Powered By Blogger

25.7.10

Ο Άγιος και ιαματικός Παντελεήμονας


Ο Άγιος και ιαματικός Παντελεήμονας



Tον καιρό που τα μαύρα σύννεφα της ειδωλολατρείας σκέπαζαν απειλητικά όλη την οικουμένη, στα τέλη δηλαδή του τρίτου αιώνα μετά Χριστόν, γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας ο Αγιος μεγαλομάρτυρας Παντελεήμων. Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο φοβερός διώκτης των Χριστιανών, ο Μαξιμιανός.

Ο πατέρας του λεγόταν Ευστόργιος και ήταν ειδωλολάτρης αξιωματούχος, μέλος της συγκλήτου. Η μητέρα του λεγόταν Ευβούλη και ήταν θερμή Χριστιανή. Το όνομα που έδωσαν στο παιδί τους ήταν Παντολέον.

Ο Παντολέον ήταν πολύ έξυπνος, ευγενικός, επιμελής, ταπεινός και πράος, γεμάτος αρετή, παρ' όλο που ακόμη δεν είχε βαπτιστή Χριστιανός. Όταν μεγάλωσε, ο πατέρας του τον παρέδωσε σ'ένα φημισμένο γιατρό, τον Ευφρόσυνο , για να του διδάξει την ιατρική επιστήμη. Σε λίγο καιρό ο Παντολέον ξεπέρασε όλους τους συνομήλικους του στη μόρφωση και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το χαρακτήρα του. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, μαθαίνοντας για την αρετή και την εξυπνάδα του, τον προόριζε για να γίνει γιατρός στο παλάτι, ο γιατρός των ανακτόρων.

Τον ίδιο καιρό ο γέροντας ιερέας της Νικομήδειας Ερμόλαος, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα κάλεσε στο σπίτι που κρυβόταν τον Παντολέοντα για να τον γνωρίσει. Αφού συνομίλησαν για πολλή ώρα, ο Ερμόλαος κατενθουσιάστηκε από τις αρετές που κοσμούσαν τον νέο και αποφάσισε να του γνωρίσει την πίστη στο Χριστό. Έτσι αναπτύχθηκε ανάμεσα τους μια άριστη πνευματική σχέση. Ο Παντολέον επισκεπτόταν καθημερινά τον Άγιο Ερμόλαο και απολάμβανε τους Χριστιανικούς του λόγους. Στερεωνόταν έτσι σιγά σιγά στην αληθινή πίστη.

Ένα εντυπωσιακό γεγονός κάνει τον Παντολέοντα να πάρει τη σοβαρή και γενναία απόφαση να δεχθεί το Άγιο Βάπτισμα, να γίνει Χριστιανός. Ενώ περπατούσε στο δρόμο συνάντησε ένα παιδί που το δάγκωσε μια οχιά και πέθανε. Λέει λοιπόν στον εαυτό του: Θα προσευχηθώ στο Χριστό να αναστήσει αυτό το παιδί και αν πράγματι το παιδί αναστηθεί, εγώ πια δεν υπάρχει λόγος να καθυστερώ τη βάπτισή μου, θα γίνω Χριστιανός, θα πιστέψω ότι ο Χριστός είναι ο Θεός ο αληθινός, ο Σωτήρας του κόσμου. Αυτά σκέφτηκε και προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο.Αμέσως το παιδί ζωντάνεψε και το φίδι απέθανε.

Γεμάτος χαρά ο Παντολέον τρέχει στο γέροντα Ερμόλαο, του διηγείται το θαύμα και του ζητά να τον βαπτίσει. Και ο Ερμόλαος, επειδή γνώριζε ποιος οδηγείται στην τελειότητα, γεμάτος συγκίνηση οδήγησε στο φωτισμό του θείου βαπτίσματος τον Παντολέοντα.

Απο τότε ο Παντολέον έγινε ανάργυρος ιατρός.Θεράπευε με τη δύναμη του Ιησού Χριστού τους ασθενείς, χωρίς να παίρνει καθόλου χρήματα. Ακόμη, όταν εύρισκε φτωχούς τους βοηθούσε ποικιλότροπα, δίνοντας τους χρήματα και άλλα αναγκαία είδη. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματα του Αγίου ήταν η θεραπεία ενός τυφλού, με τη δύναμη και πάλι του παντοδύναμου Θεού μας, του Χριστού.

Οι θαυμαστές θεραπείες του Αγίου προκάλεσαν το θαυμασμό των κατοίκων της Νικομήδειας, αλλά και το μίσος και το φθόνο των άλλων ιατρών της πόλης. Οι τελευταίοι κατάγγειλαν τον Παντολέοντα στον Αυτοκράτορα Μαξιμιανό, το φοβερό αυτό διώκτη του Χριστιανισμού.

Ο Μαξιμιανός κάλεσε τον Άγιο στα ανάκτορα για να ζητήσει εξηγήσεις. Ο Άγιος ομολόγησε με θάρρος ότι είναι Χριστιανός. Ο αυτοκράτορας στην αρχή προσπάθησε να τον πείσει με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις να αρνηθεί το Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Παντολέον όμως έμεινε πιστός και ακλόνητος. Δεν αρνήθηκε. Δεν πρόδωσε το Χριστό.

Ο αυτοκράτορας εξαγριωμένος, διέταξε φοβερά βασανιστήρια, για να κλονίσει τον Άγιο και να τον εξαναγκάσει να θυσιάσει στα είδωλα.

Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα, άρχισαν να του ξέουν τη σάρκα με μαχαίρια και να καίνε τις πληγές με λαμπάδες. Ο Χριστός, όμως,ήλθε σε βοήθεια του Αγίου και του θεράπευσε τις πληγές, φωτίζοντάς τον με αστραπές. Στη συνέχεια έβαλαν τον Παντολέοντα μέσα σε ένα καζάνι που έβραζε. Με τη βοήθεια όμως και πάλι του Θεού ο Άγιος έμεινε σώος και αβλαβής και η φωτιά θαυματουργικά έσβησε. Ακολούθως βύθισαν τον Άγιο στα βάθη της θάλασσας, αφού έδεσαν στο λαιμό του μια τεράστια πέτρα. Ο Χριστός, όμως, έκανε την πέτρα πιο ελαφριά από φύλλο και έδωσε στον Παντολέων τη δύναμη να περπατά πάνω στα νερά. Έτσι σώος και αβλαβής, βγήκε στη στεριά. Στη συνέχεια έρριξαν τον Άγιο σε πεινασμένα άγρια θηρία. Όμως τα ζώα, αντί να τον κατασπαράξουν, έγλειφαν ήρεμα και ειρηνικά με τη γλώσσα τους τα πόδια του, κουνόντας τις ουρές τους.

Έκπληκτος αλλά και εξαγριωμένος ο ηγέμονας, διατάσσει τον αποκεφαλισμό του Αγίου. Θαυματουργικός το ξίφος λυγίζει και αντί αίμα τρέχει γάλα. Λίγο πριν από το μαρτυρικό δια αποκεφαλισμού θάνατο του Αγίου, ακούσθηκε φωνή απ' τον ουρανό. Ήταν η φωνή του Θεού που του έδωσε το όνομα Παντελεήμων, που σημαίνει τον Άγιο που όλους τους βοηθά και τους ελεεί ακόμη και τους εχθρούς του.


Το Τίμιο Σώμα του Αγίου τάφηκε με τιμές από τους Χριστιανούς.

Η εκκλησία μας τιμά την μνήμη του την 27 η Ιουλίου.

Αγία Παρασκευή


H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε ένα προάστιο της Ρώμης επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν ο Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από πολλά χρόνια θερμής προσευχής. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των γειτόνων της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση.

Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία Παρασκευή έχασε τον πατέρα της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποιεί όλη της την περιουσία σε φτωχούς και αφιερώνει το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δίνεται ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκει σε σπίτια γυναίκες, μικρά παιδιά, διακονεί αδυνάτους, σπεύδει για τις ανάγκες τις εκκλησίας της Ρώμης. Μάλιστα με τον καιρό επέκτεινε τη δράση και σε γειτονικά χωρία και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Γρήγορα όμως έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου οι δραστηριότητες της Παρασκευής, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα μάλιστα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά τελικά έμεινε αμετακίνητη στη θέση της.


Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να ομολογήσει την αποστροφή της από το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε μεγάλη νίκη του Αυτοκράτορος και πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε εξαιρετικό χρόνο την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της και την ελευθέρωσε από τα δεσμά της. Η Παρασκευή ενώπιον του Αυτοκράτορα πλέον πάλι, έμεινε σταθερή, ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο. Πως ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν πίστεψε σε κάτι τέτοιο και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί. Η Παρασκευή όμως με θαυματουργικό τρόπο θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών. Μετά το γεγονός ο Αντωνίνος άφησε ελεύθερη την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για τη εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα.


Όμως σύντομα τον Αντωνίνο διαδέχθηκε ο Μάρκος Αυρήλιος. Μέσα στους πρώτους χριστιανούς που συνέλαβε ήταν και η Παρασκευή. Ο ίδιος, έδωσε εντολή σε δύο έπαρχους να τη βασανίσουν. Ο ένας ονομαζόταν Ασκληπιός, ήταν αυτός που την έριξε σε χώρο που φυλάσσονταν φίδια, τα οποία όμως πέθαναν όταν την πλησίασαν. Ο Ασκληπιός ταράχτηκε, πιθανώς να γνώριζε και αυτά που οι χριστιανοί μεταξύ τους συζητούσαν ή ακόμα να ήξερε τα λεγόμενα για την ίδια τη Παρασκευή. Μετά τα γενόμενα ανέλαβε δράση ο έτερος έπαρχος ονόματι Ταράσιος. Αυτός όμως της απέκοψε την κεφαλήν και έτσι βρήκε τέλος η ζωή της Αγίας και μεγαλομάρτυρος Παρασκευής. Χριστιανοί περιμάζεψαν το λείψανό της και εν καιρώ το τοποθέτησαν στη βάση του θυσιαστηρίου. Η μνήμη της εορτάζεται στις 26 Ιουλίου.

19.7.10

Προφήτης Ηλίας


Ο Ηλίας ο Θεσβίτης ήταν ένας εξέχων Ισραηλίτης προφήτης του Θεού. Ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής της Γαλαάδ που πιθανόν ονομαζόταν Θέσβη. Κατοικούσε στη γη Γαλαάδ και έδρασε στα χρόνια του βασιλιά Αχαάβ, κατά τον 9ο-10ο αιώνα ΠΚΧ. Το όνομα Ηλίας αποτελεί ελληνική μεταφορά του αντίστοιχου εβραϊκού ονόματος Ελιγιαχού (אליהו‎), το οποίο σημαίνει «Ο Θεός μου είναι ο Ιεχωβά» ή «Ο Ιεχωβά Είναι Θεός». Αναφορές στον Ηλία περιέχονται και στο Κοράνιο. (6:85· 37:123-132)


Ο Ηλίας υπήρξε εξαιρετικά δραστήριος, δυναμικός και θαρραλέος προφήτης, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του Θεού.

Είναι αυτός πού κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό, κάνοντας τους Ισραηλίτες με μια φωνή να πουν: «αληθώς Κύριος ό Θεός, αυτός ό Θεός» (Βασιλειών Γ ιη' 39.). Δηλαδή, αληθινά! Ό Κύριος, ό Θεός του Ισραήλ, αυτός είναι ό μόνος πραγματικός και αληθινός Θεός. Ο Ηλίας, επίσης, είναι εκείνος που με τη γλώσσα του εμπόδισε τη βροχή και δεν έβρεξε ο ουρανός τρεισήμισι χρόνια. Είναι εκείνος που ανάστησε το νεκρό γιο της Σεραφθίας χήρας και κατέκαυσε τους εκατό ανθρώπους που έστειλε ό βασιλιάς Οχοζίας. Είναι εκείνος που στο όρος Χωρήβ είδε το Θεό, όσο είναι δυνατό, βέβαια, να Τον δει άνθρωπος. Είναι εκείνος που έσχισε τον Ιορδάνη ποταμό και ανελήφθη με πύρινη άμαξα στον ουρανό. Τέλος, είναι εκείνος πού στη Μεταμόρφωση του Χριστού στάθηκε δίπλα Του μαζί με το Μωϋσή.

Όλα αυτά δείχνουν με πόσο ζήλο υπηρέτησε ο προφήτης Ηλίας το θέλημα του Θεού. Ο προφήτης Ηλίας, είχε βοηθό, μαθητή και διάδοχό του τον Ελισσαίο.

16.7.10

Αγία Μαρίνα


Η Αγία Μαρίνα καταγόταν από την Αντιόχεια της Πισιδίας και έδρασε την εποχή του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Ήταν μοναχοκόρη και μάλιστα ο πατέρας της ήταν ιερέας των ειδώλων. Δεν είχε συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας της όταν πέθανε η μητέρα της και ο πατέρας της ανέθεσε την ανατροφή της σε κάποια χριστιανή γυναίκα. Η Αγία Μαρίνα τότε διδάχθηκε το Χριστιανισμό και άνοιξε την ψυχή της για να δεχτεί το Σωτήρα της Χριστό. Όταν ο έπαρχος Ολύμβριος πληροφορήθηκε τα σχετικά με αυτή, διέταξε να την οδηγήσουν μπροστά του και προσπάθησε με κάθε μέσο να τη μεταπείσει. Μάλιστα, θαμπωμένος από την ομορφιά της, της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Εκείνη αρνήθηκε και συνέχισε να ομολογεί την πίστη της. Γι΄ αυτό και υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Αφού της καταξέσκισαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια, την έριξαν στη φυλακή. Όταν την ανέκρινε για δεύτερη φορά και διαπίστωσε ότι παρέμενε ακλόνητη την έκαψε με αναμμένες λαμπάδες. Τότε όμως συνέβη μέγα θαύμα: Οι πληγές της έκλεισαν και όσοι βρίσκονταν εκεί έγιναν αμέσως χριστιανοί. Ο έπαρχος εξοργισμένος διέταξε να την αποκεφαλίσουν και έτσι η Αγία έλαβε το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.


Άπολυτίκιον. Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Μνηστευθείσα τω Λόγω Μαρίνα ένδοξε, των επίγειων την σχέσιν πάσαν κατέλιπες, και ένήθλησας λαμπρώς ως καλλιπάρθενος· τον γαρ άόρατον έχθρόν, κατεπάτησας στερρώς, όφθέντα σοι Άθληφόρε. Και νυν πηγάζεις τω κόσμω, των ίαμάτων τα χαρίσματα.



3.7.10

ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ (7 Ιουλίου)


Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη της αγίας μεγαλομάρτυρος Κυριακής. Η αγία Κυριακή είναι από τα ιερά θύματα των τελευταίων αρχαίων διωγμών της Εκκλησίας. Μαρτύρησε στα χρόνια του Διοκλητιανού, που βασίλεψε από το 284 ως το 305. Οι αρχαίοι διωγμοί είναι από τις ενδοξότερες ημέρες στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και κάθε διωγμός, γιατί είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία πάντα διώκεται.

Η αγία Κυριακή ήταν θυγατέρα ευσεβών γονέων. Ο πατέρας της Δωρόθεος κι η μητέρα της Ευσεβία δεν είχαν παιδιά. Προσεύχονταν και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδί και να του το αφιερώσουν. Ο Θεός άκουσε την προσευχή των ευσεβών γονέων, και μια Κυριακή γεννήθηκε ένα ωραίο κοριτσάκι. Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, πιστοί στην υπόσχεση τους, το ονόμασαν Κυριακή και το ανάθρεψαν με κάθε φροντίδα και επιμέλεια, ως αφιερωμένο στο Θεό. Η ατεκνία πάντα είναι μεγάλη λύπη για τους συζύγους και μάλιστα για τούς Χριστιανούς, αλλά και η χαρά τους πάλι πολύ μεγάλη, όταν αποκτήσουν παιδί. Γι’ αυτό με κάθε τρόπο, και πρώτα με το όνομα που δίνουν στο παιδί, δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό.
Στο διωγμό που κήρυξε ο Διοκλητιανός εναντίον των χριστιανών, η Κυριακή θα ήταν μια παιδούλα ούτε ως είκοσι ακόμα ετών. Τότε και οι γονείς και η θυγατέρα κατηγορήθηκαν και πιάστηκαν ως χριστιανοί. Και το πιο σκληρό ήταν ότι χωρίστηκε το κορίτσι από τους γονείς του· το Δωρόθεο και την Ευσεβία τους πήγαν προς την Αρμενία και την Κυριακή την οδήγησαν στη Νικομήδεια. Εκεί ο ηγεμόνας, ανακρίνοντας την παιδούλα και βλέποντας τη σταθερή της πίστη, έδωκε διαταγή να τη μαστιγώσουν σκληρά. Η Κυριακή σε κάθε ερώτηση απαντούσε- «Είμαι χριστιανή». Και σε κάθε απειλή του ηγεμόνα έλεγε· «Μην πλανιέσαι και μη σε ξεγελάει ο λογισμός σου· με βοηθάει ο Θεός και δεν θα με νικήσεις».

Ύστερ’ από εξαντλητική ανάκριση, οδήγησαν την αγία Κυριακή στο ναό, για να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνη, μπαίνοντας στο ναό, παρακαλούσε μέσα της το Χριστό να τη βοηθήσει. Ένας δυνατός τότε σεισμός κατατρόμαξε τους δημίους και τα αγάλματα του ναού έπεσαν κι έγιναν κομμάτια. Άναψαν ύστερα φωτιά για να την κάψουν ζωντανή, μα όπως τη βάτο του Μωυσή, την κύκλωσαν οι φλόγες, μα δεν την έκαψαν. Την έρριξαν ύστερα στα θηρία, μα κι εκείνα δεν την πείραξαν, παρόμοια όπως το Δανιήλ, όταν τον έρριξαν στο λάκκο των λεόντων. Θα περίμενε κανένας ο ηγεμόνας να ανοίξει τα μάτια του και να δει το θαύμα του Θεού, μα έξαλλος και τυφλωμένος από οργή έδωκε διαταγή να αποκεφαλίσουν το αθώο κι αγνό κορίτσι.

Η αγία Κυριακή, πριν ο δήμιος εκτελέσει τη διαταγή, ζήτησε να την αφήσουνε να προσευχηθεί. Γονάτισε τότε κι άρχισε να προσεύχεται. Κανένας δεν άκουσε τα λόγια της, γιατί σε τέτοιες στιγμές η καρδιά του ανθρώπου, προσεύχεται «στεναγμοίς αλλαλήτοις». Δεν κινούνται τα χείλη, δεν ακούεται φωνή. Κι όμως ο Θεός ακούει, κι είναι σαν και να ρωτά τον προσευχόμενο, σαν και τότε το Μωυσή στην Ερυθρά θάλασσα· «Τι βοάς προς με;». Η αγία Κυριακή προσευχήθηκε για ώρα πολλή κι ύστερα έγειρε στη γη. Όταν ο δήμιος πλησίασε για να εκτέλεσει τη διαταγή, είδε πως η αγία Κυριακή ήταν νεκρή. Η ψυχή της παιδούλας πέταξε σαν μικρό πουλί, και φωτεινός άγγελος την πήρε, για να τη φέρει στο Νυμφίο Χριστό.

Ας μείνομε στο όνομα της αγίας Κυριακής, στο γεγονός δηλαδή ότι οι ευσεβείς γονείς της την ονόμασαν έτσι, επειδή γεννήθηκε σε ήμερα Κυριακή. Το όνομα συνδέεται στενά με το πρόσωπο και τη συνείδηση του άνθρωπου. Ενώ το όνομα είναι έξω από τον άνθρωπο και προστίθεται σ’ αυτόν ύστερα, όμως συνδέεται τόσο μαζί του, που γίνεται ένα μ’ αυτόν. Έτσι καταλαβαίνουμε την καλή συνήθεια των ευσεβών χριστιανών να δίνουν στα παιδιά τους ονόματα Αγίων της πίστης. Με αυτό τον τρόπο και με την ευκαιρία που η Εκκλησία κάθε χρόνο εορτάζει τα ιερά της πρόσωπα, ο κάθε χριστιανός στο όνομά του έχει μια συνεχή υπόμνηση της ευσέβειας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως με το όνομα εισάγει «εις την οικίαν έκαστος την εαυτού τον άγιον». Αμήν.

30.6.10

Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός


Οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός, οι οποίοι έζησαν την εποχή πού αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Κάρυνος, ήταν γιατροί στο επάγγελμα και παρείχαν ιάσεις σε όλους όσους είχαν ανάγκη, και για αντάλλαγμα δεν έπαιρναν χρήματα, αλλά το μόνο πού ζητούσαν ήταν να πιστέψουν στον Χριστό. Κάποιοι όμως καλοθελητές διέβαλαν τούς αγίους στον αυτοκράτορα και του είπαν ότι οι θεραπείες και τα θαύματα πού επιτελούσαν τα έκαναν με μαγικές τέχνες. Τότε οι Άγιοι Ανάργυροι επειδή δεν ήθελαν να πάνε άλλους αντί αυτών στον αυτοκράτορα, προσήλθαν μόνοι τους ενώπιον του και ο Καρίνος προσπάθησε να τούς μεταπείσει να αρνηθούν τον Χριστό. Εκείνοι όμως όχι μόνο δεν αρνήθηκαν την πίστη τους, αλλά κατάφεραν να μεταπείσουν και να αλλάξουν και τον ίδιο τον αυτοκράτορα, αφού και ο ίδιος δέχτηκε τις θεραπευτικές τους ιάσεις. Συγκεκριμένα, όταν ο Καρίνος ανέκρινε τούς Αγίους, μετατοπίστηκε η θέση του προσώπου του και στράφηκε προς την ράχη του. Αμέσως τότε οι Άγιοι την θεράπευσαν με την προσευχή τους στον Χριστό. Εξαιτίας αυτού του θαύματος, πίστεψαν στον Χριστό όσοι βρίσκονταν εκείνη την στιγμή μπροστά σ' αυτό πού συνέβη και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας τούς έστειλε πίσω στους συγγενείς τους με μεγάλες τιμές. Αργότερα όμως, μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Άγιοι φθονήθηκαν από τον ίδιο τον δάσκαλο πού τούς είχε μάθει την ιατρική επιστήμη, γιατί είχαν αποκτήσει μεγάλη δόξα και φήμη. Γι' αυτό τον λόγο τούς ανέβασε σε κάποιο όρος για να μαζέψουν δήθεν κάποια βότανα και εκεί τούς επιτέθηκε με πέτρες και τούς θανάτωσε.





Απολυτίκιον. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείοι θεράποντες, και ιατήρες βροτών, ανάργυρον βλύζετε, την θεραπείαν ημίν, Ανάργυροι ένδοξοι, όθεν τους προσιόντας, τη σεπτή υμών σκέπη, ρύσασθε νοσημάτων, και παθών ανιάτων, Κοσμά και Δαμιανέ, Ρώμης βλαστήματα.


Κοντάκιον. Ήχος β';.

Οι την χάριν λαβόντες των ιαμάτων, εφαπλούτε την ρώσιν τοις εν ανάγκαις, lατροί θαυματουργοί ένδοξοι, Αλλά τη ημών επισκέψει, και των πολεμίων τα θράση καταβάλλετε, τον κόσμον ιώμενοι εν τοις θαύμασι.

13.6.10

Των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. (29 Ιουνίου)


Των δύο μεγάλων και κορυφαίων αποστόλων του Χριστού, του Πέτρου και του Παύλου, τη μνήμη εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Προς αυτούς τους δύο μεγάλους άνδρας της θα αποτίσει τον οφειλόμενο φόρο της τιμής και της ευγνωμοσύνης για την ανυπολόγιστα μεγάλη συμβολή τους στο έργο της διαδόσεως της χριστιανικής πίστεως και της εδραιώσεως της Εκκλησίας μας. Στις εικόνες των ζωγραφίζονται οι δύο απόστολοι να κρατούν την Εκκλησία, που συμβολικά εικονίζεται με ένα μικρό βυζαντινό ναό. Γιατί και οι δύο αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι οι στύλοι και οι ακρογωνιαίοι λίθοι, επάνω στους οποίους οικοδομήθηκε το ιερό ίδρυμα της Εκκλησίας του Χριστού. Και συνημμένοι και οι δύο σε μία εορτή, εικονισμένοι σε μία εικόνα, συμβολίζουν την ενότητα της πίστεως, την ενότητα της Εκκλησίας, που απετελέσθη από ετερογενή στοιχεία, την περιτομή-τους Εβραίους – προς τους όποιους εστράφη το ιεραποστολικό έργο του Πέτρου, και τα έθνη-τους ειδωλολάτρες – για τον εκχριστιανισμό των οποίων κοπίασε ο απόστολος των Εθνών, ο Παύλος. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που προκάλεσε τη σύσταση κοινής εορτής των δύο κορυφαίων, όταν το έτος 258 στις 29 Ιουνίου ο πάπας Σΐξτος ο Β’ μετεκόμιζε τα οστά των στην κατακόμβη του αγίου Σεβαστιανού της Ρώμης. Και ήταν τόσο επιτυχής η συζυγία αυτή, ώστε πολύ γρήγορα η εορτή αυτή έγινε παγκόσμιος, εορταζομένη «εν πάσαις ταις κατά τόπον αγίαις του Θεού εκκλησίαις». Οι άλλες εορτές των αποστόλων και αυτή η μνήμη του θανάτου των επισκιάσθηκαν από την νέα εορτή. Γι’ αυτό και σπάνια θα βρει κανείς ναό τιμώμενο στο όνομα ενός μόνο από τους δυο κορυφαίους και εικόνα που να εικονίζει τον ένα μόνο από αυτούς. Αντιθέτως δεν υπάρχει πόλις ή χωριό που να μη έχει ναό ή παρεκκλήσιο επ’ ονόματι των δύο μεγάλων αποστόλων. Άπειρες είναι οι εικόνες τους. Κοινή η τιμή, κοινή η προσκύνηση, κοινός ο εορτασμός, όπως κοινό ήταν το έργο τους και κοινή η αποστολή τους και κοινή η δόξα τους.
Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει τήν εποποιία των κορυφαίων, όπως με συγκινητική απλότητα περιγράφεται από τον αυτόπτη και αυτήκοο των περισσοτέρων περιστατικών συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων, τον Ευαγγελιστή Λουκά. Τις ακούσαμε να διαβάζονται στους ναούς μας κατά την περίοδο του Πεντηκοσταρίου και παρακολουθήσαμε στα αποστολικά αναγνώσματα των Κυριακών από του Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής τα μεγάλα βήματα τους για την κατάκτηση της Οικουμένης. Πως πήραν τη σημαία του Χριστού, το Σταυρό, και τον περιήγαγαν στα πέρατα του κόσμου μέχρι που τον φύτευσαν στην καρδιά της αυτοκρατορίας, τη Ρώμη. Θα δει στο βιβλίο των Πράξεων τους αγώνες και τα παθήματα τους, αλλά και τα περίλαμπρα τρόπαια των. Τα ίχνη τους σημειώθηκαν άσβεστα στις καρδιές των πιστών. Κάθε πόλη και χώρα έχει να επιδείξει με ευλάβεια τα σημάδια που άφησαν τα πόδια τους, τα ωραία πόδια «των ευαγγελιζομένων την ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά», την σωτηρία. Χαρακτηριστικά ομιλεί για τον απόστολο Παύλο ενα τροπάριο, η «υπακοή», της ακολουθίας του όρθρου της μνήμης τους:

«Ποία φυλακή ουκ έσχε σε δέσμιον; ποία δε Εκκλησία ουκ έχει σε ρήτορα; Δαμασκός μέγα φρονεί επί σοι Παύλε· είδε γαρ σε σκελισθέντα φωτί. Ρώμη σου το αίμα δεξαμενή και αύτη κομπάζει. Αλλ’ η Ταρσός πλέον χαίρει και πόθω τιμά σου τα σπάργανα. Αλλ’ ω Παύλε απόστολε, το καύχημα της οικουμένης, προφθάσας ημάς στήριξον».

Και γύρω από αυτά τα ενθυμήματα της διαβάσεως των αποστόλων πανηγύριζαν οι πόλεις και οι χώρες κατά την ημέρα αυτή, όσες δεν είχαν την τιμή, όπως η Ρώμη, να κατέχουν τα ιερά των λείψανα. Ιδίως ο ελληνικός χώρος είχε να επίδειξη πολλά τέτοια αναμνηστικά σημεία της διαβάσεως του μεγάλου αποστόλου του, του Παύλου. Αλλού έδειχναν και τιμούσαν τη φυλακή, όπως στους Φιλίππους, αλλού το βήμα, όπως στη Βέρροια, αλλού τον τόπο της δίκης, όπως το βήμα του Γαλλίωνος στην Κόρινθο, αλλού το βράχο όπου πάτησαν τα πόδια του και εκήρυξαν το λόγο, όπως στον Άρειο Πάγο στην Αθήνα, αλλού το λιμάνι στο οποίο αποβιβάσθηκε, όπως στους Καλούς λιμένες της Κρήτης και στη Λίνδο. Αλλού συνέδεσαν το πέρασμά του με μύθους και τερατουργίες, όπως στη Μυτιλήνη, όπου έδειχναν τον τόπο όπου φόνευσε διά προσευχής φοβερό δράκοντα. Δεν έχει σημασία αν το αφήγημα αυτό είναι μύθος· δείχνει συμβολικά πως αντελήφθη ο λαός το δυναμικό πέρασμα του αποστόλου, την εξόντωση της θηριώδους ειδωλολατρίας με τη δύναμη του Χριστού.

Ειδικά στην Θεσσαλονίκη επιδεικνύουν και σήμερα τον τόπο όπου κήρυξε ο απόστολος των Εθνών, στο αρχαίο παρεκκλήσιο της Μονής Βλατάδων και τον τόπο όπου καταδιωκόμενος κατέφυγε, στο μικρό σπήλαιο – αγίασμα κοντά στην ομώνυμο του συνοικία. Κατά τον ΙΕ’ αιώνα, ο Συμεών, που είναι ο τελευταίος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης προ της αλώσεως της πόλεως αυτής από τους Τούρκους (1430), μαρτυρεί ότι στο ναό της Αχειροποιήτου εφυλάσσετο και ετιμάτο κατά τη μνήμη των αποστόλων ο λίθος, πάνω στον οποίο δέθηκε και ραβδίσθηκε ο απόστολος. Το τυπικό του πανηγυρικού εορτασμού, όπως ετελείτο τότε στην Θεσσαλονίκη, μας το δίδει ο Συμεών στο ανέκδοτο Τυπικό του. Αφ’ εσπέρας ετελείτο, χοροστατούντος του μητροπολίτου, η ακολουθία του εσπερινού στην Αγία Σοφία. Μετά το τέλος του εσπερινού εγίνετο λιτανεία και ψάλλοντες τα ιδιόμελα της λιτής έφθαναν στο ναό «του αγίου Παύλου τω συγκειμένω τω ναώ της Θεοτόκου της Αχειροποιήτου, ένθα και ο λίθος, εν ω έτυψαν αυτόν». Πρόκειται πιθανώς για το παρεκκλήσιο το τιμώμενο σήμερα επ’ ονόματι της αγίας Παρασκευής, στη μέση του οποίου υπάρχει όρυγμα, στο οποίο προφανώς στηριζόταν η βάση του λίθου. Στο λίθο είχε χαραχθεί το ακόλουθο επίγραμμα, ανέκδοτο επίσης, που σώζεται σ’ ένα χειρόγραφο της βιβλιοθήκης της Βιέννης:

«Εν τώδε Παύλος ταννυθείς πριν τω λίθω,

ήνεγκε ράβδων αφορήτους αικίας,

ξεσθείς δε τανύν μορφοτύπων γλυφίδι,

τας προσκυνήσεις λαμβάνει και τα γέρα».

Το πρωί, συνεχίζει ο Συμεών στο Τυπικό του, εψάλλετο ο όρθρος στον καθεδρικά ναό της Αγίας Σοφίας και μετά από αυτόν νέα λιτανεία κατευθυνόταν στο ναό των αγίων Αποστόλων, όπου ετελείτο η θεία λειτουργία.

Κατά τον ΙΘ’ αιώνα γάλλος πρόξενος στην Θεσσαλονίκη μνημονεύει τετράγωνο λίθινο όγκο που βρισκόταν στο εσωτερικό του ναού του αγίου Γεωργίου Ροτόντας, επάνω στον οποίο ανέβηκε κατά την παράδοση ο απόστολος Παύλος και κήρυξε το λόγο του Θεού στους Θεσσαλονικείς. Σήμερα και ο λίθος της Αχειροποιήτου και ο λίθινος όγκος της Ροτόντας έχουν χαθεί και μαζί με αυτούς εξαλείφθηκαν και οι σχετικές ευλαβείς παραδόσεις, όχι όμως και η τιμή του μεγάλου αποστόλου από την πόλη μας. «Λίθοι ζώντες», που μαρτυρούν τη διάβασή του από εδώ, είναι οι καρδιές των χριστιανών κατοίκων της παλαιάς ειδωλολατρικής πόλεως και άφθικτο μνημείο οι δύο προς τους Θεσσαλονικείς επιστολές του.

«Γι’ αυτούς λοιπόν τους δύο κορυφαίους αποστόλους τον Πέτρο και τον Παύλο, τι μεγαλύτερο εγκώμιο θα μπορούσε κανείς να επινόησει», παρατηρεί το συναξάριο της ημέρας, «παρά τη μαρτυρία και ανακήρυξη του Κυρίου γι αυτούς; Τον μεν ένα τον μακάρισε και πέτρα τον ονόμασε, επάνω στην οποία είπε ότι θα ιδρύσει την Εκκλησία Του. Για τον άλλον δε είπε ότι θα γίνει το σκεύος της εκλογής Του και ότι θα βαστάσει το όνομά Του ενώπιον τυράννων και βασιλέων».


ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ