Μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού. Η μητέρα Σοφία, τίμια και θεοσεβής γυναίκα, γρήγορα χήρεψε και με τις τρεις κόρες της ήλθε στη Ρώμη. Εκεί συνελήφθησαν, διότι καταγγέλθηκαν ως φημισμένες χριστιανές. Αφού απομόνωσαν τη μητέρα, άρχισαν να ανακρίνουν τις κόρες. Πρώτη παρουσιάστηκε στο βασιλιά η δωδεκάχρονη Πίστη. Της πρότειναν να αρνηθεί τον Χριστό και θα της χορηγούσε τα πάντα, για να ζήσει ευτυχισμένη ζωή. Τα λόγια της Αγίας Γραφής αποτέλεσαν δυναμική απάντηση της Πίστης: «ζω εμπνεόμενη από την πίστη μου στον Χριστό, που με αγάπησε και έδωσε τον εαυτό Του για τη σωτηρία μου». Τότε, μετά από βασανιστήρια, την αποκεφάλισαν.
Eπίσης με τα λόγια της Αγίας Γραφής απάντησε και η δεκάχρονη Ελπίδα, όταν τη ρώτησαν αν αξίζει να υποβληθεί σε τέτοια βασανιστήρια: «ναι, διότι έχουμε στηρίξει τις ελπίδες μας στον ζωντανό Θεό, που είναι σωτήρ όλων των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των πιστών». Αμέσως τότε και αυτή αποκεφαλίστηκε.
Αλλά δεν υστέρησε σε απάντηση και η εννιάχρονη Αγάπη. Είπε ότι η ύπαρξή της είναι στραμμένη «στην αγάπη του Θεού και στην υπομονή του Χριστού». Βέβαια δεν άργησαν να αποκεφαλίσουν και αυτή. Ο δε Κύριος μετά τρεις μέρες παρέλαβε και τη μητέρα τους.
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη τους την 17η Σεπτεμβρίου.
Απολυτίκιο Σοφία εκθρέψασα κατά την κλήσιν σεμνή τας τρεις θυγατέρας σου, ταύτας προσάγεις Χριστώ αθλήσεως σκάμασιν. όθεν της άνω δόξης συν αυτοίς κοινωνούσα, πρέσβευε τω Σωτήρι, καλλιμάρτυς Σοφία, δούναι τοις σε τιμώσι, χάριν και έλεος.
Υπολογίζεται ότι απεβίωσαν περί το 137. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη και των τεσσάρων στις 17 Σεπτεμβρίου. H σημερηνη αναρτηση ειναι αφιερωμενη για την δασκαλα μου την (κυρα Σοφια )οπως την λεγαμε ο ΘΕΟΣ να + αναπαυση την ψυχη της.
Μία μεγάλη εορτή της Εκκλησίας μας είναι η «παγκόσμιος Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού».
Σύμφωνα με την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού, η αγία Ελένη τον ασπάσθηκε και τον παρέδωσε στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, ο οποίος ύψωσε ψηλά τον Σταυρό του Χριστού για να τον δουν οι παρευρισκόμενοι χριστιανοί. Ένα παρόμοιο περιστατικό έγινε λίγα χρόνια μετά, το 335, την επομένη των εγκαινίων του πανίερου Ναού της Αναστάσεως. Ο πατριάρχης ύψωσε και πάλι τον Σταυρό και ευλόγησε τα πλήθη των χριστιανών, των κληρικών και των λαϊκών, που είχαν συρρεύσει στην αγία πόλη για την τελετή των εγκαινίων και παραλλήλως ζητούσαν να προσκυνήσουν το ιερώτατο σύμβολο του χριστιανισμού. Για μία τρίτη και τελευταία φορά πραγματοποιήθηκε η ύψωσις του Τιμίου Σταυρού και συγκεκριμένα το έτος 628. Είναι η εποχή που ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ηράκλειος πολεμά τους Πέρσες. Ο λαός αυτός, προ 14 ετών, έχει καταλάβει την Παλαιστίνη και έχει αρπάξει από τούς χριστιανούς τον Τίμιο Σταυρό. Ο Ηράκλειος νικά και επανακτά τον Σταυρό. Στις 14 Σεπτεμβρίου έρχεται στα Ιεροσόλυμα φέροντας στους ώμους του τον Σταυρό. Είναι ανυπόδητος και φτωχικά ντυμένος. Φθάνει στο Ναό της Αναστάσεως και παραδίδει τον Σταυρό στα χέρια του πατριάρχη Ζαχαρία. Εκείνος υψώνει τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό και ευλογεί τα πλήθη των χριστιανών, ψάλλοντας για πρώτη φορά τον πολύ γνωστό ύμνο «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου ...». Από την εποχή αυτή μέχρι σήμερα η Εκκλησία μας τιμά με επισημότητα ως πολύ μεγάλη εορτή την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Λόγω δε της σπουδαιότητας της η εορτή προκαταγγέλλεται την Κυριακή προ της Υψώσεως και παρατείνεται την Κυριακή μετά την Ύψωσιν. Η ύψωσις του Τιμίου Σταυρού συγκαταριθμείται στις ακίνητες δεσποτικές εορτές, δηλ. εκείνες που αναφέρονται στο πρόσωπο και τη ζωή του Δεσπότη Χριστού και τιμώνται σε συγκεκριμένη (ακίνητη) ημερομηνία του χρόνου. Την ημέρα αυτή, καθώς ολοκληρώνεται η Ακολουθία του Όρθρου και λίγο πριν αρχίσουμε τη Θεία Λειτουργία, πραγματοποιείται στους Ιερούς Ναούς μας η τελετή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
•Πάνω στο ξύλο του Σταυρού ο Χριστός θριάμβευσε εναντίον του διαβόλου. Διά του Σταυρού ήρθε η σωτηρία σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. •Προσκυνάμε το σημείο του Σταυρού γιατί είναι εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού. •Η ζωή της Εκκλησίας στηρίζεται πάνω στον Σταυρό. •Τα μυστήρια της Εκκλησίας, το κέντρο της πνευματικής ζωής, γίνονται με την ενέργεια του Σταυρού. Ο ιερέας ευλογεί σταυροειδώς το νερό της κολυμβήθρας. Μας χρίει σταυροειδώς με το Άγιο Μύρο. Μετέχουμε του Σταυρού του Χριστού με την Θ. Ευχαριστία και το Βάπτισμα. Ο ιερέας παρακαλεί τον Θεό Πατέρα να στείλει το Άγιο Πνεύμα και να μεταβάλει το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού, σφραγίζοντάς τα με το σημείο του Σταυρού. •Όλη η ζωή του Χριστιανού είναι σταυρική. Ο Χριστός καλεί όσους θέλουν να άρουν τον σταυρό τους, δηλαδή είτε –σε καιρό διωγμών- να μαρτυρήσουν για τον Χριστό είτε –σε καιρό ειρήνης- να αγωνίζεται να ζήσει την ζωή της ευσέβειας, σταυρώνοντας τα πάθη και τις επιθυμίες του. Ο Χριστός με την Σταύρωσή Του συμφιλίωσε τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία μεταξύ τους και με τον Θεό. Ο Σταυρός αποτελείται από δύο κεραίες: μία κάθετη και μία οριζόντια. Η κάθετη υποδηλώνει την κάθετη συμφιλίωση, δηλ. των ανθρώπων με τον Θεό. Η οριζόντια κεραία αναφέρεται στην συμφιλίωση των ανθρώπων μεταξύ τους και με όλη τη δημιουργία.
Οι ορθόδοξοι πιστοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού του Κυρίου μας. Η ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία. Κατακλύζουμε του ιερούς ναούς προκειμένου να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν. Παίρνουμε μαζί μας κλώνους βασιλικού ως ευλογία και τον εναποθέτουμε στα εικονίσματα ως ελιξίριο κατά του κακού. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου, το αήττητο όπλο κατά του πολυπρόσωπου κακού. Με ένα στόμα και με μια καρδιά ψάλλουμε τον υπέροχο παιάνα - τροπάριο της μεγάλης εορτής: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου». Το Ιερότερο σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο Τίμιος Σταυρός, η σημαία και το λάβαρο της Εκκλησίας. Μία φορά ήταν όργανο θανατικής εκτελέσεως των κακούργων και των ατίμων, ξύλο καταισχύνης και κατάρας.Από τότε όμως που επάνω σ' αυτόν πέθανε ο αναμάρτητος Σωτήρας του κόσμου, ο Σταυρός έγινε «τίμιον ξύλον». Από τότε το σχήμα του χαράσσεται πάνω στους τάφους των χριστιανών στις κατακόμβες και, μετά τους διωγμούς, στολίζει τα στέμματα των χριστιανών βασιλέων, υψώνεται επάνω στις εκκλησίες και παντού είναι το φυλακτό και το στολίδι των χριστιανών. Γι' αυτό κάθε 14η Σεπτεμβρίου, που γιορτάζομε την εύρεση του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα από την Αγία Ελένη και την ύψωση του, ψάλλει η Εκκλησία: «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης· Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας...»
Την θεολογικη σημασία της εορτής την βρίσκουμε στα τροπάρια της ημέρας. Από αυτά εκείνα του Εσπερινού και των αίνων είναι τα πιο μεστά σε νοήματα και πλουσιώτερα σε ποιητικές εξάρσεις Τα θεολογικά αυτά νοήματα συμπυκνώνει στους στίχους του το πρώτο απόστιχο του Εσπερινού του πλ. α’ ήχου: "Χαίροις ο ζωηφόρος Σταυρός, της ευσέβειας το αήττητον τρόπαιον,η θύρα του Παραδείσου, ο των πιστών στηριγμός,το της Εκκλησίας περιτείχισμα, δι' ου εξηφάνισται,η φθορά και κατήργηται, και κατεπόθη του θανάτου η δύναμις,και υψώθημεν, από γης προς ουράνια.Όπλον ακαταμάχητον, δαιμόνων αντίπαλε, δόξα Μαρτύρων Οσίων,ως αληθώς εγκαλλώπισμα, λιμήν σωτηρίας, ο δωρούμενος τω κόσμω το μέγα έλεος".
Το απολυτίκιο της ημέρας είναι το γνωστό σε όλους μας: Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού Σου, πολίτευμα. Στο τροπάριο αυτό γίνεται λόγος για το ότι ο λαός ανήκει στον Θεό: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου». Επομένως, ο λαός δεν ανήκει στους άρχοντας, οι οποίοι δεν έχουν το δικαίωμα να τον διευθύνουν ως δικό τους κτήμα, ανεξάρτητα από τον Θεό. Κληρονομία είναι η Εκκλησία, η μία, αγία, καθολική και αποστολική, που κρατά αμετάβλητα και αδιάλειπτα την διαδοχή, την διδασκαλία και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Η φράση “νίκας τοις βασιλεύσιν” εννοιολογικά αναφέρεται στους άρχοντας που ηγούνται του λαού. Βέβαια για λόγους ποιμαντικούς, ακριβώς επειδή έχει ταλαιπωρηθή ο ελληνικός λαός από παρεμβάσεις στα ενδότερα της εκκλησιαστικής ζωής και της λατρείας, μπορεί να γίνη αλλαγή κυρίως στο συγκεκριμένο τροπάριο, επειδή ψάλλεται σε κάθε αγιασμό, με την φράση “νίκας τοις ευσεβέσι”. Επειτα, γίνεται λόγος για το πολίτευμα του Κράτους που προστατεύεται από τον Σταυρό: «και το σον φυλάττων διά του σταυρού Σου πολίτευμα». Πρόκειται για ένα πολίτευμα που στηρίζεται στον αποκαλυπτικό λόγο του Θεού, στο πολίτευμα του Σταυρού, δηλαδή στην αγάπη ως υπέρβαση της φιλαυτίας. Και το ερώτημα τίθεται καυτό: Το σύγχρονο πολίτευμα εμπνέεται από τον Σταυρό του Χριστού, δηλαδή από τον αγώνα υπερβάσεως του ατομικισμού και της ατομοκρατίας, ή είναι ένα πολίτευμα ατομικής ευδαιμονίας και ηδονοκρατίας με τις ποικίλες μορφές της; Ακόμη στο τροπάριο αυτό γίνεται λόγος για βαρβάρους: «κατά βαρβάρων δωρούμενος». Ποιοι είναι αυτοί οι βάρβαροι; Το τροπάριο αυτό θέτει έναν βαθύ πολιτειακό προβληματισμό που δεν συνδέεται με την εξωτερική μορφή του πολιτεύματος, αλλά με τον τρόπο ζωής και πολιτείας τόσο των αρχόντων όσο και των αρχομένων.
Το έτος 326 η Αγία Ελένη πήγε στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να ευχαριστήσει τον Θεό για τους θριάμβους του γιου της Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο θείος ζήλος, όμως, έκανε την αγία Ελένη να αρχίσει έρευνες για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού. Επάνω στο Γολγοθά υπήρχε ειδωλολατρικός ναός της θεάς Αφροδίτης, τον οποίο γκρέμισε και άρχισε τις ανασκαφές.
Έτσι ξάφνου διέκρινε δια της Θείας Φώτισης τρεις σταυρούς ανάμεσα σε εκατοντάδες που υπήρχαν εκεί, γιατί ο Γολογοθάς ήταν μέρος όπου επί πολλά έτη σταύρωναν κόσμο, ο τόπος έβριθε από ξύλινα κομμάτια σταυρών. Δεν είναι επομένως εύκολο να βρεις τον συγκεκριμένο σταυρό του Κυρίου. Η συγκίνηση υπήρξε μεγάλη, αλλά ποιος από τους τρεις ήταν του Κυρίου; Τότε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος με αρκετούς ιερείς, αφού έκαναν δέηση, άγγιξε στους σταυρούς το σώμα μιας ευσεβεστάτης κυρίας που είχε πεθάνει. Όταν ήλθε η σειρά και άγγιξε τον τρίτο σταυρό, που ήταν του Κυρίου, η γυναίκα αμέσως αναστήθηκε. Η είδηση διαδόθηκε σαν αστραπή σε όλα τα μέρη της Ιερουσαλήμ. Πλήθη πιστών άρχισαν να συρρέουν για να αγγίξουν το Τίμιο Ξύλο. Επειδή όμως συνέβησαν πολλά δυστυχήματα από το συνωστισμό, ύψωσαν τον Τίμιο Σταυρό μέσα στο ναό σε μέρος υψηλό, για να μπορέσουν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι. Αυτή, λοιπόν, την ύψωση καθιέρωσαν οι Άγιοι Πατέρες να γιορτάζουμε στις 14 Σεπτεμβρίου, για να μπορέσουμε κι εμείς να υψώσουμε μέσα στις ψυχές μας το Σταυρό του Κυρίου μας, που αποτελεί το κατ΄ εξοχήν όπλο κατά του διαβόλου.
«Αποκάλυψον προς Κύριον την οδόν σου και έλπισον επ’αυτόν, και αυτός ποιήσει» (Ψαλμός λστ΄στ.5). Φανέρωσε στον Κύριο με εμπιστοσύνη το δρόμο και τις επιδιώξεις και τις ανάγκες της ζωής σου και έλπισε σ’ Αυτόν και Αυτός θα κάνει εκείνα που ζητάς και χρειάζεσαι.
Μ’ αυτήν την εμπιστοσύνη και ελπίδα, ο Ιωακείμ και η Άννα ικέτευαν προσευχόμενοι το Θεό να τους χαρίσει παιδί, να το έχουν γλυκιά παρηγοριά στα γεράματά τους. Και την ελπίδα τους ο Θεός την έκανε πραγματικότητα.
Τους χάρισε την Παρθένο Μαριάμ, που ήταν ορισμένη να γεννήσει το Σωτήρα του κόσμου και να λάμψει σαν η πιο ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Ήταν εκείνη, από την οποία έμελλε να προέλθει Αυτός που θα συνέτριβε την κεφαλή του νοητού όφεως.
Στην Παλαιά Διαθήκη δόθηκαν πολλές προτυπώσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μία είναι και η βάτος στο Σινά, την οποία ενώ είχαν περιζώσει φλόγες φωτιάς, αυτή δεν καιγόταν. Ήταν απεικόνιση της Παρθένου, που θα γεννούσε το Σωτήρα Χριστό και συγχρόνως θα διατηρούσε την παρθενία της.
Έτσι, η Άννα και ο Ιωακείμ, που ήταν από το γένος του Δαβίδ, με την κραταιά ελπίδα που είχαν στο Θεό απέκτησαν απ’ Αυτόν το επιθυμητό δώρο, που θα συντροφεύει τον κόσμο μέχρι συντελείας των αιωνών.
«Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς, αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις ευφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία, την ουράνιον δόξαν. Ην εύρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε».
Ο Άγιος Φανούριος είναι από τους πιο αγαπητούς άγιους σε όλο τον ελληνικό λαό, που κάθε χρόνο τιμά και πανηγυρίζει την μνήμη του στις 27 Αυγούστου. Αυτός ο τόσο αγαπητός άγιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωρίς αμφιβολία ως δώρο Θεού, διότι ήταν και παράμενε άγνωστος για πολλούς αιώνες και μόνο το 1500 μ.Χ. βρέθηκε η Ιερή εικόνα του, που μας αποκάλυψε την ύπαρξή του την παρρησία του ενώπιον του Θεού, ο οποίος τον έχει χαριτώσει με τόσο μεγάλη θαυματουργική δύναμη. Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον Άγιο Φανούριο, μόνο το όνομά του που ήταν γραμμένο πάνω στην εικόνα που βρέθηκε και ήταν στρατιωτικός, όπως φανερώνει η στολή που φορά και μάλιστα κατά τους πρώτους αιώνες των μεγάλων διωγμών της Χριστιανοσύνης. Επίσης πάνω στην εικόνα του, εικονίζονται και τα μεγάλα μαρτύρια που υπέστη ο Άγιος. Αυτά βέβαια είναι αρκετά, διότι μία εικόνα μας εξιστορεί όσα πράγματα θα μα εξιστορούσε και ένα βιβλίο. Πριν από 500 περίπου χρόνια, όταν οι Τούρκοι είχαν κυριεύσει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, από ένα εντελώς τυχαίο γεγονός, βρέθηκε η ιερά και σεβάσμια εικόνα του Αγίου. Τον καιρό που οι Αγαρηνοί, περίπου δηλαδή το 1500, κατέλαβαν το νησί της Ρόδου, θέλησαν να το οχυρώσουν και να ξαναφτιάξουν τα τείχη της πόλης, που είχαν σε πολλά σημεία καταστραφεί. Πήραν λοιπόν σαν εργάτες πολλούς χριστιανούς, κι εκείνοι, καθώς έσκαβαν στα χαλάσματα Κάποιων σπιτιών και παλαιών γκρεμισμένων ναών, βρήκαν μία θαυμάσια εικόνα, ολοκάθαρη και άφθαρτη που φαινόταν σαν να είχε αγιογραφηθεί την ίδια μέρα, πράγμα αξιοπερίεργο και που αποδεικνύει ότι η ανεύρεση της εικόνας δεν είναι τυχαία, αλλά δωρεά του Θεού. Η εικόνα έδειχνε τον Άγιο Φανούριο νέο στην ηλικία, ντυμένο στρατιωτικά, να κρατάει ένα σταυρό και μαζί μια λαμπάδα αναμμένη. Ολόγυρα από την εικόνα, κατά την συνήθεια των αγιογράφων τότε, υπήρχαν 12 παραστάσεις από τα μαρτύρια του Αγίου. Τα μαρτύρια που απεικονίζονται είναι μεγάλα και σκληρά και αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για μεγάλο και γενναίο αθλητή της πίστεως.
Στη πρώτη παράσταση: Εμφανίζεται ο Άγιος να απολογείται με παρρησία μπροστά στο Ρωμαίο άρχοντα. Στη δεύτερη : Ο Άγιος εικονίζεται ανάμεσα σε στρατιώτες που τον χτυπούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα. Στη τρίτη : Δείχνει τη συνέχεια αυτών των βασανιστηρίων, όπου έχουν ρίξει τον Άγιο πλέον στο χώμα και τον χτυπούν μανιασμένα με ρόπαλα και ξύλα, ενώ προσεύχεται. Στη τέταρτη: Είναι γυμνός και ματωμένος μέσα στη φυλακή, όπου οι δήμιοί του του καταξεσκίζουν τις σάρκες με σιδερένια εργαλεία. Εκείνος υπομένει ατάραχος με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό. Στη πέμπτη: Ο Άγιος βρίσκεται μπροστά στο σκληρό τύραννο με μία έκφραση που δείχνει τον πόνο και το μαρτύριο. Στη έκτη: Προσεύχεται μόνος του μέσα στη φυλακή έχοντας υψώσει τα χέρια ικετευτικά προς τον Ουρανό. Στη έβδομη : Εικονίζεται ένα ακόμη μαρτύριο, όπου είναι γυμνός και καταματωμένος, ενώ γύρω του καίνε το σώμα του με αναμμένες λαμπάδες. Στην όγδοη : Εμφανίζεται καταπλακωμένος κάτω από μια μεγάλη πέτρα και ολόγυρά του βρίσκονται άγρια θηρία, έτοιμα να τον κατασπαράξουν, ωστόσο μοιάζουν να είναι καθηλωμένα από την αγιότητά του. Στην ένατη: Βρίσκεται μπροστά σε ένα ακόμα μαρτύριο, αφού τον έχουν στήσει μπροστά στα είδωλα με αναμμένα κάρβουνα στα χέρια, αλλά εκείνος προτιμά να κρατά τα κάρβουνα στα χέρια και να καίγεται, παρά να τα πετάξει στα είδωλα και να λυτρωθεί. Στη δέκατη: Δέεται με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, ενώ γαλήνη και το θείο φως είναι ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του. Στη ενδέκατη: Η κορύφωση του μαρτυρίου του! O Άγιος στέκεται στη μέση και οι βασανιστές του τον έχουν τοποθετήσει σ’ ένα μεγάλο μάγκανο και του τσακίζουν τα κόκαλα. Το πρόσωπο του παραμένει ήρεμο και υπομένει και υπομένει με καρτερία το φρικτό μαρτύριο. Στη τελευταία παράσταση εικονίζεται το φοβερό τέλος του μαρτυρίου του. Οι δήμιοί του τον έκαψαν ζωντανό, αφού μέχρι τέλους, στο Κύριό μας. Εικονίζεται λοιπόν μέσα σ’ ένα λάκκο με αναμμένα ξύλα, περιτριγυρισμένος από αναμμένες φλόγες και καπνούς. Πάλι όμως το πρόσωπό του εξακολουθεί να είναι ήρεμο και ατάραχο, εστραμμένο με πίστη και αγαλλίαση προς τον αγαπημένο του Χριστό. Και μόνο τα μαρτύρια που εικονίζονται στην εικόνα του Αγίου, τον καθιστούν μεγαλομάρτυρα. Παράλληλα όμως και τα αναρίθμητα θαύματα που Χάριτι Θεού επιτελεί, επιβεβαιώνουν ότι ο Άγιος έχει μεγάλη παρρησία προς τον Θεό. Στα ερείπια λοιπόν εκείνα, ο επίσκοπος της Ρόδου, αναστήλωσε το ναό του Αγίου Φανουρίου, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα, όπως και η εικόνα που βρέθηκε 500 χρόνια πριν. Τα θαύματα που από τότε άρχισε να τελεί ο Άγιος έγιναν αφορμή να συντρέχουν στη Ρόδο πολλού χριστιανοί για να ζητούν τις μεσιτείες του. Η πιο χαρακτηριστική παράδοση στο λαό μας είναι βέβαια το εορταστικό Έθιμο της φανουρόπιτας που γίνεται συνήθως τη παραμονή της εορτής του. Η πίτα αυτή είναι συνήθως μικρή και στρογγυλή σαν μικρός άρτος, μοιράζεται στους πιστούς και γίνεται άλλοτε για να φανερώσει κάποιο χαμένο αντικείμενο ή κάποια χαμένη υπόθεση ή ακόμα να φανερώσει την υγεία σε κάποιον ασθενή. Υπάρχει επίσης και παράδοση ότι με τη πίτα αυτή γίνεται μνεία της μητέρας του, αλλά άγνωστο για ποιο λόγο. Ο Άγιος αποτελεί έναν από τους πιο αγαπητούς και προσφιλείς αγίους, στον οποίο, ακόμη και σήμερα, προστρέχουν πλήθος πιστών και εκείνος σπεύδει γρήγορα να εκπληρώσει ότι του ζητήσουμε.
Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Φανούριος ο Νεοφανής
Η μνήμη του τιμάται στις 27 Αυγούστου
Ο ένδοξος του Χριστού μεγαλομάρτυς Φανούριος ιστορικά δεν είναι γνωστός. Τον γνωρίσαμε μετά από τυχαία εύρεση της εικόνας του το δέκατο τέταρτο αιώνα στη Ρόδο. Τότε την ανασκαφή παλαιών οίκων στο νότιο μέρος του παλαιού τείχους βρέθηκε αρχαίος ναός με πολλές κατεστραμμένες εικόνες. Μεταξύ αυτών βρέθηκε και αυτή του αγίου Φανουρίου, στην οποία ο άγιος εικονίζεται νεαρός στρατιώτης που κρατεί στο δεξί χέρι σταυρό με αναμμένη λαμπάδα. Η εικόνα περιβάλλεται από δώδεκα μαρτύρια. Πολλοί έχουν συνδυάσει τη μνήμη του με φανερώματα και τον θεωρούν ως τον άγιο που φανερώνει χαμένα αντικείμενα ή κρυμμένα μυστικά. Και τούτο γιατί ο άγιος έγινε γνωστός από την φανέρωση της εικόνας του. Ας ευχηθούμε να φανερώσει ο μεγαλομάρτυς Φανούριος σε όλους μας την αγάπη του Θεού, το λόγο του Ευαγγελίου Του, το δρόμο της μετανοίας και της σωτηρίας μας.
Προστάτης της Νήσου Ρόδου
O Άγιος Φανούριος είναι ο πολιούχος και προστάτης Άγιος ολοκλήρου του νησιού τής Ρόδου. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας σκάβοντας οι Αγαρηνοί για να ανακαινίσουν το κάστρο τής Ρόδου βρήκαν θεμέλια παλαιάς Εκκλησίας με πολλές εικόνες κατεστραμμένες ανάμεσα στις οποίες ξεχώριζε και μία παλαιά εικόνα πού έμοιαζε καινούργια και φρεσκοβαμμένη και τριγύρω στο πλαίσιο της, ήσαν ζωγραφισμένα όλα τα μαρτύρια του εικονιζόμενου Αγίου, ο οποίος φαινόταν πολύ νέος στην ηλικία, ντυμένος στρατιωτικά και κρατώντας στο δεξί του χέρι Σταυρό πάνω στον οποίο στηριζόταν αναμμένη λαμπάδα. Στον Άγιο Φανούριο καταφεύγουν οι πιστοί, για να επικαλεστούν την βοήθεια του στις διάφορες ανάγκες της ζωής τους και μάλιστα όταν χάσουν ο,τιδήποτε ζητούν την παρέμβαση του και αμέσως το βρίσκουν. Ανάμεσα στα άλλα δώρα πού προσφέρουν στον Άγιο οι πιστοί είναι και ή φανουρόπιτα, την οποίαν τάζουν στον Άγιο, για να τους φανερώσει το αντικείμενο πού έχασαν ή κάποια λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα τους. Στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας τον Ναό του Αγίου τον εξουσίαζε ένας Τούρκος ο όποιος τον είχε κάμει στάβλο και έβαζε μέσα τα χόρτα και τα άχυρα για τα ζώα του. Μία μικρή χριστιανή γειτόνισσα είχε φτιάξει από ντενεκίδι ένα μικρό ακίνδυνο κανδήλι και το άναβε κάθε μέρα από ένα παράθυρο του τρούλου μη δίνοντας σημασία στις απειλές του Τούρκου. Στον Συναξαριστή της Εκκλησίας αναφέρονται ορισμένα από τα θαύματα του Αγίου πού έκανε σε παλαιότερες εποχές. Είναι αδύνατο όμως να περιγράψει κάποιος τα θαύματα που κάνει καθημερινά ο Άγιος αυτός Μεγαλομάρτυρας του Χριστού σε όσους με πίστη επικαλούνται την μεσιτεία του στις ανάγκες και τις δυσκολίες της ζωής τους. Γνωρίζουμε βέβαια ότι ή πηγή του κάθε καλού και της κάθε δωρεάς είναι ο Χριστός. Από τον Χριστό παίρνουν οι Άγιοι και δίνουν σε μας. Δεν είναι ανεξάρτητες μονάδες πού ενεργούν αυτόβουλα και αυτοδύναμα. Είναι μεσίτες ανάμεσα στον Χριστό και τους ανθρώπους, όπως και ο Χριστός είναι Μεσίτης ανάμεσα στον Θεό Πατέρα Του και σε μας. Η μνήμη του Αγίου Φανουρίου γιορτάζεται στις 27 Αυγούστου στον Ιερό Ναό του στην Ρόδο, με λαμπρότητα και προσέλευση πλήθους λαού.
ΦΑΝΟΥΡΟΠΙΤΑ Η παράδοση λέει ότι τα υλικά αυτά, μπαίνουν με τη συγκεκριμένη αυτή σειρά και ανακατεύονται σε μια λεκάνη και καθώς φτιάχνουμε την πίτα " μελετούμε" αυτό που θα ζητήσουμε από τον Άγιο Φανούριο.
1 1/2 φλυτζάνι καρύδια
3/4 φλυτζανιού σταφίδες
1/2φλυτζάνι ζάχαρη
2 κουταλιές κανέλλα
1/2 κουταλάκι γαρύφαλλο
4 κουταλιές ξύσμα πορτοκαλιού
1 κουταλάκι σόδα κοφτό
1 1/2 κουταλάκι Baking powder
1/2 φλυτζάνι πορτοκαλι
3/4 φλυτζανιού ηλιέλαιο
Αλεύρι όσο πάρει ( λίγο λιγότερο από 1 πακέτο farin up)
Ανακατεύουμε καλά όλα τα υλικά σε μια λεκάνη, μεταφέρουμε τη ζύμη σ'ενα μικρό ταψί, ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 180C για 45 τουλάχιστον λεπτά.
Όπως είναι γνωστό, επάνω από το Σταυρό ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, έδωσε εντολή και την Παναγία μητέρα του παρέλαβε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο σπίτι του, όπου διέμεινε μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τη μητέρα του Σαλώμη, συγγενή της Θεοτόκου.
Όταν δεν ήλθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή της, άγγελος Κυρίου της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πιο πριν ότι πρόκειται να γίνει η μετάστασή της από τη γη στον ουρανό.
Πήγε τότε ο Άγγελος και της είπε: «Αυτά λέγει ο Υιός σου: είναι καιρός να παραλάβω τη μητέρα Μου κοντά Μου. Γι’ αυτό να μην ταραχθείς, αλλά δέξου το μήνυμα με ευφροσύνη, επειδή μεταβαίνεις σε ζωή αθάνατη».
Μόλις το άκουσε η Θεοτόκος, χάρηκε πολύ και από τον πολύ πόθο της να μεταβεί στον μονογενή Υιό της, ανέβηκε με βιασύνη και προθυμία στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, διότι είχε αυτή τη συνήθεια, να ανεβαίνει συχνά σ’ αυτό το όρος. Τότε ακολούθησε θαύμα παράδοξο. Όταν ανέβηκε εκεί η Θεοτόκος, έκλιναν την κορυφή τους τα δέντρα, σαν να ήταν έμψυχα και λογικά, και την προσκύνησαν και έτσι έδειξαν το σεβασμό τους και τίμησαν την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου.
Αφού προσευχήθηκε αρκετά η Πανάχραντη, επέστρεψε στην οικία της. Άναψε φώτα πολλά, ευχαρίστησε τον Θεό και κάλεσε τις συγγενείς και τις γειτόνισσες. Στη συνέχεια, ετοιμάζει όλα τα απαραίτητα για τον ενταφιασμό της. Φανερώνει και στις άλλες γυναίκες τα λόγια που της είπε ο Άγγελος για της εις τους ουρανούς μετάστασή της και σαν απόδειξη των λόγων της, δείχνει το χαροποιό και νικητικό σημείο, που της έδωσε ο Άγγελος, ένα κλαδί φοίνικα.
Οι καλεσμένες γυναίκες, μόλις άκουσαν αυτό το λυπηρό μήνυμα, άρχισαν τους θρήνους και έπειτα παρακαλούσαν την Παναγία να μη τις αφήσει ορφανές. Και η Θεοτόκος τις βεβαίωσε ότι, αφού μετασταθεί στους ουρανούς, θα φυλάει όχι μόνον αυτές αλλά και όλο τον κόσμο. Με τέτοια παρηγορητικά λόγια στάματησε την υπερβολική λύπη τους.
Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα από την εμφάνιση του αγγέλου, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμησή της.
Μαζί με τους Αποστόλους ήρθε και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Απόστολος Τιμόθεος και οι λοιποί θεόσοφοι ιεράρχες. Όλοι αυτοί, μόλις έμαθαν την αιτία για την οποία συνάχθηκαν αιφνιδίως και παραδόξως, έλεγαν στην Θεοτόκο: «όσο σε βλέπαμε, Δέσποινα, να ζεις και να μένεις στον κόσμο, παρηγορούμεθα σαν να βλέπαμε τον Υιόν σου. Επειδή όμως τώρα με τη βουλή του Υιού σου και Θεού μεταβαίνεις στα ουράνια, γι’ αυτό καθώς βλέπεις θρηνούμε και δακρύζουμε, αν και από την άλλη χαιρόμαστε για όσα θαυμαστά σου έγιναν». Τότε η Θεοτόκος τους αποκρίθηκε: «Μαθητές του Υιού μου και Θεού, μην κάνετε πένθος και λύπη τη χαρά μου».
Όταν ειπώθηκαν αυτά τα λόγια φτάνει και ο Απόστολος Παύλος. Έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος, την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής, διότι αν και δεν έζησα σωματικώς κοντά στον Υιό σου, βλέποντας όμως εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».
Μετά αποχαιρετά όλους, ξαπλώνει πάνω στο νεκροκρέββατο, σταύρωσε τα χέρια της, προσφέρει δεήσεις και ικεσίες στον Υιό της για τη σύσταση και την ειρήνη όλου του κόσμου, γεμίζει τους Αποστόλους και ιεράρχες από την ευλογία του Υιού της που δίνεται απ’ αυτήν στους ανθρώπους, και έτσι αφήνει στα χέρια του Υιού της και Θεού την ολόφωτη και παναγία ψυχή της.
Τότε ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος άρχισε να λέει στην Θεοτόκο επιτάφια εγκώμια, ενώ οι άλλοι Απόστολοι σήκωσαν το νεκροκρέβατο. Άλλοι προπορεύονταν βαστάζοντας λαμπάδες και ψάλλοντας ύμνους και άλλοι ακολουθούσαν ως το τάφο το σώμα της Θεομήτορος. Ακούγονταν και Άγγελοι από τον ουρανό που έψαλλαν και γέμιζαν τον αέρα οι μελωδίες τους.
Όλα αυτά μην υποφέροντας να βλέπουν και να ακούν οι άρχοντες των Ιουδαίων, παρεκίνησαν κάποιους από το λαό και τους έπεισαν να παρεμποδίσουν την πομπή. Όμως η θεία δίκη πρόφτασε και παίδεψε τους τολμήσαντας με το να τους τυφλώσει.
Έπειτα οι έφτασαν οι Απόστολοι στη Γεσθημανή, ενταφίασαν το πάναγνο σώμα της Θεοτόκου και περίμεναν εκεί τρεις μέρες ακούγοντας ακαταπαύστως σε όλο αυτό το διάστημα τους ύμνους και τις μελωδίες των αγίων Αγγέλων.
Μετά από τρεις ημέρες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Και βέβαια όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής».
Η υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πραγματικός οδηγός, για όσους θέλουν ν’ ανυψώνονται προς τον Θεό. Έργο της είναι να πρεσβεύει στον Τριαδικό Θεό για όλους τους ανθρώπους. Για μας τους ορθοδόξους η Θεοτόκος είναι η «ακαταίσχυντος προστασία και η αμετάθετος προς τον ποιητή μεσιτεία».
Δίκαια μπορούμε να αποθέσουμε τις ελπίδες μας προς την υπεραγία Θεοτόκο αφού, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «κανένα άλλο κτίσμα στον κόσμο δεν αγάπησε ποτέ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, ούτε συμμορφώθηκε τόσο στο θέλημά Του όσο η Παναγία Μητέρα του».Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τιμή προς την Παναγία ανάγεται στον Υιό της, κατά τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό.
xfe.gr
«ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΣΧΑ»
«…Ο Χριστιανός φεύγει από τον κόσμο αυτό, πλαισιωμένος από τη Στρατευομένη Εκκλησία ενώ στην αντίπερα όχθη τον υποδέχεται η Θριαμβεύουσα Εκκλησία. Αν η έξοδος ενός απλού μέλους της Εκκλησίας από τον κόσμο τούτο είναι εκκλησιαστικό γεγονός, η Έξοδος της Πρώτης μέσα στην Εκκλησία, της Θεοτόκου, ήταν κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικό γεγονός. Απήχησις της αλήθειας αυτής είναι ο πάνδημος εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η γιορτή αυτή στην Ορθοδοξία αποτελεί ένα δεύτερο Πάσχα…»
Κανείς δεν μπορεί να φτάσει στα μέτρα της αγάπης για τον πλησίον, αν δεν ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο.
Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο τον Θεό ντύνεται μαζί μ’ αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός που απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί να αποκτήσει, μαζί με το Θεό, τίποτε που να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο του το σώμα, δηλαδή και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις.
Ένας άνθρωπος, που είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και που ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει τον Θεό –να γίνει θεοφόρος- μέχρι να τ’ αφήσει. Γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «όποιος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου (Λουκ. 14, 26). Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πως ο Κύριος θα κατοικήσει μέσα του;
Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής» Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό που έχεις, μην πεις μέσα στην καρδιά σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει, και ότι ο Θεός θα ικανοποιήσει την ανάγκη του αδελφού σου με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι, που δε γνωρίζουν το Θεό.
Ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος την τιμή που έκανε ο ενδεής αδελφός του δεν την μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε την ευκαιρία της ελεημοσύνης θα επιτρέψει στον εαυτό του να την χάσει. Ο φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από το Θεό, διότι κανέναν δεν εγκαταλείπει ο Κύριος. Συ όμως, που θέλησες να αναπαύσεις τον εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες την τιμή που σου έκανε ο Θεός και απομάκρυνες την χάρη του από σένα.
Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να εφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ο Θεός, που με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δεν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πεις ευχαριστώντας το Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που μου έδωσες αυτή τη χάρη και την τιμή να γίνω φτωχός για το όνομά σου, και που με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη της σωματικής αδυναμίας και της φτώχειας, που όρισες στο στενό δρόμο των εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, που περπάτησαν αυτό το δρόμο.
Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλείας του Θεού Η αγάπη είναι η βασιλεία, που μυστικά υπόσχεται ο Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30) τι άλλο είναι παρά αγάπη;
Όποιος βρήκε την αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ιω. 6, 58). Διότι «ο τρώγων από τον άρτο που εγώ θα του δώσω, ποτέ (εις τον αιώνα) δε θα πεθάνει».
Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος που τρώγει από τον άρτο της αγάπης, που είναι ο Ιησούς. Ότι, βέβαια, αυτός που τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ο απόστολος Ιωάννης, όταν λέγει ότι «ο Θεός είναι αγάπη» (Α’ Ιω. 4, 8).
Όποιος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή, και σ’ αυτό το κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον οποίο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι.
Η αγάπη στον αμαρτωλό Μη μισήσεις τον αμαρτωλό, γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι για τις αμαρτίες μας. Και αν από θείο ζήλο κινείσαι εναντίον του, κλάψε μάλλον για λογαριασμό του.
Και γιατί να τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να ευχηθείς γι’ αυτόν, για να γίνεις όμοιος με τον Χριστό, ο οποίος δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς.
Αλλά και εμάς, για πολλά αμαρτήματα μας περιγελά και μας χλευάζει ο διάβολος. Γιατί λοιπόν να μισούμε τον άνθρωπο που ο διάβολος τον περιγελά όπως και εμάς;
Και γιατί, άνθρωπέ μου, μισείς τον αμαρτωλός μήπως τάχα είσαι δίκαιος εσύ; Και πού είναι η δικαιοσύνη σου, αφού δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν έκλαψες γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις;
Μερικοί άνθρωποι εξαιτίας της ανοησίας τους οργίζονται εναντίον των αμαρτωλών, γιατί πιστεύουν ότι έχουν διάκριση να κρίνουν τα έργα τους.
Η αγάπη είναι καρπός προσευχής Η αγάπη είναι καρπός προσευχής. Η αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ο άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρίς αμέλεια («ακηδία»), οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη.
Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του.
Στις 6 Αυγούστου η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την ανάμνηση της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Η Μεταμόρφωση έλαβε χώρα σε όρος υψηλόν κατά τους τρεις συνοπτικούς Ευαγγελιστές ( Ματθαίο, Μάρκο και Λουκά ) και σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση στο όρος Θαβώρ, που στα εβραϊκά σημαίνει έλευση φωτός.
Έγινε, κατά τους περισσότερους Πατέρες, 40 ημέρες περίπου προ της Σταυρώσεως, δηλαδή κατά τον μήνα Φεβρουάριο δεδομένου ότι η Σταύρωση έγινε 14 Νισάν ( Μαρτίου ) Αλλά επειδή ο εορτασμός της εορτής θα συνέπιπτε μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή που είναι πένθιμη περίοδος, για αυτό μεταφέρθηκε στις 6 Αυγούστου που απέχει, από τις 14 Σεπτεμβρίου που γιορτάζεται η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και λογαριάζεται σαν μεγάλη Παρασκευή, σαράντα ημέρες. Η γιορτή καθιερώθηκε επίσημα να γιορτάζεται κατά τις αρχές του εβδόμου αιώνος σε αντικατάσταση της εβραϊκής γιορτής του εξιλασμού. Το ιστορικό έχει ως εξής: Ο Κύριος σαράντα ημέρες περίπου πριν της Σταυρώσεως, παρέλαβε τρεις από τους Μαθητές του, τον Πέτρο για τη μεγάλη πίστη και αγάπη που είχε προς τον Χριστό, τον Ιωάννη επειδή τον αγαπούσε ιδιαίτερα ο Κύριος, για την αγνότητα και την ολόψυχη προς Αυτόν αφοσίωσή Του και τον Ιάκωβο επειδή αυτός έχυσε πρώτος το αίμά του για την αγάπη του Χριστού και τους ανέβασε στο όρος Θαβώρ. Δεν πήρε όλους τους μαθητές, γιατί θα αναγκαζόνταν να πάρει και τον Ιούδα, που λόγω της κακής του προαιρέσεως ήταν ανάξιος να δει τη Μεταμόρφωση. Εκεί στο όρος Θαβώρ ξαφνικά, ενώ προσευχόνταν ο Κύριος, έλαμψε το πρόσωπό Του, υπέρ τον ήλιο και τα ρούχα Του έγιναν λευκά σαν το φως. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν, ο Προφήτης Μωϋσής σαν εκπρόσωπος του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης και των νεκρών και ο Προφήτης Ηλίας σαν εκπρόσωπος των προφητών και των ζωντανών ( όπως είναι γνωστό ο Προφήτης Ηλίας αναλήφθηκε ζωντανός στους ουρανούς με πύρινο άρμα ) συνομιλούντες μαζί Του για τις προφητείες που αναφέρονταν στο σωτήριο Πάθος Του. Αυτό έγινε για να δείξει στους μαθητές πως είναι ο Κύριος του νόμου και των προφητών, ζώντων και νεκρών. Ο Πέτρος από την ταραχή του μη γνωρίζοντας τι έλεγε, επειδή φοβόνταν μήπως ο Ιησούς, αν ξαναγύριζε στα Ιεροσόλυμα, θα τον σκότωναν οι Ιουδαίοι, είπε στον Κύριο ότι καλό θα ήταν να μείνουν στο όρος Θαβώρ και να φτιάξουν τρεις σκηνές Ενώ ακόμα μιλούσε ο Πέτρος, εμφανίστηκε ένα φωτεινό σύννεφο και η φωνή του Ουρανίου Πατρός μέσα από αυτό, βεβαίωνε πως ο Χριστός είναι ο Υιός Του ο αγαπητός, στον οποίο αναπαύεται όλη η Πατρική εύνοια Του και εμείς οι άνθρωποι, σε αυτόν πρέπει να υπακούμε και να εφαρμόζουμε τις σωτήριες εντολές Του. Αυτή η Θεϊκή φωνή συγκλόνισε τους μαθητές που έπεσαν με το πρόσωπο κάτω στη γη, από τον τρόμο τους. Αλλά ο Κύριος γεμάτος φιλανθρωπία δεν αφήνει άλλο τους μαθητές Του, μέσα στην αγωνία και τον φόβο και αφού τους άγγιξε τους είπε να σηκωθούν και να μην φοβούνται, γιατί θα είναι μαζί τους, μέχρι το Θείο Πάθος Του, όπως και πρώτα δηλαδή με το ταπεινό σχήμα ενός απλού ανθρώπου, γιατί ο Κύριος ήταν «άνθρωπος το φαινόμενον αλλά Θεός το κρυπτόμενον»
Ακόμη τους είπε να μην πουν σε κανένα το θείο αυτό γεγονός που έζησαν, μέχρι να αναστηθεί εκ νεκρώ. Γιατί όμως ο Κύριος διάλεξε, αυτή την χρονική στιγμή, δηλαδή λίγο πριν από τα Άγια Πάθη Του για να δείξει στους Μαθητές Του, μία αμυδρή ακτίνα της Θείας μεγαλειότητος και δόξης Του; Την απάντηση δίνει πολύ εύστοχα το κοντάκιο της εορτής: «Επί του όρους μετεμορφώθης Χριστέ ο Θεός» μπροστά στους μαθητές σου «ίνα όταν σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι σύ υπάρχεις αληθώς, του πατρός το απαύγασμα». Δηλαδή όταν σε δουν οι μαθητές επάνω στο Σταυρό, γυμνό και καταματωμένο με τον ακάνθινο στέφανο να υποφέρεις και να πεθαίνεις για τη σωτηρία του κόσμου, να μη δειλιάσουν, αλλά να καταλάβουν πως το Πάθος Σου το υπέμεινες επειδή το ήθελες, εκούσια και όχι από αδυναμία, αφού είσαι ο παντοδύναμος Υιός του Θεού που γεμάτος αγάπη για το ξεπεσμένο πλάσμα Σου κατέβηκες στη γη, για να μας ελευθερώσεις από τα δεσμά της αμαρτίας. Έτσι όταν σε δουν, μετά την Ανάσταση ένδοξο Νικητή του θανάτου, να κηρύξουν σε όλο τον κόσμο ότι Εσύ είσαι ο ομοούσιος Υιός του Θεού, ο Σωτήρας της ανθρωπότητας. Αυτός ήταν ο σκοπός που έγινε η Μεταμόρφωση. Εδώ πρέπει να πούμε, ότι η λαμπρή ακτινοβολία του Θείου ακτίστου φωτός, που παρουσίασε το σώμα του Κυρίου κατά την Μεταμόσφωση και είδαν οι Απόστολοι, αφού διανοίχτηκαν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος τα ψυχικά μάτια τους, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία είναι η άκτιστη Ενέργεια του Θεού και όχι η επίσης άκτιστη Ουσία του Θεού, που για όλα τα κτίσματα, ακόμα και τους Αγίους Αγγέλους είναι παντελώς ακατάλυπτη και αόρατη. Η Θεία αυτή Ενέργεια του Θεού, είναι που χαριτώνει και αγιάζει την ανθρώπινη φύση και μπορούμε να τη δούμε με τους πνευματικούς οφθαλμούς μας. Φυσικά για να φτάσουμε σε αυτό το ύψος της Θεώσεως, πρέπει να κάνουμε σκληρό αγώνα για την κάθαρση της ψυχής μας από τα αμαρτωλά πάθη αφού «οι καθαροί τη καρδία, τον Θεόν όψονται» ( Ματθ. ε΄ 8 ). Αυτό εξάλλου συμβολίζει και η ανάβαση στο όρος Θαβώρ που έκαναν οι μαθητές για να δουν τη Θεία δόξα του Ιησού.
Εμείς αν τηρήσουμε τις εντολές Του, με τη Βοήθεια της Θείας Χάριτος και του προσωπικού μας αγώνα, θα μπορέσουμε αν όχι στη διάρκεια αυτής της πρόσκαιρης ζωής, αλλά οπωσδήποτε στην άλλη, άφθαρτη και αιώνια ζωή, που δε θα βλέπουμε τον Θεό «δι εσόπτρου εν αινίγματι» ( Α΄ Κορ. ιγ΄ 12 ) δηλαδή σαν μέσα από μεταλλικό καθρέπτη θαμπά και ατελή ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα, που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, αλλά «πρόσωπον προς πρόσωπον» ( Α΄ Κορ. ιγ΄ 12 ) και «καθώς έστι» ( Α΄ Ιωαν. γ΄ 2 ). Αυτό βέβαια θα γίνει αφού θα έχουμε απαλλαγεί από το φθαρτό περικάλυμμα της σαρκός, που θα έχει αποπνευματισθεί ώστε να μπορεί εύκολα, όσο φυσικά αντέχει η πεπερασμένη φύση μας, να βλέπει το Θείο μεγαλείο και να μυήται στη γνώση του άπειρου και υπερτέλειου Θεού.