παιδική Ηλικία του Αγίου Σάββα, και αποταγή του κόσμου. Ασκητικοί αγώνες εις την Μονήν των Φλαβιανών (439-456)
Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος εγεννήθη κατά το έτος 439 από της Χριστού Γεννήσεως υπό γονέων ευσεβών και πλουσίων, του Ιωάννου και της Σοφίας, εις την κώμην Μουταλάσκην της Καππαδοκίας. Ο πατήρ του, στρατιωτικός ων και αναγκασθείς να μεταβή μετά της συζύγου του Σοφίας εις την Αλεξάνδρειαν δια υπηρεσιακούς λόγους, ανέθεσε την ανατροφήν του μικρού Σάββα εις τον εκ μητρός θείον του Ερμίαν, ότε ο Άγιος ήτο πέντε μόλις ετών.
Μετ' ολίγον καιρόν, δυσαρεστηθείς ο Σάββας από την συμπεριφορά της συζύγου του θείου του και από την επακολουθήσαν διαμάχην μεταξύ των θείων του Ερμίου και Γρηγορίου δια την ανατροφήν του και την διαχείρισιν της περιουσίας των γονέων του περιφρόνησε τον κόσμον και ενετάγη εις μοναστήριον πλησιόχωρον της γενέτειράς του ονομαζόμενον «Φλαβιαναί». Εκεί επεδόθη αφ' ενός εις την εκμάθησιν του ψαλτηρίου και των μοναχικών υποχρεώσεων, αφ' ετέρου εις την άσκησιν των θεοειδών αρετών και διέπρεψεν εις την εγκράτειαν, την σωματικήν κακοπάθειαν, την ταπεινοφροσύνην και την υπακοήν, δια των οποίων εφάνη υπέρτερος πάντων των συμοναστών του, εξήκοντα ή και εβδομήκοντα τον αριθμόν. Θέλων δε ο Θεός να προμηνύση την αγιότητα, εις την οποίαν θα έφθανεν ο Σάββας, τον εχαρίτωσε με ακράδαντον και θαυματουργόν πίστην: κάποτε εισήλθεν εις ανημμένον φούρνον, αφού καθωπλίσθη δια του σημείου Σταυρού, και σώος και αβλαβής εξήγαγε αβλαβή τα ενδύματα, τα οποία ο αρτοποιός είχεν λησμονήσει.
2. Μετάβασις εις Παλαιστίνην. Άσκησις εις το κοινόβιον του Αγ. Θεοκτίστου και πλησίον του Μ. Ευθυμίου (456-473)
Έχων συμπληρώσει εν ταις Φλαβιαναίς δέκα έτη αγώνων, εζήτησε από τον Ηγούμενον ευλογίαν, δια να απέλθη οριστικώς εις την Αγίαν Πόλιν Ιερουσαλήμ, καθόσον επεθύμει να αναβαίνη διαρκώς από δόξης εις δόξαν, ησυχάζων εις την έρημον. Ο Ηγούμενος του παρέσχε την άδειαν έπειτα από θεϊκήν οπτασίαν, και ούτως ο Σάββας, εις ηλικίαν δεκαοχτώ ετών, αφίχθη εις Ιεροσόλυμα και εφιλοξενήθη εις την Μονήν του Αγίου Πασσαρίωνος, όπου και διήλθε τον χειμώνα του έτους 456 προς 457 μ.Χ. Παρά τας προτροπάς του Αρχιμανδρίτου Ελπιδίου και ετέρων αδελφών να μείνη πλησίον των, ο Σάββας είχε διαρκώς κατά νουν να συναριθμηθή με τους αναχωρητάς, οι οποίοι ησκούντο υπό την εποπτείαν του θαυματουργού και λάμποντος φωστήρος Ευθυμίου του Μεγάλου, δια τούτου δε έλαβε την ευλογία από τον Ελπίδιον και μετέβη προς συνάντησιν του Μ. Ευθυμίου.
Ο Ευθύμιος αρνήθη να κρατήση τον Σάββαν εις την Λαύραν του, αντιθέτως απέστειλεν αυτόν εις την Μονήν του Αββά Θεοκτίστου, μηνύων εις εκείνον να φροντίση τον Σάββαν, διότι ούτος θα εγίνετο διαπρεπής εις την μοναστικήν ζωήν, αυτό το έπραξεν ο Μ. Ευθύμιος, δια να δώση και εν υπόδειγμα εις τον Σάββαν να μη δέχηται νέους αγενείους, όταν θα ίδρυε την ιδικήν του περιφανή Λαύραν και θα καθίστατο νομοθέτης και αρχηγός πάντων των κατά Παλαιστίνην αναχωρητών. Ο νεαρός Σάββας εδέχθη την οδηγίαν του Μ. Ευθυμίου ως θέλημα θεού και εισελθών εις την υπακοήν του Αββά Θεοκτίστου ενέτεινε τους προτέρους του αγώνας, εις την νηστείαν, αγρυπνίαν, ταπεινοφροσύνην και υπακοήν προσέθεσε την αγάπην και επιτηδειότητα εις τας εκκλησιαστικάς ακολουθίας, την αποδοτικωτάτην διακονίαν και εξυπηρέτησιν των λοιπών μοναχών, εν γένει δε διαγωγήν παντελώς άψογον.
Με τοιάυτην θαυμαστήν πολιτείαν διήνυσεν ο Άγιος Σάββας δέκα έτη, μέχρι θανάτου του αγίου Θεοκτίστου, και ακόμη δύο, μέχρι της κοιμήσεως του διαδόχου του θεοκτίστου, Μάριδος. Από τον νέον Ηγούμενον Λογγίνον ο Άγιος εζήτησε να του επιτρέψη την ησυχαστικήν ζωήν, έχων ο Λογγίνος κατά νούν την υψηλοτάτην αρετήν του Σάββα, λαβών δε και την σύμφωνον γνώμην του Μ. Ευθυμίου του την επέτρεψεν, έκτοτε και επί πέντε έτη ο Άγιος Σάββας διέμενε κατά τας πέντε ημέρας της εβδομάδας νήστις εις εν σπήλαιον νοτίως της Μονής, εις το οποίον προσηύχετο και ειργάζετο, μόνον δε κατά τα Σάββατα και τας Κυριακάς επέστρεφεν εις την Μονήν, δια να μεταφέρη το προϊόν του εργοχείρου του και να λάβη μέρος εις τας κοινάς προσευχάς. Καθ' όλην την Τεσσαρακοστήν, ο Άγιος Σάββας διέμενε μετά του Μ. Ευθυμίου και του μακαρίου Δομετιανού, μαθητού εκείνου, εις την πανέρημον του Ρουβά, μεταξύ του χειμάρρου των Κέδρων και της Νεκράς θάλασσας, εν νηστεία, ολιγοποσία, προσευχή και αγρυπνία. Την συμήθειαν αυτήν διετήρησεν ο Άγιος και εις τα μετέπειτα έτη. Εις τας 20 Ιανουαρίου του 473 ο μέγας πατήρ ημών Ευθύμιος εκοιμήθη εν ειρήνη.
3. Απομόνωσις του Αγίου Σάββα εις την έρημον. Ίδρυσις της Ιεράς Λαύρας και ανάδειξις του Αγίου εις αρχηγών των αναχωρητών (473-493)
Τότε ο Άγιος Σάββας, κατά το τριακοστόν πέμπτον έτος της ηλικίας του, δεν ηθέλησε να επιστρέψη εις το κοινόβιον, άλλ' απήλθε προς την ανατολικήν έρημον του Ρουβά και Κουτυλά, την ιδίαν περίοδον κατά την οποίαν ο Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης έλαμπεν εν τη ερήμω του Ιορδάνου. Εις την έρημον ταύτην, όπου συνεδέθη πνευματικώς και με τον Άγιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην μέσω του μοναχού Άνθου, διέμεινεν ο Άγιος Σάββας τέσσερα έτη. Τότε εκέρδισε την κατά των δαιμόνων και των θηρίων πλήρη αφοβίαν, άλλα και το σέβας των βαρβάρων, χάρις εις την εις Θεόν πίστην του και την αρετήν του. Μετά ταύτα, προσταχθείς υπό αγγέλου επάνω εις το όρος της Ευδοκίας, μετώκησεν εις την ανατολικήν πλευράν του Χειμάρρου των Κεδρών, εις σπήλαιον, το οποίον εως σήμερον δείκνυται ως το Σπήλαιον του Άγίου Σάββα, έναντι της Λαύρας. Μετά πέντε έτη, ήρχισαν να συναθροίζονται πλησίον του οι ερημίται και αναχωρηταί, ως εβδομήκοντα τον αριθμόν, άνδρες ουράνιοι και χαριτοφόροι, οι οποίοι απετέλεσαν και την πρώτην συνοδείαν της Λαύρας, εν έτει 483. Μετά την πρώτην οργάνωσιν της Λαύρας και την ανάβλυσιν αγιάσματος θαυματουργικώς, διά της προσευχής του Αγίου, ο άγιος Σάββας είδεν εις την δυτικήν όχθην, απέναντι του σπηλαίου του, να υψώνεται εώς τον ουρανόν στύλος πυρός. Ερευνήσας τον τόπον του θαύματος αυτού την επόμενη ημέραν, ανεύρε το θεόκτιστον σπήλαιον, το οποίον είχε κατάλληλον μορφήν δια να γίνη ναός. Αυτόν κατέστησε κέντρον της Λαύρας ο Αγ. Σάββας, οργανώσας και τας υπολοίπους υπηρεσίας. Η συνοδεία του έφθανε τότε τους εκατόν πενήντα μοναχούς.
Θα ήτο όμως αδύνατον να μη ενταθώσιν οι πειρασμοί και τα σκάνδαλα του διαβόλου, εναντίον ενός τόσον Θεϊκού έργου. Ο Άγιος Σάββας υπέστη την περιφρόνησιν και συκοφαντίαν εκ μέρους ιδικών του μοναχών, οι οποίοι εζήτησαν από τον πατριάρχην Σαλλούστιον την αντικατάστασιν του εις την ηγουμενίαν. Ο πατριάρχης Σαλλούστιος αντ' αυτού, γνωρίζων την αγιότητα του Σάββα, τον εχειροτόνησε πρεσβύτερον, και ενεκαινίασε την Θεόκτιστον Εκκλησία την 12ην Δεκεμβρίου του 491.
Η επί γής ουράνιος πολιτεία του Αγ. Σάββα εσυνεχίζετο: η προσέλευσις μοναχών, και δή Αρμενίων, ελκόμενων από το παράδειγμα του Αγίου, ηύξανε, το ίδιον και η άσκησις και τα θαύματα του Αγίου, ο οποίος κατά τας Μ. Τεσσαρακοστάς διήνυε εις την πανέρημον ζωήν υπεράνθρωπον. Εις την Λαύραν προσήλθεν ο οσιώτατος Ιωάννης, επίσκοπος Κολωνίας, ως απλούς μοναχός, ο οποίος αργότερον κατέστη περιβόητος δια την αρετήν του. Το 492 ο Άγιος Σάββας ήλθεν εις το φρούριον του Καστελλίου, εν τη ερήμω βορειοανατολικώς της Λαύρας και αφού εξεδίωξε τους δαίμονας, οι οποίοι ενεφώλευον εκεί, ωκοδόμησε κοινόβιον και ετοποθέτησε μοναστικήν αδελφότητα. Μετ' ολίγον καιρόν ο πατριάρχης Σαλλούστιος ανέδειξε τον μέν Σάββαν άρχοντα και νομοθέτην πάντων των αναχωρητών και κελλιωτών, των υπαγομένων εις την Αγίαν Πόλιν, τον δε Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην αρχηγόν και αρχιμανδρίτην πάντων των κοινοβίων. Δια τούτο ο Άγιος Σάββας έλεγε χαριέντως προς τον Θεοδόσιον ότι ο ίδιος ήτο «ηγούμενος ηγουμένων», ενώ ο Θεοδόσιος «ηγούμενος παιδίων», δηλαδή αρχαρίων.
4. Οικοδόμησις του Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Αποχώρησις του Αγίου εκ της Λαύρας (494-508)
Το έτος 494 μ.Χ. ήρχισαν και αι εργασίαι ανοικοδομήσεως της Μεγάλης Εκκλησίας της Θεοτόκου, της οποίας τα εγκαίνια εγένεντο αρκετά έτη αργότερον, την 1ην Ιουλίου του ε΄τους 502 μ. Χ., διότι ο Θεόκτιστος Ναός και ο μικρός ευκτήριος οίκος δεν επήρκουν δια τας λατρευτικάς αν'αγκας της Λαύρας.
Ωστόσο οι μαθηταί, που είχον προ ολίγων ετών κατηγορήσει τον Άγιον, εστασίασαν και πάλιν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ηναγκλασθη ο Άγ. Σάββας, διά να μη τους παροξύνη επί πλέον, να αποχωρήση από την Λαύραν. Η απουσία του διήρκησε πέντε έτη (503-508 μ.Χ.), κατά τα οποία συνέστησε δύο νέα κοινόβια εις τα Γάδαρα και Νικόπολιν, εις τόπους όπου προσήρχοντο προς αυτόν πιστοί, δια να μονάσουν κοντά του. Τελικώς η αποκατάστασις του εις την θέσιν του Ηγουμένου είχεν ως αποτέλεσμα την φυγήν των στασιαστών από την Μεγίστην και την εγκαταβίωσιν των εις την Νέαν Λαύραν. Και όμως ο ανεξίκακος Άγιος και εκεί τους βοήθησε να κτίσουν και διοργανώσουν την Λαύραν των, εγκατέστησε δε εις αυτούς και Ηγούμενον αγιώτατον, τον Ιωάννην.
5. Ίδρυσις νέων Μονών, πρώτη μετάβασις εις Κωνσταντινούπολιν και αγών κατά του Μονοφυσιτισμού (509-516)
Τα επόμενα έτη ο Άγιος επεδόθη εις την καλλιέργειαν των πνευματικών του τέκνων. Συνέστησε μέχρι θανάτου του άλλας δύο λαύρας, την του Επταστόμου (512 μ.Χ.) και την του Ιερεμίου (531μ.Χ.), και άλλα δύο κοινόβια, το του Σπηλαίου (509μ.Χ.) και το του Σχολαρίου (512μ.Χ.), πλήν των ως άνω αναφρθέντων. Την τελευταίαν εικοσαετίαν της ζωής του ελάμπρυναν όμως και άλλαι θαυμασταί πράξεις, αι οποίαι έσχον τεράστιαν σημασίαν δια την εκκλησιαστικήν άλλα και παγκόσμιαν ιστορίαν. Υπό την πίεσιν των μεθοδεύσεων του μονοφυσίτου αυτοκράτορος Αναστασίου (491-518) και των πρωτοστατών του Μονοφυσιτισμού «Ακεφάλων» Σευήρου, Φιλοξένου και Σωτήρχου αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι της Ανατολής περιήρχοντο σταδιακώς εις τας χείρας μονοφυσιτών επισκόπων. Ο Άγιος Σάββας, μετά από παρακίνησιν του Ορθοδόξου πατριάρχου Ιεροσολύμων Ηλία (494-516), μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν το 512, όπου κατώρθωσε διά της φήμης του άλλα και της αγιότητός του να πείσει τον αυτοκράτορα να αναστείλει την εξορίαν του Ηλία. Τότε το επόμενον έτος η εκτόπισης του Ορθόδοξου πατριάρχου ετέθη υπό του αυτοκράτορος εις εφαρμογήν, ο Άγιος Σάββας συνεκέντρωσεν εις Ιεροσόλυμα όλους τους μοναχούς της ερήμου, δια να προφυλάξη τον Ηλίαν, και αναθεμάτισε τους αιρετικούς απεσταλμένους του αυτοκράτορος. Παρόμοιαν κινητοποίησιν των ερημιτών εφήρμοσε τρία έτη αργότερον, το 516 μ. Χ., προκειμένου να στηρίξει εις την Ορθοδοξίαν τον νέον Πατριάρχην Ιεροσολύμων, Ιωάννην Γ' (516-524), βοηθούμενος υπό του Αγ. Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου. Η κινητοποίησις αυτή διεφύλαξε την Εκκλησίαν Ιεροσολύμων εν ορθή πίστη. Καθ' ήν στιγμήν αι Εκκλησίαι Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρίας και αντιοχείας είχον περιέλθει υπό μονοφυσίτας πατριάρχας. Μετ΄ολίγον η Ορθοδοξία αποκατεστάθη πανταχού.
6. Συνέχισης της οσιακής του Αγίου Σάββα ζωής. Συνάντησις μετά του Ιουστινιανού εν Κωνσταντινούπολει. Κοίμησις του Αγίου (516-532)
Η Δευτέρα μετάβασις του Αγίου Σάββα εις την Βασιλεύουσαν έλαβε χώραν περίπου είκοσιν έτη μετά την πρώτην, το 530 μ. Χ., όταν ο Άγιος ήτο ενενήκοντα ετών. Ο Άγιος επέτυχεν εκεί την απαλλαγήν της Παλαιστίνης από τα σκληρά μέτρα, τα οποία ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ήθελε να επιβάλλει συνέπεια των ταραχών, τας οποίας είχε προκαλέσει η εξέγερσις Σαμαρειτών και Ιουδαίων (529). Ο Άγιος παρώτρυνε ακόμη τον ευσεβή βασιλέα, ο οποίος είχεν αντιληφθεί ο ίδιος δι' οπτασίας την αγιότητα του Σάββα, να προβεί εις δίωξιν των αιρέσεων Αρείου, Νεστορίου και Ωριγένους και εις κοινωφελή έργα εις την Παλαιστίνην, έναντι των οποίων θα απεκόμιζεν επέκτασιν της αυτοκρατορίας εις την Αφρικήν και Ιταλίαν. Πράγματι η προφητεία και ευλογία αυτή του Αγ. Σάββα εξεπληρώθη . Αι νίκαι των στρατηγών Βελισσαρίου και Ναρσή έφεραν και πάλιν τα δυτικά τμήματα της Αυτοκρατορίας υπό τον αυτοκράτορα της Πόλεως. Τοσαύτη ήτο η προφητική χάρις του Αγίου Σάββα.
Πόσα εκ των θαυμάτων του Αγίου δύναται κάποιος να διηγηθή και ποιόν να θαυμάσει πρώτον. Η χάρις του έφθασε και εώς του να λύση με την προσευχή του πενταετή ανοβρίαν εις Ιεροσόλυμα, την οποίαν είχε προκαλέσει η άδικος εκτόπισις του πατριάρχου Ηλία και η δι' αυτήν οργή του Θεού (520 μ.Χ.). Όμως η επιστροφή του εκ της Βασιλευούσης εσήμανε και την αρχήν του τέλους της επιγείου πολιτείας του. Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος ανεπαύθη εκ των κόπων του εν Κυρίω την 5ην Δεκεμβρίου του 532 μ. Χ. Είχε ζήσει εις το κοινόβιον των Φλαβιανών δέκα έτη, ως του 18ου έτους της ηλικίας του, δεκαεπτά έτη εις το κοινόβιον του Αγίου Θεοκτίστου εις την Παλαιστίνην, και πεντήκοντα εννέα έτη εις τας ερήμους και εις την Μεγίστην Λαύραν. Κατά το έτος 547 το τίμιον λείψανόν του ευρέθη εντός του μνήματος σώον και αδιάλυτον, μετεφέρθη δε εις Κωνσταντινούπολιν πολλούς αιώνας αργότερον και εκείθεν υπό τους Σταυροφόρους εις Ενετίαν το 1204. Το 1965 επεστράφη οριστικώς εις την Μεγίστην αυτού Λαύραν. Η πρωτοφανής απήχησις της ζωής του εις τους πιστούς έσχεν ως αποτέλεσμα την συγγραφήν του Βίου του υπό Κυρίλλου του Σκυθοπολίτου ήδη κατά το 557 μ. Χ.
Εφ΄όσον κατά τους αψευδείς λόγους του Κυρίου Ιησού Χριστού το ποιόν των ανθρώπων γνωρίζεται από τους καρπούς των, η περαιτέρω πορεία της Ιεράς και Μεγίστης του Οσίου Σάββα Λαύρας αποτελεί καρπόν της θεϊκής αρετής του Αγίου και απόδειξιν της δόξης και παρρησίας, ας εύρε πλησίον του Θεού, διά των οποίων σώζει άχρι τούδε το κυριότερον μοναστικόν καθίδρυμα της κατά Ιουδαίαν ερήμου. Αληθώς προκαλούν τον θαυμασμόν, όχι μόνο τα απειράριθμα θαύματα του Οσίου άλλα και η απήχησις της μοναστοκής ζωής της Λαύρας του, η οποία απετέλεσε πρότυπον και καθοριστικόν παράγοντα εις την διαμόρφωσιν της μοναχικής ζωής και της λατρευτικής τάξεως της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας, εκτός του ότι πρόσφερε πληθύν αγίων ανδρών, γνωστών και αγνώστων, ανάμεσον των οποίων διαλάμπει ιδιαιτέρως ο μέγιστος θεολόγος του 8ου αι. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Η τιμή του Αγίου Σάββα διεδόθη τάχιστα από την Ρώμην ως και τον Καύκασον Γεωργίαν. Οι διάδοχοί του εις την Ηγουμενίαν ανέδειξαν την Λαύραν προπύργιον της Ορθοδοξίας εις την Παλαιστίνην κατά του Ωριγενισμού, Μονοθελητισμού, Εικονομαχίας και Παπισμού με πανορθόδοξον εμβέλειαν. Μετά τους μέσους χρόνους η Λαύρα ανεδείχθη ακόμη και παιδευτήριον της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος, τα μέλη της οποίας ελάμβανον εν τη Λαύρα προπαιδείαν της μοναχικής πολιτείας και πείραν των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Πάντα ταύτα οφείλονται εις την πρεσβείαν και το παράδειγμα του Αγίου Σάββα: « Λαμπρά του πεφωτισμένου πατρός ημών Σάββα τα θεία χαρίσματα, η μέν πολιτεία ένδοξος, ο δε βίος ενάρετος και η πίστις ορθόδοξος. Και τούτο μέν εκ μέρους ήδη διά των ειρημένων απεδείχθη».