Για τη μητέρα της Θεοτόκου Άννα, δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό τα Ευαγγέλια, ούτε τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης.
Ότι ξέρουμε γι' αυτή, το γνωρίζουμε από τα λεγόμενα απόκρυφα Ευαγγέλια.
Σύμφωνα με τη διήγηση αυτή, που συμφωνεί με την παράδοση της Εκκλησίας, ο Ιερέας Ματθάν, κάτοικος της Βηθλεέμ, απέκτησε τρεις θυγατέρες: τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα.
Η Μαρία, αφού παντρεύτηκε στη Βηθλεέμ, γέννησε εκεί την Ελισάβετ, τη μητέρα του Ιωάννη του Βαπτιστή.
Η Άννα παντρεύτηκε τον Ιωακείμ από τη Γαλιλαίο. Μετά από πολλά χρόνια ατεκνίας, απέκτησε κόρη, την Παρθένο Μαρία.
Η παράδοση αναφέρει ότι οι γονείς της την αφιέρωσαν στην υπηρεσία του Ναού της Ιερουσαλήμ, σε ηλικία τριών ετών. Αυτοί δε μετά από λίγα χρόνια πέθαναν.
Την Αγία Άννα τιμούσαν από τα αρχαία χρόνια.
Το συμπεραίνουμε αυτό από διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και από αρχαίους εκκλησιαστικούς ύμνους, που υπάρχουν προς τιμήν της μητέρας της Θεοτόκου.
Επίσης, το έτος 550, ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, αφιέρωσε ναό στην Κων/πολη προς τιμήν της Αγίας Άννας.
Ας ζητάμε λοιπόν τις πρεσβείες της Αγίας Άννας προς το Θεό, για την ενδυνάμωση της ψυχής μας και την τελική σωτηρία της.
Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Σήμερον της ατεκνίας δεσμά διαλύονται του Ιωακείμ γαρ και της Άννας, εισακούων Θεός, παρ' ελπίδα τεκείν αυτούς, σαφώς υπισχνείται Θεόπαιδα, εξ ης αυτός ετέχθη ο απερίγραπτος, βροτός γεγονώς, δι' Αγγέλου κελεύσας βοήσαι αυτή, χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου.
Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ η προφήτιδα Μητέρα του προφήτη Σαμουήλ Ήταν στείρα για πολλά χρόνια και βυθίστηκε σε μεγάλη θλίψη.
Η ψυχή της ποθούσε να σφίξει στην αγκαλιά της ένα δικό της παιδί.
Αλλ' ο καιρός περνούσε και η στείρωση παρέμενε.
Παρ' όλα αυτά όμως η Άννα, που ήταν σύζυγος του Ελκανά γιου του Ιερεμεήλ, από την Αρμαθαίμ, είχε συνεχή ελπίδα στον Θεό. Και κάθε χρόνο, ανέβαινε στον οίκο του Κυρίου στη Σηλώ και προσευχόταν με δάκρυα και νηστείες.
Ο καλός της σύζυγος Ελκανά, προσπαθούσε να την παρηγορήσει, αλλ' η Άννα ήταν απαρηγόρητη και συνεχώς προσευχόταν στον Θεό να της χαρίσει παιδί και αυτή θα το αφιέρωνε σ' Αυτόν.
Η θερμή προσευχή της εισακούστηκε και η Άννα συνέλαβε.
Έκανε γιο και τον ονόμασε Σαμουήλ.
Μετά την απογαλάκτιση του παιδιού, οι δύο γονείς ανέβηκαν στη Σηλώ μαζί με τον Σαμουήλ και με ό,τι όριζε ο νόμος σ' αυτές τις περιστάσεις.
Εκεί η ευσεβής Άννα έφερε το παιδάκι της στον Ιερέα Ηλί, για να το αφιερώσει στην υπηρεσία του οίκου του Κυρίου.
Και γεμάτη χαρά και ενθουσιασμό είπε τον υπέροχο ύμνο:
"Έστερεώθη καρδία μου εν Κυρίω, υψώθη κέρας μου εν Θεώ μου, επλατύνθη έπ' εχθρούς μου το στόμα μου, ευφράνθην εν σωτηρία σου. κλπ.".
Μετά απ' αυτό, η θεία χάρη ευλόγησε την πίστη και την ευσεβή αφοσίωση της Άννας ακόμη περισσότερο.
Της χάρισε τρεις ακόμα γιους και δύο θυγατέρες.
Και πραγματοποιήθηκε έτσι η προφητική της ενόραση, κατά την οποία είπε:
"στείρα έτεκεν επτά, και η πολλή εν τέκνοις ησθένησεν".
Για την Άννα αυτή, ο Χρυσόστομος αφιέρωσε πολλές και λαμπρές ομιλίες.
(Ιερη εικονα Αγιου Νικολαου απο τον Ναο Αγιου Νικολαου Κλαματας )
Η ζωή του Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. στα Πάταρα της Λυκίας, από γονείς ευσεβείς και πλουσίους, την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανου Μαξιμιανού και έτυχε επιμελημένης μόρφωσης. Όμως, σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας. Από πολύ νωρίς είχε αφιερωθεί στα Θεία, μετά την μετάβασή του στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό και τον Πανάγιο Τάφο. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του χειροτονήθηκε ιερέας στα Πάταρα. Στην αρχή αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο κι έγινε ηγούμενος της Μονής Σιών στα Μύρα της Λυκίας. Όταν απεβίωσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, οι επίσκοποι, δια θεϊκής αποκαλύψεως, αναγόρευσαν Αρχιεπίσκοπο τον Νικόλαο Από την θέση αυτή ανέπτυξε έντονη δράση και επεξέτεινε τους αγώνες του για την προστασία των φτωχών και των απόρων ιδρύοντας νοσοκομεία και διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Προικισμένος με υψηλό χριστιανικό φρόνημα, θάρρος και ζωτικότητα εμψύχωνε τους διωκόμενους από τους Ρωμαίους χριστιανούς διωκόμενος και εξοριζόμενος και ο ίδιος για τη στάση του αυτή.
Κατά τους διωγμούς του Διοκλητιανού υπέστη βασανιστήρια. Όταν όμως ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος ελευθερώθηκαν όλοι οι χριστιανοί και έτσι ο Νικόλαος επανήλθε στο αρχιεπισκοπικό θρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν προικισμένος με το χάρισμα της θαυματουργίας και έσωσε πολλούς ανθρώπους, και όσο ήταν εν ζωή αλλά και μετά την κοίμησή του.
Αναφέρονται πλείστα θαύματα του Αγίου όπως η απελευθέρωση των τριών στρατηλατών, θεραπείες νοσούντων και αποκαταστάσεις φτωχών μεταξύ των οποίων και η περίπτωση που έγινε πολύ γνωστή, παρά τη θέληση του Νικολάου, όταν ένας φτωχός οικογενειάρχης, που κατοικούσε στην περιοχή της πατρίδας του Αγίου, και δεν είχε χρήματα να προικίσει τις τρεις κόρες του, σκόπευε πάνω στην απελπισία του να τις στείλει να γίνουν πόρνες σε οίκο ανοχής, προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα. Όταν το έμαθε αυτό ο Νικόλαος, άρχισε να πηγαίνει μυστικά έξω από το σπίτι εκείνο τις νύχτες και να αφήνει σακούλια με χρήματα. Σε τρεις νύχτες εξασφάλισε την προίκα των τριών κοριτσιών, αφήνοντας 100 χρυσά νομίσματα στην κάθε μία. Την τρίτη φορά όμως, ο πατέρας είχε παραφυλάξει για να δει ποιος ήταν ο άγνωστος ευεργέτης, κι αντιλήφθηκε τον Άγιο, που τον παρακάλεσε να μην το αποκαλύψει σε κανέναν. Έτσι, οι τρεις κόρες παντρεύτηκαν κι ο πατέρας μετανόησε για την πρόθεσή του.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος Το 325 μ.Χ έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας, και καταπολέμησε τις διδασκαλίες του Αρείου. Λέγεται ότι κατά τη Σύνοδο χαστούκισε τον Άρειο και ο Μέγας Κωνσταντίνος τον φυλάκισε. Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο, συνέχισε το ποιμαντικό του έργο μέχρι τα βαθιά γεράματα Η κοίμησή του Ο άγιος Νικόλαος πέθανε ειρηνικά στις 6 Δεκεμβρίου του έτους 330 μ. Χ. (Κατ’ άλλους του 345 ή 352 μ.Χ.) Μετά την κοίμησή του ονομάστηκε «μυροβλύτης», καθώς τα λείψανά του άρχισαν να αναβλύζουν άγιο μύρο, όπως και άλλων αγίων. Τα λείψανά του διατηρήθηκαν στα Μύρα έως και τον ενδέκατο αιώνα, όπου το 1087 κάποιοι ναύτες τα αφαίρεσαν και τα μετέφεραν στην Ιταλία, στην πόλη Μπάρι, όπου τοποθετήθηκαν στο Ναό του Αγίου Στεφάνου. Λέγεται ότι κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας άρχισε να αναβλύζει τόσο πολύ μύρο από τα ιερά λείψανα, που οι πιστοί το μάζευαν σε δοχεία για θεραπεία από διάφορες αρρώστιες, ενώ αρκετοί λιποθυμούσαν από την ευωδία του μύρου αυτού. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 6 Δεκεμβρίου τόσο από την Ορθόδοξη, όσο και από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Προστάτης ναυτικών - Λαογραφία
Η εικόνα του Αγίου Νικολάου του ομώνυμου Ι. Ναού στον ΠειραιάΟ Άγιος Νικόλαος θεωρείται ο κατ' εξοχήν προστάτης των Ναυτικών καθώς και του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και Λιμενικού Σώματος, γιατί στον βίο του αναφέρονται θαύματα που έχουν σχέση με τη θάλασσα. Για το λόγο αυτό, όλα τα πλοία του πολεμικού ναυτικού, καθώς και όλα τα εμπορικά, φέρουν την εικόνα του [1]. Επίσης θεωρείται και προστάτης της πόλης του Αγίου Νικολάου Κρήτης όπου τιμάται με την ημέρα που εορτάζεται (6 Δεκεμβρίου) ως επίσημη αργία σε όλη την πόλη. Παρεκκλήσια που φέρονται επί πλοίων είναι αφιερωμένα στον Άγιο Νικόλαο, όπως και εκείνο στο ιστορικό Θ/Κ Γ. Αβέρωφ. Επίσης πολλά πλεούμενα παίρνουν το όνομά του και ως προστάτης των ναυτικών αναφέρεται και σε πολλά νησιώτικα τραγούδια.
Η ημέρα τιμής του Αγίου Νικολάου είναι επίσημη αργία σε όλα τα ελληνικά πλοία, λιμένες, Υπηρεσίες λιμένων και ναυτιλιακές εταιρείες. Επίσημη επίσης αργία είναι για το Πολεμικό Ναυτικό, το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και το Λιμενικό Σώμα.
Υμνολογία Απολυτίκιο Αγίου Νικολάου (ήχος δ΄) "Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε τη ποίμνη σου η των πραγμάτων αλήθεια δια τούτω εκτείσω τη ταπεινώσει τα υψηλά τη πτωχεία τα πλούσια. Πάτερ ιεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών". Κοντάκιο Αγίου Νικολάου (ήχος γ΄) "Εν τοις Μύροις Άγιε, ιερουργός ενεδείχθης, του Χριστού γαρ όσιε, το ευαγγέλιο πληρώσας, έθηκας την ψυχήν σου υπέρ λαού σου, έσωσας τους αθώους εκ του θανάτου, δια τούτο ηγιάσθεις, ως μέγας μύστης του Θεού της χάριτος". Μεγαλυνάριο του Αγίου Νικολάου "Μύρων ιεράρχης προχειρισθείς μυριπνόοις έργοις κατεμύρισας αληθώς Μύρων επαρχίαν, διό και μύρα βλύζειν, Νικόλαε τρισμάκαρ, όντως ηξίωσαι.
Εξέταση λειψάνων για ανάπλαση προσώπου
Σύγχρονη εικόνα του Αγίου Νικολάου από μέταλλο, έργο του Βούλγαρου καλλιτέχνη Γκεόργκι "Τσάπα" Τσαπκάνοβ, που εικονίζει τον προστάτη των αλιέων να κρατά ψάρια. Gilbert House, Στάνλεϊ, Νήσοι Φώκλαντ.Ο νέος τάφος του αγίου Νικολάου στο Μπάρι ανοίχτηκε τη νύχτα της 5ης προς την 6η Μαΐου του 1953, επειδή έπρεπε να γίνουν αναστηλωτικά και αναπαλαιωτικά έργα στη Βασιλική του Αγίου Στεφάνου. Με την ευκαιρία αυτή έγινε αναγνωριστικός έλεγχος και καταμέτρηση των οστών που βρέθηκαν στον τάφο από τον καθηγητή της Ανατομίας του Πανεπιστημίου του Μπάρι Luigi Martino, με τη βοήθεια του Δρ. Venezia Luigi. Μετά, τα λείψανα τοποθετήθηκαν σε γυάλινη κάψα και τέθηκαν σε προσκύνημα στη Βασιλική του Αγίου.
Το 1957, ο ίδιος καθηγητής, με τον ίδιο βοηθό πραγματοποίησαν μια δεύτερη εξέταση των λειψάνων, τα οποία αμέσως μετά τοποθετήθηκαν στη σαρκοφάγο από όπου τα είχαν βγάλει αρχικά. Επρόκειτο για μια «ανατομική ανθρωπολογική μελέτη, που απέβλεπε στον προσδιορισμό και την αποτύπωση της εικόνας και των χαρακτηριστικών των οστών και κυρίως στην ανασύνθεση της φυσικής εμφάνισης ή ακόμη και της εικονογραφικής μορφής του ατόμου, στο όποιο άνηκαν τα υπό εξέταση οστικά λείψανα».[1]
Η εξέταση απέδειξε ότι πολλά τμήματα των οστών έλειπαν, και ότι η κάρα είχε διατηρηθεί καλύτερα από τα υπόλοιπα. Παράλληλα, όταν ανοίχτηκε ή σαρκοφάγος, τα οστά βρέθηκαν βουτηγμένα σ’ ένα υγρό διαυγές, άχρωμο και άοσμο, σαν νερό που βγαίνει από βράχο. Όσα οστά βρίσκονταν πάνω από τη στάθμη του υγρού, που έφτανε στα 2-3 εκ. μ. από τον πυθμένα της σαρκοφάγου, ήταν υγρά όπως και τα εσωτερικά τοιχώματα της. Επίσης από αυτό το υγρό ήταν γεμάτες οι μυελοκυψέλες των σπογγωδών οστών. Η εξέταση του υγρού στα Ινστιτούτα Χημείας και Υγιεινής του Πανεπιστημίου του Μπάρι έδειξε ότι επρόκειτο για νερό καθαρό, ελεύθερο από άλατα και στείρο από μικροοργανισμούς. Οι ρωμαιοκαθολικοί του έχουν δώσει τη χαρακτηριστική ονομασία «Manna». Τα σχετικά Αγιολογικά κείμενα αναφέρουν ότι και όταν οι ναυτικοί από το Μπάρι έσπασαν την πλάκα, του τάφου του Αγίου στα Μύρα, για να πάρουν τα λείψανα, τα βρήκαν μέσα σε «Θείο μύρο», (άλλοι γράφουν Sanctus liguor ή oleum). Σύμφωνα με τον ερευνητή καθηγητή, η ύπαρξη του υγρού αυτού στη σαρκοφάγο επέδρασε ευεργετικά στην καλύτερη συντήρηση των οστών όλους αυτούς τους αιώνες που πέρασαν. Η μελέτη των οστών έδειξε ότι ο κάτοχός τους έπασχε από αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα και διάχυτη ενδοκρανιακή υπερόστωση. Θεωρείται ότι αυτά πρέπει να κληροδοτήθηκαν στον Άγιο από κάποια υγρή φυλακή, όπου θα πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του και μάλιστα σε προχωρημένη ηλικία, όπως μαρτυρούν τα σχετικά αγιολογικά κείμενα. Ο ίδιος καθηγητής εκτέλεσε ανάπλαση της μορφής του αγίου Νικολάου με βάση τα οστά της κάρας του, και το αποτέλεσμα έμοιαζε με τη μορφή του αγίου όπως εικονίζεται στο Παρεκκλήσιο του Αγίου Ισιδώρου της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου Βενετίας
Ο Ιστορικός Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Ψαρών Ο σημαντικότερος ναός του Άγιου στον Ελλαδικό χώρο βρίσκεται στα Ψαρά.Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ψαρών, ένα «σπίτι» μεγαλόπρεπο για τον προστάτη των Ναυτικών και «η Μητρόπολη του Αιγαίου» όπως έχει χαρακτηριστεί, άρχιζε να κτίζεται από το 1785. Χρόνια της μαύρης σκλαβιάς , αλλά και χρόνια που η ναυτιλία των Ψαρών, άρχιζε να αναπτύσσεται. Κουβαλούσαν οι Ψαριανοί τα μάρμαρα από τα Θυμιανά της Χίου, από νησιά του Αιγαίου, αλλά και από πιο μακριά: από τη Μάλτα και τη Μασσαλία! Κουβαλούσαν και οι Ψαριανές τα κεράσματα στους εργάτες μέσα στα πιο όμορφα πιάτα που είχαν στο νοικοκυριό τους. Κι όταν τελείωσε το χτίσιμο τα πήραν οι εργάτες και τα εντοίχισαν στο εξωτερικό του ναού και μένουν μέχρι σήμερα μαρτυρία της ευλάβειας και της προσφοράς...!
Το μήκος του ναού είναι 28 μέτρα, 14 το πλάτος και φτάνει μέχρι τα 24 μέτρα ύψος. Για το φωτισμό του είχαν σχεδιαστεί 67 παράθυρα και 8 πόρτες. Σήμερα υπάρχουν 51 και 7 αντίστοιχα. Είναι ναός τρισυπόστατος, ανακάτεμα Βασιλικής μετά τρούλου με μαρμάρινο τέμπλο, με κολώνες που καταλήγουν σε χρυσό στεφάνι πριν αρχίσει το κιονόκρανο. Το κωδωνοστάσιο (καμπαναριό) αντικατέστησε το παλιό που γκρεμίστηκε. Τα σκεύη του ναού, όλα τα αφιερώματα μεγάλης αξίας, όπως και τα ιερά σκεύη που είχε δωρίσει ο Βαρβάκης, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, καντήλια αργυρά και επίχρυσα, εικόνες από καθαρό ασήμι, όλα λεηλατήθηκαν στην καταστροφή του νησιού το 1824. Από αυτά, μόνο το ιερό ευαγγέλιο σώζεται σήμερα.
Τη χρονιά που γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793) ολοκληρώθηκε ο ναός. Καταστράφηκε το 1824 και ανακαινίστηκε το 1863, όταν μετά την Καταστροφή οι Ψαριανοί άρχισαν να ξαναμαζεύονται στο νησί τους. Αξίζει ν' ανεβεί κανείς τα 60 σκαλοπάτια και να επισκεφτεί την εκκλησία που προσκύνησε ο Κανάρης πριν να ξεκινήσει για το μεγάλο του κατόρ
Άγιος Νικόλαος και Άγιος Βασίλης (Santa Claus) Στη Δύση η γιορτή του αγίου Νικολάου, που λέγεται Santa Claus, συνδέεται με τα Χριστούγεννα και με την ανταλλαγή δώρων που γίνεται τότε. Και στην Ελλάδα ταυτίζεται η μορφή του Άγιου Βασίλη (Santa Claus) που φοράει κόκκινα ρούχα και έχει λευκή γενειάδα με τον άγιο Βασίλειο, στην ουσία όμως ο συμβολισμός αναφέρεται στον άγιο Νικόλαο και περιέχει στοιχεία από παγανιστικές, προχριστιανικές δοξασίες για τον "πατέρα του χιονιού" κτλ
. Παιδική Ηλικία του Αγίου Σάββα, και αποταγή του κόσμου. Ασκητικοί αγώνες εις την Μονήν των Φλαβιανών (439-456)
Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος εγεννήθη κατά το έτος 439 από της Χριστού Γεννήσεως υπό γονέων ευσεβών και πλουσίων, του Ιωάννου και της Σοφίας, εις την κώμην Μουταλάσκην της Καππαδοκίας. Ο πατήρ του, στρατιωτικός ων και αναγκασθείς να μεταβή μετά της συζύγου του Σοφίας εις την Αλεξάνδρειαν δια υπηρεσιακούς λόγους, ανέθεσε την ανατροφήν του μικρού Σάββα εις τον εκ μητρός θείον του Ερμίαν, ότε ο Άγιος ήτο πέντε μόλις ετών.
Μετ' ολίγον καιρόν, δυσαρεστηθείς ο Σάββας από την συμπεριφορά της συζύγου του θείου του και από την επακολουθήσαν διαμάχην μεταξύ των θείων του Ερμίου και Γρηγορίου δια την ανατροφήν του και την διαχείρισιν της περιουσίας των γονέων του περιφρόνησε τον κόσμον και ενετάγη εις μοναστήριον πλησιόχωρον της γενέτειράς του ονομαζόμενον «Φλαβιαναί». Εκεί επεδόθη αφ' ενός εις την εκμάθησιν του ψαλτηρίου και των μοναχικών υποχρεώσεων, αφ' ετέρου εις την άσκησιν των θεοειδών αρετών και διέπρεψεν εις την εγκράτειαν, την σωματικήν κακοπάθειαν, την ταπεινοφροσύνην και την υπακοήν, δια των οποίων εφάνη υπέρτερος πάντων των συμοναστών του, εξήκοντα ή και εβδομήκοντα τον αριθμόν. Θέλων δε ο Θεός να προμηνύση την αγιότητα, εις την οποίαν θα έφθανεν ο Σάββας, τον εχαρίτωσε με ακράδαντον και θαυματουργόν πίστην: κάποτε εισήλθεν εις ανημμένον φούρνον, αφού καθωπλίσθη δια του σημείου Σταυρού, και σώος και αβλαβής εξήγαγε αβλαβή τα ενδύματα, τα οποία ο αρτοποιός είχεν λησμονήσει.
2. Μετάβασις εις Παλαιστίνην. Άσκησις εις το κοινόβιον του Αγ. Θεοκτίστου και πλησίον του Μ. Ευθυμίου (456-473)
Έχων συμπληρώσει εν ταις Φλαβιαναίς δέκα έτη αγώνων, εζήτησε από τον Ηγούμενον ευλογίαν, δια να απέλθη οριστικώς εις την Αγίαν Πόλιν Ιερουσαλήμ, καθόσον επεθύμει να αναβαίνη διαρκώς από δόξης εις δόξαν, ησυχάζων εις την έρημον. Ο Ηγούμενος του παρέσχε την άδειαν έπειτα από θεϊκήν οπτασίαν, και ούτως ο Σάββας, εις ηλικίαν δεκαοχτώ ετών, αφίχθη εις Ιεροσόλυμα και εφιλοξενήθη εις την Μονήν του Αγίου Πασσαρίωνος, όπου και διήλθε τον χειμώνα του έτους 456 προς 457 μ.Χ. Παρά τας προτροπάς του Αρχιμανδρίτου Ελπιδίου και ετέρων αδελφών να μείνη πλησίον των, ο Σάββας είχε διαρκώς κατά νουν να συναριθμηθή με τους αναχωρητάς, οι οποίοι ησκούντο υπό την εποπτείαν του θαυματουργού και λάμποντος φωστήρος Ευθυμίου του Μεγάλου, δια τούτου δε έλαβε την ευλογία από τον Ελπίδιον και μετέβη προς συνάντησιν του Μ. Ευθυμίου.
Ο Ευθύμιος αρνήθη να κρατήση τον Σάββαν εις την Λαύραν του, αντιθέτως απέστειλεν αυτόν εις την Μονήν του Αββά Θεοκτίστου, μηνύων εις εκείνον να φροντίση τον Σάββαν, διότι ούτος θα εγίνετο διαπρεπής εις την μοναστικήν ζωήν, αυτό το έπραξεν ο Μ. Ευθύμιος, δια να δώση και εν υπόδειγμα εις τον Σάββαν να μη δέχηται νέους αγενείους, όταν θα ίδρυε την ιδικήν του περιφανή Λαύραν και θα καθίστατο νομοθέτης και αρχηγός πάντων των κατά Παλαιστίνην αναχωρητών. Ο νεαρός Σάββας εδέχθη την οδηγίαν του Μ. Ευθυμίου ως θέλημα θεού και εισελθών εις την υπακοήν του Αββά Θεοκτίστου ενέτεινε τους προτέρους του αγώνας, εις την νηστείαν, αγρυπνίαν, ταπεινοφροσύνην και υπακοήν προσέθεσε την αγάπην και επιτηδειότητα εις τας εκκλησιαστικάς ακολουθίας, την αποδοτικωτάτην διακονίαν και εξυπηρέτησιν των λοιπών μοναχών, εν γένει δε διαγωγήν παντελώς άψογον.
Με τοιάυτην θαυμαστήν πολιτείαν διήνυσεν ο Άγιος Σάββας δέκα έτη, μέχρι θανάτου του αγίου Θεοκτίστου, και ακόμη δύο, μέχρι της κοιμήσεως του διαδόχου του θεοκτίστου, Μάριδος. Από τον νέον Ηγούμενον Λογγίνον ο Άγιος εζήτησε να του επιτρέψη την ησυχαστικήν ζωήν, έχων ο Λογγίνος κατά νούν την υψηλοτάτην αρετήν του Σάββα, λαβών δε και την σύμφωνον γνώμην του Μ. Ευθυμίου του την επέτρεψεν, έκτοτε και επί πέντε έτη ο Άγιος Σάββας διέμενε κατά τας πέντε ημέρας της εβδομάδας νήστις εις εν σπήλαιον νοτίως της Μονής, εις το οποίον προσηύχετο και ειργάζετο, μόνον δε κατά τα Σάββατα και τας Κυριακάς επέστρεφεν εις την Μονήν, δια να μεταφέρη το προϊόν του εργοχείρου του και να λάβη μέρος εις τας κοινάς προσευχάς. Καθ' όλην την Τεσσαρακοστήν, ο Άγιος Σάββας διέμενε μετά του Μ. Ευθυμίου και του μακαρίου Δομετιανού, μαθητού εκείνου, εις την πανέρημον του Ρουβά, μεταξύ του χειμάρρου των Κέδρων και της Νεκράς θάλασσας, εν νηστεία, ολιγοποσία, προσευχή και αγρυπνία. Την συμήθειαν αυτήν διετήρησεν ο Άγιος και εις τα μετέπειτα έτη. Εις τας 20 Ιανουαρίου του 473 ο μέγας πατήρ ημών Ευθύμιος εκοιμήθη εν ειρήνη.
3. Απομόνωσις του Αγίου Σάββα εις την έρημον. Ίδρυσις της Ιεράς Λαύρας και ανάδειξις του Αγίου εις αρχηγών των αναχωρητών (473-493)
Τότε ο Άγιος Σάββας, κατά το τριακοστόν πέμπτον έτος της ηλικίας του, δεν ηθέλησε να επιστρέψη εις το κοινόβιον, άλλ' απήλθε προς την ανατολικήν έρημον του Ρουβά και Κουτυλά, την ιδίαν περίοδον κατά την οποίαν ο Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης έλαμπεν εν τη ερήμω του Ιορδάνου. Εις την έρημον ταύτην, όπου συνεδέθη πνευματικώς και με τον Άγιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην μέσω του μοναχού Άνθου, διέμεινεν ο Άγιος Σάββας τέσσερα έτη. Τότε εκέρδισε την κατά των δαιμόνων και των θηρίων πλήρη αφοβίαν, άλλα και το σέβας των βαρβάρων, χάρις εις την εις Θεόν πίστην του και την αρετήν του. Μετά ταύτα, προσταχθείς υπό αγγέλου επάνω εις το όρος της Ευδοκίας, μετώκησεν εις την ανατολικήν πλευράν του Χειμάρρου των Κεδρών, εις σπήλαιον, το οποίον εως σήμερον δείκνυται ως το Σπήλαιον του Άγίου Σάββα, έναντι της Λαύρας. Μετά πέντε έτη, ήρχισαν να συναθροίζονται πλησίον του οι ερημίται και αναχωρηταί, ως εβδομήκοντα τον αριθμόν, άνδρες ουράνιοι και χαριτοφόροι, οι οποίοι απετέλεσαν και την πρώτην συνοδείαν της Λαύρας, εν έτει 483. Μετά την πρώτην οργάνωσιν της Λαύρας και την ανάβλυσιν αγιάσματος θαυματουργικώς, διά της προσευχής του Αγίου, ο άγιος Σάββας είδεν εις την δυτικήν όχθην, απέναντι του σπηλαίου του, να υψώνεται εώς τον ουρανόν στύλος πυρός. Ερευνήσας τον τόπον του θαύματος αυτού την επόμενη ημέραν, ανεύρε το θεόκτιστον σπήλαιον, το οποίον είχε κατάλληλον μορφήν δια να γίνη ναός. Αυτόν κατέστησε κέντρον της Λαύρας ο Αγ. Σάββας, οργανώσας και τας υπολοίπους υπηρεσίας. Η συνοδεία του έφθανε τότε τους εκατόν πενήντα μοναχούς.
Θα ήτο όμως αδύνατον να μη ενταθώσιν οι πειρασμοί και τα σκάνδαλα του διαβόλου, εναντίον ενός τόσον Θεϊκού έργου. Ο Άγιος Σάββας υπέστη την περιφρόνησιν και συκοφαντίαν εκ μέρους ιδικών του μοναχών, οι οποίοι εζήτησαν από τον πατριάρχην Σαλλούστιον την αντικατάστασιν του εις την ηγουμενίαν. Ο πατριάρχης Σαλλούστιος αντ' αυτού, γνωρίζων την αγιότητα του Σάββα, τον εχειροτόνησε πρεσβύτερον, και ενεκαινίασε την Θεόκτιστον Εκκλησία την 12ην Δεκεμβρίου του 491.
Η επί γής ουράνιος πολιτεία του Αγ. Σάββα εσυνεχίζετο: η προσέλευσις μοναχών, και δή Αρμενίων, ελκόμενων από το παράδειγμα του Αγίου, ηύξανε, το ίδιον και η άσκησις και τα θαύματα του Αγίου, ο οποίος κατά τας Μ. Τεσσαρακοστάς διήνυε εις την πανέρημον ζωήν υπεράνθρωπον. Εις την Λαύραν προσήλθεν ο οσιώτατος Ιωάννης, επίσκοπος Κολωνίας, ως απλούς μοναχός, ο οποίος αργότερον κατέστη περιβόητος δια την αρετήν του. Το 492 ο Άγιος Σάββας ήλθεν εις το φρούριον του Καστελλίου, εν τη ερήμω βορειοανατολικώς της Λαύρας και αφού εξεδίωξε τους δαίμονας, οι οποίοι ενεφώλευον εκεί, ωκοδόμησε κοινόβιον και ετοποθέτησε μοναστικήν αδελφότητα. Μετ' ολίγον καιρόν ο πατριάρχης Σαλλούστιος ανέδειξε τον μέν Σάββαν άρχοντα και νομοθέτην πάντων των αναχωρητών και κελλιωτών, των υπαγομένων εις την Αγίαν Πόλιν, τον δε Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην αρχηγόν και αρχιμανδρίτην πάντων των κοινοβίων. Δια τούτο ο Άγιος Σάββας έλεγε χαριέντως προς τον Θεοδόσιον ότι ο ίδιος ήτο «ηγούμενος ηγουμένων», ενώ ο Θεοδόσιος «ηγούμενος παιδίων», δηλαδή αρχαρίων.
4. Οικοδόμησις του Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Αποχώρησις του Αγίου εκ της Λαύρας (494-508)
Το έτος 494 μ.Χ. ήρχισαν και αι εργασίαι ανοικοδομήσεως της Μεγάλης Εκκλησίας της Θεοτόκου, της οποίας τα εγκαίνια εγένεντο αρκετά έτη αργότερον, την 1ην Ιουλίου του ε΄τους 502 μ. Χ., διότι ο Θεόκτιστος Ναός και ο μικρός ευκτήριος οίκος δεν επήρκουν δια τας λατρευτικάς αν'αγκας της Λαύρας.
Ωστόσο οι μαθηταί, που είχον προ ολίγων ετών κατηγορήσει τον Άγιον, εστασίασαν και πάλιν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ηναγκλασθη ο Άγ. Σάββας, διά να μη τους παροξύνη επί πλέον, να αποχωρήση από την Λαύραν. Η απουσία του διήρκησε πέντε έτη (503-508 μ.Χ.), κατά τα οποία συνέστησε δύο νέα κοινόβια εις τα Γάδαρα και Νικόπολιν, εις τόπους όπου προσήρχοντο προς αυτόν πιστοί, δια να μονάσουν κοντά του. Τελικώς η αποκατάστασις του εις την θέσιν του Ηγουμένου είχεν ως αποτέλεσμα την φυγήν των στασιαστών από την Μεγίστην και την εγκαταβίωσιν των εις την Νέαν Λαύραν. Και όμως ο ανεξίκακος Άγιος και εκεί τους βοήθησε να κτίσουν και διοργανώσουν την Λαύραν των, εγκατέστησε δε εις αυτούς και Ηγούμενον αγιώτατον, τον Ιωάννην.
5. Ίδρυσις νέων Μονών, πρώτη μετάβασις εις Κωνσταντινούπολιν και αγών κατά του Μονοφυσιτισμού (509-516)
Τα επόμενα έτη ο Άγιος επεδόθη εις την καλλιέργειαν των πνευματικών του τέκνων. Συνέστησε μέχρι θανάτου του άλλας δύο λαύρας, την του Επταστόμου (512 μ.Χ.) και την του Ιερεμίου (531μ.Χ.), και άλλα δύο κοινόβια, το του Σπηλαίου (509μ.Χ.) και το του Σχολαρίου (512μ.Χ.), πλήν των ως άνω αναφρθέντων. Την τελευταίαν εικοσαετίαν της ζωής του ελάμπρυναν όμως και άλλαι θαυμασταί πράξεις, αι οποίαι έσχον τεράστιαν σημασίαν δια την εκκλησιαστικήν άλλα και παγκόσμιαν ιστορίαν. Υπό την πίεσιν των μεθοδεύσεων του μονοφυσίτου αυτοκράτορος Αναστασίου (491-518) και των πρωτοστατών του Μονοφυσιτισμού «Ακεφάλων» Σευήρου, Φιλοξένου και Σωτήρχου αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι της Ανατολής περιήρχοντο σταδιακώς εις τας χείρας μονοφυσιτών επισκόπων. Ο Άγιος Σάββας, μετά από παρακίνησιν του Ορθοδόξου πατριάρχου Ιεροσολύμων Ηλία (494-516), μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν το 512, όπου κατώρθωσε διά της φήμης του άλλα και της αγιότητός του να πείσει τον αυτοκράτορα να αναστείλει την εξορίαν του Ηλία. Τότε το επόμενον έτος η εκτόπισης του Ορθόδοξου πατριάρχου ετέθη υπό του αυτοκράτορος εις εφαρμογήν, ο Άγιος Σάββας συνεκέντρωσεν εις Ιεροσόλυμα όλους τους μοναχούς της ερήμου, δια να προφυλάξη τον Ηλίαν, και αναθεμάτισε τους αιρετικούς απεσταλμένους του αυτοκράτορος. Παρόμοιαν κινητοποίησιν των ερημιτών εφήρμοσε τρία έτη αργότερον, το 516 μ. Χ., προκειμένου να στηρίξει εις την Ορθοδοξίαν τον νέον Πατριάρχην Ιεροσολύμων, Ιωάννην Γ' (516-524), βοηθούμενος υπό του Αγ. Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου. Η κινητοποίησις αυτή διεφύλαξε την Εκκλησίαν Ιεροσολύμων εν ορθή πίστη. Καθ' ήν στιγμήν αι Εκκλησίαι Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρίας και αντιοχείας είχον περιέλθει υπό μονοφυσίτας πατριάρχας. Μετ΄ολίγον η Ορθοδοξία αποκατεστάθη πανταχού.
6. Συνέχισης της οσιακής του Αγίου Σάββα ζωής. Συνάντησις μετά του Ιουστινιανού εν Κωνσταντινούπολει. Κοίμησις του Αγίου (516-532)
Η Δευτέρα μετάβασις του Αγίου Σάββα εις την Βασιλεύουσαν έλαβε χώραν περίπου είκοσιν έτη μετά την πρώτην, το 530 μ. Χ., όταν ο Άγιος ήτο ενενήκοντα ετών. Ο Άγιος επέτυχεν εκεί την απαλλαγήν της Παλαιστίνης από τα σκληρά μέτρα, τα οποία ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ήθελε να επιβάλλει συνέπεια των ταραχών, τας οποίας είχε προκαλέσει η εξέγερσις Σαμαρειτών και Ιουδαίων (529). Ο Άγιος παρώτρυνε ακόμη τον ευσεβή βασιλέα, ο οποίος είχεν αντιληφθεί ο ίδιος δι' οπτασίας την αγιότητα του Σάββα, να προβεί εις δίωξιν των αιρέσεων Αρείου, Νεστορίου και Ωριγένους και εις κοινωφελή έργα εις την Παλαιστίνην, έναντι των οποίων θα απεκόμιζεν επέκτασιν της αυτοκρατορίας εις την Αφρικήν και Ιταλίαν. Πράγματι η προφητεία και ευλογία αυτή του Αγ. Σάββα εξεπληρώθη . Αι νίκαι των στρατηγών Βελισσαρίου και Ναρσή έφεραν και πάλιν τα δυτικά τμήματα της Αυτοκρατορίας υπό τον αυτοκράτορα της Πόλεως. Τοσαύτη ήτο η προφητική χάρις του Αγίου Σάββα.
Πόσα εκ των θαυμάτων του Αγίου δύναται κάποιος να διηγηθή και ποιόν να θαυμάσει πρώτον. Η χάρις του έφθασε και εώς του να λύση με την προσευχή του πενταετή ανοβρίαν εις Ιεροσόλυμα, την οποίαν είχε προκαλέσει η άδικος εκτόπισις του πατριάρχου Ηλία και η δι' αυτήν οργή του Θεού (520 μ.Χ.). Όμως η επιστροφή του εκ της Βασιλευούσης εσήμανε και την αρχήν του τέλους της επιγείου πολιτείας του. Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος ανεπαύθη εκ των κόπων του εν Κυρίω την 5ην Δεκεμβρίου του 532 μ. Χ. Είχε ζήσει εις το κοινόβιον των Φλαβιανών δέκα έτη, ως του 18ου έτους της ηλικίας του, δεκαεπτά έτη εις το κοινόβιον του Αγίου Θεοκτίστου εις την Παλαιστίνην, και πεντήκοντα εννέα έτη εις τας ερήμους και εις την Μεγίστην Λαύραν. Κατά το έτος 547 το τίμιον λείψανόν του ευρέθη εντός του μνήματος σώον και αδιάλυτον, μετεφέρθη δε εις Κωνσταντινούπολιν πολλούς αιώνας αργότερον και εκείθεν υπό τους Σταυροφόρους εις Ενετίαν το 1204. Το 1965 επεστράφη οριστικώς εις την Μεγίστην αυτού Λαύραν. Η πρωτοφανής απήχησις της ζωής του εις τους πιστούς έσχεν ως αποτέλεσμα την συγγραφήν του Βίου του υπό Κυρίλλου του Σκυθοπολίτου ήδη κατά το 557 μ. Χ.
Εφ΄όσον κατά τους αψευδείς λόγους του Κυρίου Ιησού Χριστού το ποιόν των ανθρώπων γνωρίζεται από τους καρπούς των, η περαιτέρω πορεία της Ιεράς και Μεγίστης του Οσίου Σάββα Λαύρας αποτελεί καρπόν της θεϊκής αρετής του Αγίου και απόδειξιν της δόξης και παρρησίας, ας εύρε πλησίον του Θεού, διά των οποίων σώζει άχρι τούδε το κυριότερον μοναστικόν καθίδρυμα της κατά Ιουδαίαν ερήμου. Αληθώς προκαλούν τον θαυμασμόν, όχι μόνο τα απειράριθμα θαύματα του Οσίου άλλα και η απήχησις της μοναστοκής ζωής της Λαύρας του, η οποία απετέλεσε πρότυπον και καθοριστικόν παράγοντα εις την διαμόρφωσιν της μοναχικής ζωής και της λατρευτικής τάξεως της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας, εκτός του ότι πρόσφερε πληθύν αγίων ανδρών, γνωστών και αγνώστων, ανάμεσον των οποίων διαλάμπει ιδιαιτέρως ο μέγιστος θεολόγος του 8ου αι. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Η τιμή του Αγίου Σάββα διεδόθη τάχιστα από την Ρώμην ως και τον Καύκασον Γεωργίαν. Οι διάδοχοί του εις την Ηγουμενίαν ανέδειξαν την Λαύραν προπύργιον της Ορθοδοξίας εις την Παλαιστίνην κατά του Ωριγενισμού, Μονοθελητισμού, Εικονομαχίας και Παπισμού με πανορθόδοξον εμβέλειαν. Μετά τους μέσους χρόνους η Λαύρα ανεδείχθη ακόμη και παιδευτήριον της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος, τα μέλη της οποίας ελάμβανον εν τη Λαύρα προπαιδείαν της μοναχικής πολιτείας και πείραν των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Πάντα ταύτα οφείλονται εις την πρεσβείαν και το παράδειγμα του Αγίου Σάββα: « Λαμπρά του πεφωτισμένου πατρός ημών Σάββα τα θεία χαρίσματα, η μέν πολιτεία ένδοξος, ο δε βίος ενάρετος και η πίστις ορθόδοξος. Και τούτο μέν εκ μέρους ήδη διά των ειρημένων απεδείχθη».
Η Αγία μεγαλομάρτυς Βαρβάρα γεννήθηκε το 290 μ. Χ. στην αρχαία πόλη της Κοίλης Συρίας Ηλιούπολη, σημερινή πόλη του Λιβάνου με το όνομα Μπαλμπέκ ( πόλη του Βάαλ = του ηλίου) επί Ρωμαίου αυτοκράτορος Μαξιμιανού, μεγάλου διώκτη των χριστιανών. Ο πατέρας της Διόσκορος ήταν έπαρχος, τοπικός διοικητής της Ηλιούπολης, πλούσιος με κοσμική λάμψη και δύναμη, φανατικός όμως ειδωλολάτρης. Για να προφυλάξει την μονάκριβη και πανέμορφη κόρη του και να τη διατηρήσει αγνή και άφθορη έκτισε ένα πύργο μέσα στον οποίο υπήρχε ένα πολυτελές σπίτι. Εκεί εγκατέστησε την Βαρβάρα μέχρι να έλθει σε ηλικία γάμου.
Ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής που γράφει το βίο και το μαρτύριο της ( P.G. 116, 302-316) αναφέρει ότι η χάρη του Αγίου Πνεύματος την οδήγησε και τη φώτισε να γνωρίσει τον αληθινό Θεό. Σε άλλα μαρτυρολόγια γράφεται ότι μια χριστιανή που ήταν στην υπηρεσία της την μύησε στον χριστιανισμό και κάποιος ιερέας την βάπτισε. Επειδή διακρινόταν για την ευγενική καταγωγή και τον πλούτο της πολλοί την ζήτησαν σε γάμο. Ο πόθος της αγνότητος όμως είχε καταλάβει τη ψυχή της γι’ αυτό αρνήθηκε επίμονα τις προτάσεις. Ο πατέρας της δεν την πίεσε αλλά πίστευε ότι θα αλλάξει γνώμη με τη πάροδο του χρόνου. Ο Διόσκορος έμαθε από τη Αγία Βαρβάρα ότι είναι χριστιανή… εξ αιτίας μιάς παρεμβάσεως στην κατασκευή ενός λουτρού. Η αγία έδωσε διαταγή στους τεχνίτες να κατασκευάσουν τρία παράθυρα αντί δύο που διέταξε ο πατέρας της. Όταν αυτός ζήτησε εξήγηση από την κόρη του αυτή του είπε ότι το φώς των τριών παραθύρων φωτίζει κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο εννοώντας το φως του Τριαδικού Θεού. «Έκαμε το σημείο του Σταυρού· και εν συνεχεία, δείχνοντας τα τρία δάκτυλα της, του είπε: Κοίτα, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα· από το φως αυτό όλη η κτίση φωτίζεται νοερώς και λάμπει». Αυτή η διαφορετική άποψη, η διαφορετική αντίληψη και πίστη από την δική του τον οδήγησε στη θηριωδία. Ξεχνώντας ότι είναι πατέρας έγινε τύραννος και φονιάς. Την κατεδίωξε με το ξίφος για να την σκοτώσει. Η Αγία με θαύμα διασώθηκε. Ο πατέρας της γεμάτος θυμό και οργή έψαξε και τη βρήκε σε ένα βουνό τη μαστίγωσε ανηλεώς και μέ βία την οδήγησε στο ηγεμόνα Μαρκιανό καταγγέλοντάς την ότι αρνήθηκε τους πάτριους θεούς. Από τη στιγμή εκείνη άρχισε το μαρτύριο της αγίας. Στην αρχή ο Μαρκιανός μεταχειρίστηκε κολακείες παρακαλώντας την να θυσιάσει στους θεούς. Βλέποντας το άκαμπτο φρόνημα της άρχισε τα βασανιστήρια. Την κτύπησαν με σκληρά βούνευρα, έτριβαν τις πληγές της με τρίχινα υφάσματα για αισθάνεται περισσότερους πόνους, ενώ το αίμα της κατακοκκίνησε όλο το έδαφος. Μετά την έκλεισε στη φυλακή. Εκεί εμφανίστηκε ο Κύριος, ο οποίος θεράπευσε τις πληγές της και ήταν «ωσάν να μήν υπήρχαν εξαρχής, εξαφανίστηκαν από το σώμα της και δεν φαινόταν ούτε ίχνος». Βλέποντας τα θαυμαστά γεγονότα η Ιουλιανή, μια γυναίκα θεοσεβής, πίστεψε και προετοίμασε τον εαυτό της για το μαρτυρίο. Όταν εμφανίστηκε για δεύτερη φορά μπροστά στον Μαρκιανό όλοι εξεπλάγησαν γιατί στο «σώμα της δεν διακρινόταν ούτε η παραμικρή αμυχή, ούτε ο ελάχιστος μώλωπας». Ο ηγεμόνας απέδωσε τη θεραπεία στους Θεούς του. Η αγία Βαρβάρα όμως του εξήγησε ότι η θεραπεία έγινε από τον Χριστό που είναι «ο Υιός του ζώντος Θεού, τον οποίον εσύ δεν μπορείς να δεις, γιατί τα μάτια της ψυχής σου είναι τυφλωμένα από το βαθύ σκοτάδι της ασεβείας». Εξοργισμένος ο Μαρκιανός διέταξε «να ξεσχίσουν με σιδερένια νύχια τις πλευρές της Μάρτυρος· …να τις κατακαίνε με πύρινες λαμπάδες τα ήδη ξεσκισμένα από τα σιδερένια νύχια μέλη της και να της χτυπάνε με σφυρί τήν τίμια κεφαλή της». Κατεδίκασε δε στα ίδια μαρτύρια και την Ιουλιανή που συμπαραστεκόταν χύνοντας δάκρυα για την αγία Βαρβάρα. Η μάρτυς του Χριστού υπέμενε το μαρτύριο προσευχόμενη στον Χριστό. Μετά διαταγή του τυράννου απεκόπησαν με σμίλη οι μαστοί των δύο γυναικών. Αφού φυλακίστηκε η Ιουλιανή, η αγία Βαρβάρα οδηγήθηκε σε διαπόμπευση γυμνή μέσα στους δρόμους της πόλης για να γελοιοποιηθεί. Ο Κύριος όμως εισάκουσε την προσευχή της: « Εσύ σκέπασε και τη δική μου γύμνωση και κάμε τα μέλη μου να γίνουν αθέατα στα μάτια των ασεβών, ώστε εγώ η δούλη σου, Χριστέ μου, να μή γίνω μυκτηρισμός και χλευασμός από αυτούς που στέκονται γύρω μας», εμφανίσθηκε σ’ αυτήν «πλημμύρισε την καρδιά της από χαρά και αγαλλίαση αφενός και αφετέρου την περιέβαλε με μιά αόρατη στολή· και αφού η Αγία έτσι πέρασε τη διαπόμπευση, παρέστη και πάλι στο μιαρό Μαρκιανό». Αυτός για να μη εξευτελιστεί περισσότερο επιχειρώντας τα αδύνατα διέταξε τον αποκεφαλισμό των δύο γυναικών. Σε όλα τα μαρτύρια της αγίας Βαρβάρας ήταν παρών ο κακούργος και παιδοκτόνος πατέρας της, ο Διόσκορος. Μόλις άκουσε την καταδικαστική απόφαση παρέλαβε την κόρη του για να την αποκεφαλίσει ο ίδιος. Οδηγήθηκε σε ένα κοντινό βουνό και παρκάλεσε τον Θεό: « Εσύ τώρα, Βασιλεύ, εισάκουσε την προσευχή μου, και όποιον στον οίκο του μνημονεύει το Όνομά σου και τα μαρτύρια μου για τη δόξα του Ονόματος σου, αυτόν και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του αξίωσε τους να μήν τους αγγίξει καμιά λοιμώδης νόσος ούτε κάτι άλλο από εκείνα που μπορούν να φέρουν στα σώματα βλάβη και πόνο». Μια παράδοξη φωνή ακούστηκε από τον ουρανό που καλούσε τις δύο μάρτυρες να πάνε εκεί και υποσχόταν την εκπλήρωση των αιτημάτων της Αγίας Βαρβάρας. Η αγία Βαρβάρα, καρπός καλός από δένδρο φαύλο, δέχθηκε από το ξίφος του πατέρα της την τελείωση της. Όπως αναγράφεται στους στίχους του συναξαρίου: «Ξίφει πατήρ θύσας σε, μάρτυς Βαρβάρα, υπήρξε άλλος Αβραάμ Διαβόλου» ( Ο πατέρας που σε θυσίασε με το ξίφος, μάρτυς Βαρβάρα, υπήρξε άλλος Αβραάμ αλλά του διαβόλου). Ο πατέρας αμέσως τιμωρήθηκε από τη θεία δίκη. « Ενώ κατέβαινε από το βουνό, χτυπήθηκε από κεραυνό, και εκβλήθηκε παντελώς από τη ζωή…Η λάμψη και ο κρότος του θεήλατου εκείνου πυρός, του κεραυνού, έφτασε μέχρι τον ηγεμόνα Μαρκιανό». Τα σώματα των αγίων τα ενεταφίασε ένας ευσεβής και φιλόθεος άνδρας, ο Ουαλεντίνος σε ένα τόπο που ονομάζεται Γελασσός κοντά στην Ηλιούπολη. Το ιερό λείψανο μετακομίστηκε στην Κων/λη απο τον Λέοντα ΣΤ΄ το Σοφό και τοποθετήθηκε σε ναό επ’ ονόματι της αγίας. Τμήματα του λειψάνου μεταφέρθηκαν στην Βενετία και στο Κίεβο. Η εορτή της Αγίας Βαρβάρας έχει οριστεί επίσημη εορτή του Πυροβολικού σε πολλά κράτη του κόσμου. Ο τιμωρός αυτός κεραυνός που σκότωσε τον πατέρα της συμβολίζει τα πυρά του Πυροβολικού. Για πρώτη φορά έγινε επίσημος εορτασμός στην Ελλάδα την 4η Δεκεμβρίου 1829. Τότε έγινε δοξολογία και δόθηκε δείπνο, για τους αξιωματικούς και οπλίτες του Πυροβολικού. Η εικόνα της τοποθετείται στα ασπίδια των πυροβόλων όπλων.
Ο Ανδρέας (ή Ανδρεύς ή Ανδρείας) ήταν αδελφός του Σίμωνα Πέτρου[1]. Φέρει ελληνικό όνομα και καταγόταν από την πόλη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας[2]. Οι γονείς του ονομάζονταν Ιωνάς ή Ιωάννης[3] και Ιωάννα. Με τον αδελφό του, Σίμωνα Πέτρο, μετερχόταν το επάγγελμα του ψαρά στη λίμνη της Τιβεριάδος. Η Καινή Διαθήκη ουσιαστικά σιωπά για το πρόσωπό του ενώ οι σχετικές παραδόσεις και θρύλοι πολλαπλασιάζονται από τον 3ο αιώνα και ιδιαίτερα κατά τον 8ο και 9ο αιώνα.
Ο Ανδρέας μαζί με τον αδελφό του τον Πέτρο ήταν οι πρώτοι που κλήθηκαν και ακολούθησαν τον Χριστό. Έτσι, ο Ανδρέας αποκαλείται και «Πρωτόκλητος». Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά την Πεντηκοστή και το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, με τον αδερφό του Πέτρο και άλλους μαθητές βρέθηκαν στη Σινώπη του Ευξείνου Πόντου και εκεί έδρασε ανάμεσα στους Εθνικούς και Ιουδαίους, έχοντας ως ορμητήριο μια νησίδα κοντά στη Σινώπη. Από τη Σινώπη ο Ανδρέας μαζί με το Ματθία και άλλους μαθητές πήγαν στην Αμισό (Σαμψούντα), όπου ίδρυσαν Εκκλησία. Αφού περιήλθε τις περιοχές του Πόντου, της Ιβηρίας και την Παρθία γύρισε στα Ιεροσόλυμα μάλλον το 34 μ.Χ. για να γιορτάσει το Πάσχα με τους λοιπούς μαθητές.
Στη δεύτερη πορεία του, μέσω της Αντιοχείας, πήγε στην Έφεσο, τη Λαοδίκεια της Φρυγίας, την Οδυσσούπολη της Μυσίας, στη Νίκαια και την ευρύτερη περιοχή της Βιθυνίας, τη Νικομήδεια, τη Χαλκηδόνα, την Άμαστρη, για να καταλήξει και πάλι στη Σινώπη. Αργότερα επισκέφτηκε τη Σαμψούντα και την Τραπεζούντα, τους Αλανούς, τους Ζηκχούς, τους Βοσπορινούς και τους Χερσονήτες για να επιστρέψει στη Σινώπη. Στη συνέχεια πέρασε από το Βυζάντιο, την Ηράκλεια της Θράκης, τη Μακεδονία και την Πελοπόννησο με τελικό σταθμό την Πάτρα. Με ορμητήριο την Πάτρα ο Ανδρέας κήρυττε σε όλη την Αχαΐα την εποχή που ήταν ανθύπατοι ο Λεσβίος και ο διάδοχος του Αιγεάτης. Εκεί η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον οδήγησε στο μαρτύριο με σταυρικό θάνατο, πιθανώς την εποχή του διωγμού του Νέρωνα. Το λείψανό του έθαψε με ευλάβεια ο πρώτος επίσκοπος Πατρών Στρατοκλής.
Η παράδοση για χρήση χιαστού σταυρού κατά την θανάτωση του απόστολου Ανδρέα προέρχεται από τη Δύση και ανάγεται στο 10 με 12ο αιώνα. Η παράδοση που αναφέρει ότι σταυρώθηκε στην Πάτρα θεωρείται "μεταγενέστερη και αναξιόπιστη"[4] ενώ πιστεύεται ότι η παράδοση που θεωρεί ότι απόστολος Ανδρέας θεμελίωσε την εκκλησία του Βυζαντίου αποτελεί μεταγενέστερη επινόηση[5].
Η σκωτική παράδοση θεωρεί τον Ανδρέα προστάτη άγιό της από το 750 και θέλει το λείψανό του να μετακομίστηκε στη Σκωτία. Η σημαία των Πικτών και Σκώτων έφερε τον χιαστό Σταυρό, σύμβολο του μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος μετά την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία συμπεριελήφθη στην Αγγλική σημαία. Υπάρχει επίσης αρχαία ρωσική παράδοση για την εισαγωγή του χριστιανισμού στην Ρωσία από τον Απόστολο Ανδρέα, καθώς θρυλείται ότι έφτασε κηρύττοντας μέχρι το Κίεβο.
Ο Απόστολος Ανδρέας είναι πολιούχος της Πάτρας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον τιμά ως ιδρυτή του και πρώτο επίσκοπο Βυζαντίου και στις 30 Νοεμβρίου, ημέρα μνήμης του, τελεί τη θρονική του εορτή.
Απολυτίκιο (ήχος δ΄) Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος και του κορυφαίου αυτάδελφος τον Δεσπότην των όλων, Ανδρέα, ικέτευε, ειρήνην, τη οικουμένη δωρήσασθαι και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος. Απολυτίκιο έτερο (ήχος α΄) Φωνήν του βαπτιστού του βοώντος ακούσας αμνόν τον του Θεού ηκολούθησας χαίρων Ανδρέα παμμακάριστε, Αποστόλων πρωτόκλητε. Όθεν έθνεσι την σωτηρίαν κηρύξας και εν αίματι υπέρ Χριστού εναθλήσας αξίως τιμάσαι νυν. Κοντάκιο (ήχος β΄) Τον της ανδρείας επώνυμον θεηγόρον και μαθητών τον πρωτόκλητον του Σωτήρος Πέτρον τον σύγγονον ευφημήσωμεν ότι, πάλαι τούτω και νυν εκέκραγεν, ευρήκαμεν δεύτε τον ποθούμενον. Μεγαλυνάριο του Αγίου Ανδρέα Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής χαίροις σωφροσύνης και ανδρείας στήλη λαμπρά, χαίροις ο του πάθους κοινωνός του Κυρίου Απόστολε θεόπτα, Ανδρέα πάντιμε.
Ό Αγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας , μεταξύ του 400 και 500 μ.Χ. Ηταν ευλογημένος από την κοιλιά της μητέρας του ακόμη. Όσο μεγάλωνε , τόσο με την Χάριν του Θεού γινόταν κατοικητήριο του Άγιου Πνεύματος.
Απολυτίκιο
Στήλη έμψυχος της εγκρατείας, στύλος άσειστος της Εκκλησίας, Στυλιανέ ανεδείχθης μακάριε. ανατεθείς γαρ Θεώ εκ νεότητος, κατοικητήριον ώφθης του Πνεύματος. Πάτερ όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Εικόνα:enoriaka.gr
Aπό την παιδική του ηλικία έδειξε τα σπάνια προτερήματα της αγιασμένης ζωής του. Άν και ήταν και αυτός παιδί και νέος και έφηβος , μολονότι είχε κι εκείνος σάρκα , εν τούτοις δεν άφησε τις επιθυμίες να μολύνουν το πνεύμα και την ψυχή του. Ηταν αγνός , αγνότατος.
Δεν άφησε επίσης να τον κυρίευσει κανένα γηινό πάθος. Δεν επέτρεψε στα πλούτη και στην φιλοπλουτία να κυριαρχήσουν στην ψυχή του και να την υποτάξουν στην φθορά και στην απώλεια.
Με την δύναμη και την Χάρη του Θεού πολέμησε όλα τα δολώματα της φθαρτής και πρόσκαιρης ζωής. Φιλοσόφησε με την αληθινή σοφία του Θεού και είδε πόσο πρόσκαιρος και τιποτένιος είναι ο υλικός τούτος κόσμος. Αποφάσισε έπειτα να βαδίσει με την επιθυμία της ψυχής του. Η ψυχή του τον καλούσε σε αγώνες ηθικούς και ωραίους. Τον καλούσε στην άσκηση της αρετής. Του έδειχνε τον δύσκολο και δύσβατο δρόμο της αιωνίας ζωής , της παντοτεινής ευτυχίας.
H αγνή και πιστή καρδιά του υπάκουσε στην φωνή της ψυχής του. Και η πρώτη ενέργεια του ήταν να πούλησει την περιουσία του και να την μοιράσει στους φτωχούς της Εκκλησίας. Και όταν δεν του είχε απομείνει τίποτε πια από την πατρική κληρονομία , γεμάτος ανακούφηση και χαρά , είπε: «Πέταξα μια βαρειά άγκυρα , που με κρατούσε δεμένο κοντά στις επιθυμίες του φθαρτού σώματος. Πέταξα από πάνω μου τήν φθορά και την απώλεια. Τώρα ανοίγεται μπροστά μου πιο ευδιάκριτος ό δρόμος της αληθινής ζωής. Απαλλαγμένος , λοιπόν, ο Αγιος από τα φθαρτά , άλλα και συγχρόνως με ευτυχισμένη την καρδιά του , διότι μοίρασε τα πλούτη του σε φτωχούς δυστυχισμένους και σε θεάρεστα άλλα έργα , σκέφτεται πως θα ζήσει τιμιωτερα και αγιώτερα τη ζωή του.
Πόσο ανώτερον κάμνει τον άνθρωπο η διδασκαλία του Χριστού , από τη διδασκαλία των φιλοσόφων! Αυτό το βλέπωμε , εάν συγκρίνωμε την πράξη αυτή του Αγ. Στυλιανού με εκείνο που έκανε ένας αρχαίος φιλόσοφος , Κράτης ονόματι. Και εκείνος κατάλαβε ότι ο πλούτος είναι τύραννος. Τον δουλεύει ό άνθρωπος σαν αφεντικό του. Είναι σκλαβωμένος ο άνθρωπος στον πλούτο του και είναι δεμένος. Δεν είναι ελεύθερος. Γι΄αυτό και αυτός πήρε τα χρήματα του , ανέβηκε σ΄ έναν παραθαλάσσιο βράχο και από εκεί τα πέταξε στη θάλασσα , φωνάζοντας συγχρόνως: «Κράτης Κράτη τα ελεύθεροι». Εγώ δηλ. ό Κράτης με το να πετάξω τα λεφτά μου στη θάλασσα ελευθερώνω τον Κράτητα , τον εαυτόν μου.
Κι' o Κράτης ελευθερώθηκε μεν από τα χρήματα του , αλλά δέθηκε περισσότερο από τον εγωισμό του. Πέταξε τα χρήματα του για να του πούνε ένα «μπράβο». Οι οπαδοί του Χριστού όμως τα αποχωρίζονται , και συγχρόνως κτυπούν τα πάθη τους και κυρίως τον εγωϊσμόν. Αγωνίζονται να ελευθερωθούν από το τυραννικόν πάθος του εγωισμού , διότι και η φιλοπλουτία είναι παιδί του εγωισμού. Για να απαλλαγούν όμως από τα πάθη και τον εγωϊσμόν αρχίζουν ισόβιο αγώνα , έχοντας συγχρόνως και τη Θεία Χάρη βοηθόν. Ο Κράτης ένας ήταν αν που το έκαμε αυτό οδηγούμενος από τη φιλοσοφία , οι Χριστιανοί όμως που το πετυχαίνουν εφαρμόζοντας την διδασκαλία του Χριστού είναι εκατομμύρια. Πράγματι σε κάθε γενιά πόσα εκατομμύρια εγκαταλείπουν τα εγκόσμια και ζουν θεληματικά φτωχοί. Ενα από τα τρία προσόντα του μοναχού είναι η ακτημοσύνη. Ολα τα πλήθη των μοναστών «αποθέτουν πάντα όγκον» όχι για ένα κούφιο μπράβο , αλλά για να αποκτήσουν την Βασιλείαν του Θεού. Δίνουν τα γηινα και παίρνουν τα επουράνια. Δίνουν τα ρέοντα και παίρνουν τα μόνιμα και παντοτεινά. Αποθέτουν το βάρος του πλούτου για να μπορούν ελεύθεροι να τρέχουν για να εισέλθουν στην Βασιλείαν του Θεού. Εχουν υπ΄όψει τους το « ως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την Βασιλείαν του Θεού » , που είπε ο Κύριος. Πόσο λοιπόν ανώτερη είναι η διδασκαλία του Χριστού από την φιλοσοφίαν των ανθρώπων.
Με μοναδική πλέον περιουσία τα ενδύματα του , αρχίζει ένα σκληρό και αγωνιστικό στάδιο σύμφωνα με την διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφού , λοιπόν, με τις ευεργεσίες του , ανέβασε ο μακάριος Στυλιανός τον γηινό θησαυρό του στους ουρανούς , και τον ασφάλισε , πήγε σε ένα μοναστήρι και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Από τη στιγμή εκείνη καμμιά γηινή σκέψη , καμμιά υλική παρένθεση δεν μπορεί να τον απομακρύνει από την πίστη του και την προσευχή του. Τίποτε άλλο δεν φροντίζει και τίποτε άλλο δεν επιδιώκει , παρά μονάχα ό,τι είναι αρεστό στο άγιο θέλημα του Θεού. Αγωνίζεται πως να αρέσει στον Κύριο , πως να τελειοποίησει την ψυχή του , πως να κερδίσει τον Παράδεισο. Καμμιά δική του θέληση , που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού , δεν βρίσκει θέση στην ζωή του. Η αυστηρή ασκητική του ζωή είναι απερίγραπτη. Η αγιότης του αρχίζει να αστράφτη. Η ταπεινοφροσύνη του λαμποκοπάει. Η αγνότης του θαμπώνει. Η νηστεία του είναι αυστηρότατη. Η προσευχή του αληθινή επικοινωνία με τον Θεό. Οι αγρυπνίες του είναι θαυμαστές. Τρεις στόχους έβαλε για σκοπό του να επιτύχει ως μοναχός: την ακτημοσύνη , την αγνότητα και την υπακοή. Τους τρεις αυτούς στόχους τους πέτυχε. Και στις τρεις αυτές αρετές πήρε , σαν να πούμε , άριστα ο Αγιος Στυλιανός. Την ακτημοσύνην του την είδαμε. Δεν κράτησε για τον εαυτό του από την περιουσία του τίποτε απολύτως. Ούτε φρόντισε ν' απόκτησει ποτέ στη ζωή του κάτι τι και αυτός. Εζησε με φτώχεια και τελεία ακτημοσύνη.
Την αγνότητα του επίσης και την ηθικότητα του την κράτησε πολύ ψηλά. Κρατούσε την ψυχή του καθαρή «άπό παντός μολυσμου σάρκας και πνεύματος». Αγωνιζότανε στις επιθέσεις του εχθρού να μη τον αγγίξει η βρωμερή αμαρτία. Στο μυαλό του στριφογύριζαν πάντα τα λόγια τού Κυρίου μας που είπε:«Μακάριοι οί καθαροί τη καρδία , ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Ευτυχισμένοι δηλαδή και καλότυχοι είναι όσοι έχουν καθαρή την καρδιά τους από τη βρώμα της ανηθικότητος διότι αυτοί θ' αξιωθούν να δούνε το Θεό στη Βασιλεία των Ουρανών. Η υπακοή του στο Γέροντα του και τους άλλους ήταν παραδειγματική. Αγωνίστηκε σκληρά νά κόψει «το δικό του θέλημα», που στηρίζεται στον εγωισμό. Είναι πολύ δύσκολο νά κόψη κανείς το θέλημα του. Αυτό το ξέρουν όσοι αγωνίζονται τον πνευματικόν αγώνα. Ο Αγιος Στυλιανός πολέμησε στο Μοναστήρι εκείνο σκληρά εναντίον των τριών εχθρών , της σάρκας , του κόσμου και του διαβόλου. Για να καταβάλει τον κάθενα από αυτούς χρειάσθηκε πόλεμος πολυχρόνιος , σκληρός και ανύστακτος.
Στις τρεις αυτές λέξεις κρύβονται ηρωισμοί και παλαίσματα υπεράνθρωπα. Ετσι ο Αγιος Στυλιανός αποδεικνύεται λαμπρό αστέρι της ασκητικής ζωής. Γίνεται παράδειγμα σε νεότερους και παλαιότερους. Ολοι τον θαυμάζουν και τον προβάλλουν σαν παράδειγμα. Τον έχουν σαν πρότυπο μιμήσεως. Άλλα η αυστηρότης εκείνη του ασκητικού βίου δεν του ειναι αρκετή , θέλει να πλησίασει περισσότερο στην τελειότητα. Επιθυμεί , τώρα την πλήρη μόνωση τον αυστηρότατο ασκητισμό: τον αναχωριτισμό. Αποχαιρετάει τους αδελφούς μοναχούς στο Μοναστήρι και αποσύρεται ο Αγιος μακρυά σε έρημο και ακατοίκητο μέρος. Εκει στην έρημο κατασκηνώνει σ' ένα σπήλαιο.
Το νέο στάδιο της ασκητικής του ζωής είναι ουράνιας τελειότητος. Οι μέρες και οι νύχτες του κυλούν με λογισμούς , με σκέψεις και προσευχές για τον Τρισυπόστατο Θεό. Ψάλλει ολόψυχα το μεγαλείο του Θεού. Υμνεί την Αγία Τριάδα. Ζεί ενωμένος με τον Θεό! Τίποτε δεν διασπά την θεϊκή του γαλήνη.
Ολα όσα βρίσκονται γύρω του και όσα προβάλλουν στον μακρυνό του ορίζοντα δεν είναι τίποτε άλλο , παρά αποδείξεις του Δημιουργού. Μελέτα τα δημιουργήματα του Θεού και δυναμώνει πιο πολύ ή πίστη του. Νοιώθει καλά εκείνο που λέγει ο Απόστολος Παύλος « Τά γάρ αόρατα του Θεό ο τοΐς ποιήμασι νοούμενα κ α θ ορά τ α ι ή τε άΐδιος αύτου δ ύ ν αμις και θειότης». Ο σημερινός άνθρωπος , δεν έχει την ευκαιρία να βλέπει τα έργα το Θεό , που τον βοηθούν στο να πιστεύει στο Θεό. Ζεί χωμένος μέσα στις τεράστιες πόλεις , μέσα στις πελώριες πολυκατοικίες ή στο θόρυβο των εργοστασίων. Απομακρύνθηκε έτσι από τη φύση , απομακρύνθηκε από τα δημιουργήματα του. Βλέπει περιωρισμένα τα δικά του δημιουργήματα μόνον. Γι΄αυτό απομακρύνεται από τον Θεό και λιγοστεύει η πίστη του συνεχώς. Οι αστρονόμοι , οι οποίοι παρατηρούν συνεχώς τα ουράνια σώματα , τα πολυάριθμα άστρα , τα έργα του Θεό , είναι ευσεβείς και θεοφοβούμενοι. Ο μεγάλος αστρονόμος Κέπλερ , όταν άκουε το όνομα του Θεού , σηκωνόταν όρθιος και έβγαζε το καπέλλο του. Και ο ερημίτης Στυλιανός εκεί στην ησυχία της έρημου είχε τον καιρόν να παρατηρεί τα δημιουργήματα του Θεού και να φιλοσοφεί επάνω σ' αυτά. Εβλεπε τον Δημιουργόν σε όλα , διότι εσκέπτετο , ότι ήταν αδύνατον να γίνει μόνος του αυτός ο τρισμέγιστος κόσμος , τόσον ωραίος , σκόπιμος και αρμονικός. Εβλεπε τον Θεόν στα απειροπληθή άστρα του ουρανού , που στροβιλίζονται στο αχανές διάστημα με τόση ταχύτητα , άλλα και ακρίβειαν. Εβλεπε τον Θεό στον γίγαντα της ημέρας τον ήλιο ο οποίος με το να κρατεί κανονική απόστασιν από την γή , δίδει με την θερμότητα του ζωή στους ανθρώπους , τα ζώα και σ' όλην την γύρω φύση. Εβλεπε τον Θεό στο νεράκι που κελλάριζε στις βρυσούλες του βουνού και τον δρόσιζε. Σκεφτόταν ότι το νερό αυτό ήταν κάτω στις θάλασσες και τους ωκεανούς και όμως η πανσοφία και παντοδυναμία του Θεού το ανεβάζει στο βουνό. Το εξατμίζει , το κάνει αραιότατο και ανάλαφρο σύννεφο. Το μεταφέρει με τον αέρα στα βουνά , το κάνει ψηλή βροχούλα , το ραντίζει σε όλο τό πρόσωπο της γης και την ποτίζει. Το εναποθηκεύει στα σπλάχνα των ορέων σε τεράστιες αποθήκες και το δίδει λίγο - λίγο στις βρυσούλες , που τρέχουν συνεχώς! Εβλεπε τον Θεό στα αναρίθμητα ζώα τα μικρά και τα μεγάλα , που δημιούργησε ο Θεός «κατά γένος και κατά είδος». Κοίταζε την ποικιλίαν των δένδρων και των φυτών και σκεφτόταν , αν δεν τα έφτιαχνε αυτά ο Θεός , θα ήταν αδύνατον η ζωή των ανθρώπων και των ζώων. Διότι όλα αυτά τρέφονται από το φυτικόν βασίλειον. Τα έβλεπε όλα αυτά και αναφωνούσε με τον Δαυίδ: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει τό στερέωμα». Ξεσπούσε κατόπιν σε δοξολογία , λέγοντας: «Ώ ς έμεγαλύνθη τά έργα σου, Κύριε! Πάντα έν σοφία έποίησας. Επληρώθη ή γη της κτίσεως Σου»! Δύο βιβλία διάβαζε συνεχώς στην έρημο: το βιβλίο της φύσεως και το βιβλίον της Αγίας Γραφής. Η καρδιά του , η διάνοια του , η ψυχή του , όλη ή ύπαρξης του είναι ολόθερμα δοσμένη στον Θεό. Θείο και ιερό ρίγος διαπερνά την ασκητική σάρκα του , καθώς η ψυχή του εμβαθύνει στο κάλλος της θείας Δημιουργίας. Το άγιο πάθος της αγάπης του οσίου Στυλιανού προς το πανάγιο Ονομα του Θεού τον συγκλονίζει. Ολη η δύναμη του είναι συγκεντρωμένη στη θεία αυτή αγάπη. Εγκαταλείπει έτσι ό Αγιος το σαρκικό εγώ του. Παύει να φροντίζη για την τροφή του. Γίνεται όλος ακμή πνεύματος και ψυχής. Μπορεί να πει και αυτός «ζω δέ ούκέτι έγώ, ή δέ έν έμοί Χριστός». Τρεφόταν με χόρτα της ερήμου. Και όταν δεν υπήρχαν αυτά , ο Θεός δεν τον άφηνε. Ο Θεός , που θαυματουργεί δια τους Αγίους και μέσω των Αγίων , δεν άφηνε τον σεβάσμιο όσιο να εξαντληθεί από την πείνα. Τον κράτησε στην ζωή στέλνοντας του τροφές με τους αγγέλους, όπως έστελνε και στους άλλους Αγίους , στον Προφήτη Ηλία, τον Αγίο Μάρκο τον Αθηναίο τον φιλόσοφο και λοιπούς. Πολλά χρόνια έζησε τη σκληρή ζωή του αναχωρητού. Πάλεψε στην έρημο έπι δεκαετίας ολόκληρες σκληρά με τον διάβολο και τον εαυτό του. Πάλεψε να ξεριζώσει τα πάθη του , να αποκτήσει τις αρετές και να φθάσει στην αγιότητα που θέλει ο Θεός , ο Οποίος είπε: «γίνεσθε Αγιοι , ότι Εγώ Αγιος ειμί». Ο Δημιουργός ήθελε να ζήσει ακόμη ο Αγιος Στυλιανός , για να λαμποκοπάει με την αρετή του και να παραδειγματίζει με την αυστηρότητα της ασκητικής του ζωής. Ήθελε η έμψυχος εκείνη στήλη της εγκράτειας , ο φωτεινός λύχνος της ερήμου , να λάμψει σ' όλα τα πέρατα της γης. Ήθελε ο Θεός να φανούν οι ποικίλες αρετές του. Ο λύχνος όμως πρέπει να βρίσκεται ψηλά , για να φέγγει σ' όλους και όχι να κρύβεται και να χάνεται η λάμψη του. Ετσι και εκείνοι , που φεγγοβολούν με τις αρετές τους , τους φανερώνει ο Θεός για να γίνονται φως στο δρόμο της ζωής των άλλων. Ετσι και ο Αγιος Στυλιανός , άφου με τους σκληρούς ασκητικούς αγώνας του στολίστηκε με τις αρετές και ήταν σαν λαμπάδα , με το γλυκό και ζεστό φως , άφου έφθασε σε ύψη δυσθεώρητα αρετής , μπορούσε να χύσει στο λαό το ιλαρό φως της αγιότητος του , προς δόξαν Θεού και σωτηρίαν ανθρώπων. Ο δίκαιος Θεός θα έδειχνε ακόμη στον κόσμο πως αντιδοξάζει εκείνους , που λατρεύουν το όνομα Του και Τον δοξάζουν.
Διαδόθηκε , λοιπόν, η φήμη του Αγίου Στυλιανού παντού. Πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη συνέρρεαν μ' ευλάβεια προς τον Αγιον για να θαυμάσουν την αγιότητα του και ν' αποκομίσουν ψυχικά και σωματικά αγαθά. Η αγία του μορφή , τα σοφά του λόγια , οι προτροπές του άλλαξαν την ζωή πολλών ανθρώπων. Πολλοί ήταν εκείνοι που γοητευμένοι από την ασκητικότητα του , εγκατέλειπαν τον κακό εαυτό τους και μετανοούσαν και αναγεννιόνταν ψυχικά. Συγκινητικές ήταν οι εκδηλώσεις των Χριστιανών που τον επισκέπτονταν στην έρημο , εκεί στο ασκητήριο του. Ηξερε να γαληνεύει τις ταραγμένες ψυχές. Κοντά του έτρεχαν και άλλοι ασκητές για να ενισχυθούν με τα λόγια του και την λάμψη του στο σκληρό ασκητικό βίο. Εγνώριζεν ο Αγιος Στυλιανός , ότι για να κερδίσει κανείς την Βασιλεία των Ουρανών πρέπει να έχει την ψυχή του , σαν την ψυχή των μικρών παιδιών. Του έκαναν εντύπωση τα λόγια του Κυρίου: «Έαν μή στραφήτε καί γένησθε ώς τα παιδία ού μή είσέλθητε είς τήν Βασιλείαν τών Ουρανών». «Τών γαρ τοιούτων εστίν , ή Βασιλεία του θεού», τών μικρών παιδιών δηλαδή που είναι αθώα. Ηξερε , ότι τα παιδιά έχουν αγγελικές ψυχές. Το κτυπάει ο πατέρας του και πάλι πηγαίνει σ' αυτόν. Τον κτυπάει ο φίλος του και δεν του κρατάει κακία , αλλά σε λίγο πάλιν παίζουν μαζί. Ενώ οι μεγάλοι το κρατούν σαν καμήλα μέσα τους. Γι΄αυτό ήθελε να τα βοηθάει , να τα προστατεύει τα παιδιά. Και στην αγία του εκείνη επιθυμία ο Παντογνώστης Θεός του έδωσε την Χάρη Του , να μπορεί να κάνει θαύματα.
Ο Θεός βράβευσε το ιερό του αίσθημα και του έδωσε την θαυματουργική δύναμη να θεραπεύει τα ασθενεί παιδιά. Μητέρες από κοντινά και μακρινά μέρη , με φορτωμένα στους ώμους ανάπηρα και άρρωστα παιδιά έτρεχαν , με πόνο καί πίστη, κοντά στον Αγιο για να ζητήσουν την θεραπείαν των παιδιών τους. Μέρες ολόκληρες βάδιζαν μέσα σ' έρημα μέρη για να βρουν την δοξασμένη από τον Θεό ασκητική σπηλιά του Αγίου Στυλιανού. Και όταν έφθασαν εκεί , με δάκρυα στα μάτια έπεφταν στα πόδια του Γέροντα ασκητή , δόξαζαν τον Θεό , που τον συνάντησαν και τον παρακαλούσαν να γιατρέψει τά παιδιά τους. Ο Αγιος Στυλιανός γεμάτος καλωσύνη και συμπόνοια έπαιρνε τ' άρρωστα νήπια στα χέρια του και με μάτια δακρυσμένα παρακαλούσε το Θεό να τα γιατρέψει. Ο Δεσπότης των Ουρανών άκουγε την ολόψυχη προσευχή του και ο Αγιος θαυματουργούσε. Παιδιά άρρωστα εύρισκαν την υγειά τους. Παθήσεις διαφόρων ειδών εξαφανίζονταν. Μπροστά στη δύναμη του Θεού καμιά αρρώστια δεν μπορούσε ν' αντισταθεί. Μανάδες έκλαιγαν από χαρά έξω από το ασκητήριο του. Και άλλες καταφιλούσαν με σεβασμό και ευγνωμοσύνη το χέρι του Αγίου γέροντα , δοξάζοντας τον Θεόν. Δοξολογούσε κι' εκείνος ακατάπαυστα το Αγιο Ονομα Του και τον ευχαριστούσε για τα θαύματα αυτά , που τον αξίωνε να κάνει. Επειτα γεμάτος στοργή κοίταζε τα αθώα πλασματάκια που είχαν λυτρωθεί από την αρρωστιά. Ενα γλυκό χαμόγελο , χαμόγελο αγγελικό άνθιζε στο πρόσωπο του σεβασμίου ασκητού. Τα θαύματα όμως αυτά γινόταν γνωστά σ' όλα τα μέρη και κόσμος πολύς έτρεχε στον Αγιο Στυλιανό για να τον παρακάλεσει να γιατρέψει από κάποια ασθένεια τα παιδιά του. Ετσι δόξαζε ο Αγιος Θεός το όνομα του οσίου Στυλιανού που αφιέρωσε την ζωή του για την δόξα του Θεού. 'Αλλά δεν ήταν μόνο τα θαύματα της θεραπείας των παιδιών που δόξαζαν το όνομα του ταπεινού Αγίου Στυλιανού. Ο Αγιος απέκτησε φήμη ως θαυματουργού , διότι έκανε τους άτεκνους εύτεκνους , με την προσευχή του. Με την προσευχή του Αγίου Στυλιανού πολλές στείρες τεκνοποιούσαν. Πολλοί πιστοί Χριστιανοί με την ευλογία του , αν και ήταν άτεκνοι πρωτύτερα , απέκτησαν ωραία και γεμάτα υγεία παιδιά. Πολλοί μάλιστα καλοί Χριστιανοί και μετά την κοίμηση του , επικαλούμενοι το όνομα του Αγίου και ζωγραφίζοντες σαν τάμα την εικόνα του , απέκτησαν παιδιά , αν και είχαν χάσει την ελπίδα πια να τεκνοποιήσουν. Εν' τώ μεταξύ άπ' όλα τα μοναστήρια πήγαιναν στον γέροντα ασκητή για να ευφρανθούν κοντά του , το άρωμα της αγιότητας του. Μοναχοί και ασκητές ζητούσαν από τον Αγιο δάσκαλο συμβουλές , για το πως πρέπει να αντιμετωπίζουν τους πειρασμούς και πως να επιβάλλουν την γαλήνη στα κοινόβια τους. Ολοι τον έβλεπαν σαν πρότυπο αγίας ασκητικής ζωής. Η προσωπικότητα του ήταν γεμάτη ταπεινοφροσύνη και άστραφτε από ουράνιο κάλλος. Και εκείνος ακούραστος με αγγελική γαλήνη τους δίδασκε , τους καθοδηγούσε , τους γέμιζε την καρδιά , τους στερέωνε στην πίστη , τους διέλυε τις αμφιβολίες. Ειρήνευε με τις συμβουλές του από μακρυά όσα μοναστήρια είχαν εσωτερικές διχόνοιες. Ετσι έζησε κι έτσι δόξασε τό όνομα του Θεού και δοξάσθηκε από τον Ουράνιο Πατέρα ο Αγιος Στυλιανός. Οταν έφθασε σε βαθειά γεράματα , έστειλε ο Θεός τους Αγγέλους Του και πήραν την αγίαν του ψυχή , για να την αναπαύσουν από τους πολύχρονους κόπους , τις στερήσεις και την σκληρότητα της ασκητικής ζωής. Κοιμήθηκε , λοιπόν, ο Αγιος πλήρης ημερών και αρετών. Που τον έθαψαν , δεν γνωρίζουμε , ούτε διεσώθηκαν άλλα στοιχεία από την κουρασμένη και αγιασμένη ζωή του. Εμεινε όμως το όνομα του. Τον σέβεται και τον τιμά όλη η Ορθόδοξη Χριστιανωσύνη. Τον επικαλούνται στις ανάγκες τους και προπάντος για τα άρρωστα παιδιά τους. Κτίζουν στο όνομα του μεγαλοπρεπείς Ναούς. Στην Αθήνα υπάρχουν τουλάχιστον δύο Ναοί του Αγίου Στυλιανού στον Γκύζη και στον Καρρέα. Τα θαύματα του Αγίου συνεχίζονται και μετά την κοίμηση του. Και σήμερα ο Αγιος Στυλιανός εξακολουθεί να είναι προστάτης των παιδιών. Λένε μάλιστα, ότι από την λέξη << στυλώνει>> που σημαίνει << στηρίζει τη υγεία των παιδιών>>. Ο Αγιος εικονογραφείται με ένα νήπιο σπαργανωμένο στην αγκαλιά του που συμβολίζει , ότι είναι ο προστάτης των νηπίων. Η μνήμη του Αγίου Στυλιανού εορτάζεται στις 26. Νοεμβρίου.
Επίλογος
Οπως είδαμε ο Αγιος Στυλιανός είναι προστάτης των μικρών παιδιών. Και είναι αλήθεια , ότι οι γονείς τρέχουν στον Αγιο να τα θεραπεύσει από τις διάφορες ασθένειες του σώματος. Δεν τρέχουν όμως στον Αγιο να τα προστατέψει και από τις ασθένειες της ψυχής. Τα παιδιά πάσχουν από ελαττώματα και πάθη. Είναι κακοκέφαλα και ατίθασα, νευρικά και ανάποδα. Τα επηρεάζει ο Σατανάς και τα παρακινεί στο κακό και την αμαρτία. Τα κάνει αγνώριστα στο σπίτι. Κινδυνεύουν επίσης τα παιδιά από τους κακούς και φαύλους ανθρώπους , καθώς και από τις κακές παρέες. Παρασύρονται και παίρνουν τον κακό δρόμο. Λοιπόν, σ' αυτές τις περιπτώσεις πρέπει οι γονείς να καταφεύγουν στον Αγίο Στυλιανό. Είναι πρόθυμος να τα βοηθεί , να τα προστατεύει και να τα θεραπεύει όχι μόνον σωματικά , άλλα και ψυχικά , αρκεί φυσικά να κάνει και εκείνος που τον παρακαλεί το καθήκον του. Αλλά και εκτός της ειδικής αυτής περιπτώσεως , η ζωή του μας καλεί και εμάς να εργασθούμε τα έργα της ευσέβειας , της σωφροσύνης, της δικαιοσύνης , της ελεημοσύνης. Μας καλεί στην θερμή πίστη , αν θέλουμε να δούμε Θεού πρόσωπο κατά την ημέρα της Κρίσεως. Μας καλεί να ζήσωμε με έργα το θέλημα του Θεού για να παραλάβουν και τη δική μας την ψυχή οι άγγελοι και να την οδηγήσουν στην αιώνια ευτυχία και μακαριότητα των Ουρανών !!! ΑΜΗΝ !!!
Βιογραφία Η Αγία Αικατερίνη καταγόταν από οικογένεια ευγενών της Αλεξάνδρειας και μαρτύρησε στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. (304 μ.Χ.) Ήταν ευφυέστατη και φιλομαθής. Ήδη σε ηλικία δέκα οκτώ χρονών κατείχε τις γνώσεις της ελληνικής φιλολογίας και φιλοσοφίας, αλλά και ήταν άρτια καταρτισμένη και στα δόγματα της χριστιανικής πίστης. Όταν επί Μαξεντίου διεξαγόταν διωγμός εναντίον των χριστιανών, η Αικατερίνη δε φοβήθηκε, αλλά με παρρησία διέδιδε πώς ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος Αληθινός Θεός. Για το λόγο αυτό συνελήφθη από τον έπαρχο της περιοχής, ο οποίος προσπάθησε με συζητήσεις να την πείσει να αρνηθεί την πίστη της. Όταν ο έπαρχος διαπίστωσε την ανωτερότητά των λόγων της Αικατερίνης, συγκάλεσε δημόσια συζήτηση με τους πιο άξιους ρήτορες της Αλεξάνδρειας, τους οποίους όμως η Αικατερίνη αποστόμωσε. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιοι από τους συνομιλητές της Αικατερίνης πείσθηκαν για τους λόγους της και ασπάστηκαν την Χριστιανική Πίστη. Μπροστά σε αυτή την κατάληξη, ο έπαρχος διέταξε να τη βασανίσουν σκληρά με την ελπίδα πώς η αγία θα λύγιζε και θα αρνιόταν τον Χριστό. όμως η Αικατερίνη έμεινε ακλόνητη στην πίστη της. Πέθανε στον τροχό, ύστερα από διαταγή του έπαρχου.
Ἀπολυτίκιον Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον. Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν, Αικατερίναν την θείαν και πολιούχον Σινά, την βοήθειαν ημών και αντίληψιν ότι εφίμωσε λαμπρώς, τους κομψούς των ασέβων, του Πνεύματος τη δυνάμει, και νυν ως Μάρτυς στεφθείσα, αιτείται πάσι το μέγα έλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ήχος δ' Η αμνάς σου Ιησού, κράζει μεγάλη τη φωνή. Σε Νυμφίε μου ποθώ, και σε ζητούσα αθλώ, και συσταυρούμαι και συνθάπτομαι τω βαπτισμώ σου· και πάσχω δια σε, ως βασιλεύσω συν σοί, και θνήσκω υπέρ σου, ίνα και ζήσω εν σοι· αλλ' ως θυσίαν άμωμον προσδέχου την μετά πόθου τυθείσάν σοι. Αυτής πρεσβείαις, ως ελεήμων, σώσον τας ψυχάς ημών.
Κοντάκιον Ήχος β'. Τα άνω ζητών. Χορείαν σεπτήν, ενθέως φιλομάρτυρες, εγείρατε νυν, γεραίροντες την πάνσοφον, Αικατερίναν, αύτη γάρ, εν σταδίω τον Χριστόν εκήρυξε, και τον όφιν επάτησε, Ρητόρων την γνώσιν καταπτύσασα.