Powered By Blogger

29.5.11

H Ανάληψη του Κυρίου


Η ένδοξη Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς είναι, κατά τον Απόστολο Παύλο, ένα από τα κεφαλαιώδη μυστήρια της πίστης μας, εφόσον βεβαιώνει θεόπνευστα ότι «Μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον Θεός εφανερώθη εν σαρκί, ... ανελήφθη εν δόξη» (1 Τιμ. 3, 16). Αν θελήσει δε κανείς να προσεγγίσει με πίστη στο μυστήριο αυτό, θα διδαχθεί ασφαλώς πολλά από τα υπέρ νουν και λόγον μυστήρια της πίστης και θα συναναληφθεί πνευματικά μαζί με τον Κύριο στους ουρανούς της θείας ζωής και βασιλείας, εορτάζοντας στο εξής θεοπρεπώς την «πάνδημον» Ανάληψη του Κυρίου. Για το λόγο δε αυτό, θα παρουσιάσουμε πιο κάτω κάποια από τα όσα έγιναν και ειπώθηκαν κατά την Ανάληψη του Κυρίου, δηλαδή τα εξής:

α) Η πορεία προς το όρος των Ελαιών
Είχε τελειώσει ο Κύριος κάθε διδασκαλία Του, διαβεβαιώνοντας τους Μαθητές Του ότι θα ήταν μαζί τους «έως της συντελείας των αιώνων» (Ματθ. 28, 20), όταν τον πλησίασαν κάποιοι από αυτούς και τον ρώτησαν: «Κύριε, ει εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις τη βασιλεία του Ισραήλ;» (Πρ. 1, 6). Κύριε, δηλαδή, θέλουμε να μας φανερώσεις, αν στα χρόνια τα δικά μας θα γίνει η Β’ Παρουσία Σου στη γη; Ο Κύριος, όμως, δεν θέλησε να αποκαλύψει στους Μαθητές το χρόνο της Β’ Παρουσίας Του, γιατί προφανώς δεν έπρεπε να τον γνωρίζουν, λέγοντας: «Ουχ υμών εστί γνώναι χρόνους ή καιρούς, ους ο Πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία, αλλά λήψεσθε δύναμιν, επελθόντος του Αγίου Πνεύματος εφ’ υμάς και έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πρ. 1, 7-8). Δεν είναι, δηλαδή, επιτρεπτό σε σας το να γνωρίζετε τους ακριβείς χρόνους και τους ορισμένους καιρούς που γνωρίζει μονάχα ο Θεός. Σας βεβαιώνω, όμως, ότι μετά την Ανάληψή μου στους ουρανούς, θα λάβετε όλοι τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος και με τη δύναμη αυτή θα γίνετε μάρτυρες της Ανάστασής μου, όχι μονάχα στην πόλη των Ιεροσολύμων, αλλά και σ’ ολόκληρη την Ιουδαία και τη Σαμάρεια, φθάνοντας και στα πέρατα της γης.
Ύστερα από τα πιο πάνω λόγια, ο Κύριος βγήκε από την κατοικία εκείνη (το γνωστό υπερώο του Ευγγελιστού Μάρκου) και πήρε μαζί με 500 περίπου Μαθητές και Μαθήτριες το δρόμο προς τη Βηθανία.
Από τα πιο πάνω φαίνεται, κατά τον Π. Τρεμπέλα, ότι «Το πρώτον έργον των Αποστόλων ήτο, το να είναι μάρτυρες του Χριστού και το ειδικότερον θέμα της μαρτυρίας των ήτο η ανάστασις του Χριστού» (Υπ. εις τας Πράξεις, α, 8, Αθήναι 1955, σ. 57). Και τούτο γιατί, κατά τον Απόστολο Παύλο, αποδεικνύεται περίτρανα ότι ήταν «Υιός Θεού εξ αναστάσεως» (Ρωμ. 1, 4).



β) Η Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς
Καθώς, όμως, ο Κύριος συζητούσε φιλικά με τους Μαθητές Του, έφθασαν σε λίγο στην πιο ψηλή κορυφή του όρους των Ελαιών, που απείχε «Σαββάτου οδόν», όπου στάθηκαν, ενώ ο Κύριος αγκάλιασε όλους εκείνους τους Μαθητές με το βλέμμα της αγάπης Του και για τελευταία φορά στον κόσμο αυτό τους ευλόγησε και με το χέρι Του. Την ίδια δε στιγμή της ευλογίας εκείνης ένα σύννεφο θεϊκό, που είχε κατεβεί από τον ουρανό, παρέλαβε σαν άρμα τον Κύριο και άρχισε να Τον ανεβάζει «εν δόξη» (Α’ Τιμ. 3, 16) προς τον ουρανό. «Ανεφέρετο, σημειώνει χαρακτηριστικά για την Ανάληψη ο Κ. Καλλίνικος, βραδέως και μεγαλοπρεπώς, ως πλοίον ανελκύσαν την άγκυραν και μικρόν κατά μικρόν χανόμενον εις τον ορίζοντα» (Τα θεμέλια της πίστεως, Αθήναι 1958, σ. 188).
Την Ανάληψη δε αυτή του Κυρίου παρουσίαζαν παραστατικά κατά το Μεσαίωνα στη Δύση, κατασκευάζοντας ένα ομοίωμα του Χριστού, που έσυραν με ένα σχοινί σιγά - σιγά προς την οροφή του ναού, όπου εξαφανιζόταν σε κάποιο αόρατο στους πολλούς άνοιγμα (ΘΗΕ 2, 509). Το βέβαιο, πάντως, ήταν ένα, το ότι δηλαδή οι Μαθητές βεβαιώθηκαν «διά της ευλογίας» ότι ο Χριστός ήταν «ο Υιός του Θεού, ο Λυτρωτής του κόσμου». Και τούτο γιατί, κατά την Αγία Γραφή, ο Θεός «κάθηται επί νεφέλης κούφης» (Ησ. 19, 1). «Νεφέλη γαρ και γνόφος, κατά ψαλμωδό κύκλω Αυτού» (Ψαλμ. 96, 2).
Μια τέτοια βεβαιότητα για τη θεία φύση του Κυρίου πρέπει να υπάρχει ασφαλώς και στις καρδιές όλων των Χριστιανών, ώστε να ομολογούμε μαζί με τον Απόστολο Παύλο ότι «Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός» (Φιλ. 2, 11).
γ) Η εμφάνιση δύο Αγγέλων
Ενώ, όμως, οι Μαθητές του Κυρίου εκείνοι εξακολουθούσαν να κοιτάζουν προς τον ουρανό, μη μπορώντας να πιστέψουν ότι δεν θα ξανάβλεπαν τον Κύριο, παρουσιάστηκαν ξαφνικά δύο Άγγελοι, ντυμένοι στα λευκά, και είπαν: «Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν; Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται, ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν» (Πρ. 1, 11. Βλ. και Ματθ. 25, 31, Α’ Θεσ. 4, 16, Αποκ. 1, 7). Άνθρωποι, δηλαδή, που οι πιο πολλοί κατάγεσθε από τη Γαλιλαία, γιατί σταθήκατε εδώ, κοιτάζοντας προς τον ουρανό; Σας βεβαιώνουμε ότι αυτός ο ίδιος ο Ιησούς, που αναλήφθηκε κατά τον τρόπο που είδατε στον ουρανό, θα έλθει μια ημέρα και πάλι κατά τρόπο μεγαλειώδη και ένδοξο, κατεβαίνοντας από τον ουρανό. Με τον τρόπο δε αυτό ο Χριστός, κατά τον Απόστολο Παύλο, «Ανέβη υπεράνω των ουρανών, ίνα πληρώση τα πάντα» (Εφεσ. 4, 10), «Και ημάς... συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις» (Εφ. 2, 5 - 6), «ίνα ενδείξηται εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος Αυτού» (Εφ. 2, 7). Ανέβηκε, δηλαδή, ο Χριστός στους ουρανούς, σύροντας πίσω Του και το «φύραμα» που ζυμώνεται μαζί Του «εις την οικειότητα της Τριαδικής ζωής» (ΘΗΕ 2, 504).
δ) Η επιστροφή των Μαθητών στα Ιεροσόλυμα μετά χαράς μεγάλης
Ύστερα από τα πιο πάνω λόγια, οι Άγγελοι εκείνοι εξαφανίστηκαν, ενώ όλοι οι Μαθητές προσκύνησαν τον Κύριο, που είχε αναληφθεί στους ουρανούς και ξαναγύρισαν στα Ιεροσόλυμα «μετά χαράς μεγάλης» (Λουκ. 24, 52). Γύρισαν, δηλαδή, στα Ιεροσόλυμα, όπου έσπευδαν «διά παντός εν των ιερώ αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν» (Λουκά 24, 53) και αναμένοντες «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκά 24, 49). Ταυτόχρονα, όμως, χαίρονταν εξαιτίας της ευλογίας που είχαν από τον Χριστό, αλλά και «διά την ελπίδα της ειρημένης επαγγελίας» (Βλ. Π. Τρεμπέλα, Υπ. εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Αθήνα 1972, σ. 681). Αυτή δε τη χαρά ζητεί ο υμνογράφος της Εκκλησίας για όλους τους Χριστιανούς, λέγοντας:
«Ο τους Μαθητάς και την τεκούσαν Σε Θεοτόκον χαράς απλήστου πλήσας εν τη ση Αναλήψει, και ημάς αξίωσον των εκλεκτών Σου της χαράς ευχαίς αυτών, διά το μέγα Σου έλεος».

Ύστερα από τα πιο πάνω, όλοι οι Χριστιανοί, κατά τον Απόστολο Παύλο, πρέπει να προσερχόμαστε «μετά παρρησίας τω θρόνω της Χάριτος», γιατί έχουμε «Αρχιερέα μέγαν, διεληλυθότα τους ουρανούς» (Εβρ. 4, 14-16). Ο Χριστός, δηλαδή, είναι ο Αρχηγός και η αόρατη κεφαλή της Εκκλησίας. Και όπου είναι η κεφαλή, πρέπει να είναι και το σώμα. Όπως, δηλαδή, ένας κολυμβητής, λέγει ο Κ. Καλλίνικος, έχει το σώμα βυθισμένον κάτω από τα κύματα της θάλασσας, αλλά το κεφάλι του έξω από το νερό, έτσι και εδώ. «Το σώμα της Εκκλησίας κυματοπαλαίει, πεφυλακισμένον υπό την ρευστήν των εγκοσμίων φύσιν, αλλ’ ο Χριστός, η κεφαλή του, είναι άνω, έξω των γηίνων κυμάτων, άλλην ατμόσφαιραν αναπνέων και τούτο προς το καλόν ημών» (Τα θεμέλια της πίστεως, 188 - 189). Σ’ αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα ας παρακαλούμε τον Χριστό να οδηγήσει και μας, σαν μέλη του μυστικού Σώματός Του, με την ενίσχυση της Χάρης του Αγίου Πνεύματος, λέγοντας «Μη χωρισθής ημών, ο Ποιμήν ο καλός, αλλά πέμψον ημίν το Πνεύμα Σου το πανάγιον, το οδηγούν και στηρίζον τας ψυχάς ημών».


« Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῶ κόσμω, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναϊδιον, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοὶς Ἀγγέλοις αὐτοῦ, Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν, Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χείρας. ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἣν τὸ πρότερον».
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.
Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους μαθητές του «εξήγαγε έξω έως τη Βηθανία», στο όρος των Έλαιών όπου συνήθως προσηύχετο. «Και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24,50) και «ευλογώντας τους, εχωρίσθηκε απ' αυτούς και εφέρετο πρός τα πάνω, στον ουρανό» μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Και μετά αφού Τον προσκύνησαν επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στο ναό υμνολογώντας και δοξολογώντας το Θεό.
Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).
Αυτή η ευλογία είναι πια η αρχή της Πεντηκοστής. Ο Κύριος ανέρχεται για να μας στείλει το παράκλητο Πνεύμα, όπως λέγει το τροπάριο της εορτής: «Ανυψώθηκες στη δόξα, Χριστέ Θεέ μας, αφού χαροποίησες τους μαθητές σου με την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και βεβαιώθηκαν από την ευλογία σου».
Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» (Ιωάν. 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου.
Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20).
Απολυτίκιον Ἦχος δ'
«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τὴ ἐπαγγελία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἰ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου».

«Ο ίδιος ο Κύριος λέει: «συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω ... και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν» (Ιωάν. 14,16). Έτσι η Ανάληψη του Χριστού είναι η κατ' εξοχήν επίκληση, γιατί είναι θεία• ο Υιός παρακαλεί τον Πατέρα να στείλη το Άγιο Πνεύμα και, εις απάντηση αυτής της παρακλήσεως, ο Πατήρ στέλνει το Πνεύμα και πραγματοποιεί την Πεντηκοστή. Η ολοκληρωμένη αυτή θεώρηση των οικονομιών δεν ελαττώνει καθόλου τον κεντρικό χαρακτήρα του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, της θυσίας του Αμνού, αλλά προσδιορίζει την προοδευτική τάξη των γεγονότων και δείχνει τον Υιό και το Πνεύμα, καθένα ιδιαίτερα στην προσωπική Του μεγαλοπρέπεια και διάσταση, καθένα στην υπηρεσία του άλλου σε μια αμοιβαία λειτουργία που συμπίπτει με τη Βασιλεία του Πατρός».
Paul Evdokimov
Ευαγγελική περικοπή (Ιωαν. 24: 36-53)
«36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. 50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ' αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν».
Αποστολικόν Ανάγνωσμα (Πραξ. 1: 1-12)
«1 Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν 2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι' ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, 11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ'ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν.».
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: