Powered By Blogger

25.6.08

ΑΝΝΑ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ


Γεννήθηκε στο Λουτράκι το Νοέμβριο του 1927. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, πρώην Βασιλικού. Οι μεγαλύτερες θεατρικές της παρουσίες της είναι στις αρχαίες τραγωδίες «Αντιγόνη», «Ηλέκτρα», «Ανδρομάχη», «Ιφιγένεια», καθώς και στην αρχαία κωμωδία «Λυσιστράτη», πάντα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Επίσης έχει παίξει και σε ένα πλήθος θεατρικών έργων, κυρίως του Σαίξπηρ καθώς και πολλών Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων, κατέχοντας σήμερα μια από τις πλέον εξέχουσες θέσεις των τραγωδών ηθοποιών του σύγχρονου Ελληνικού Θεάτρου.

ΚΥΒΕΛΗ





Η Κυβέλη γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1888 και από νηπιακή ηλικία βρέθηκε υπό τη προστασία του Δημητρίου Λεονάρδου (ανώτερου δημόσιου υπαλλήλου) και των θετών γονέων της Αναστασίου και Μαρίας Αδριανού. Το θεατρικό της ταλέντο αναπτύχθηκε αυθόρμητα στις προσπάθειες που κατέβαλε για να ξαναφέρει το χαμόγελο στους θετούς γονείς της που είχαν χάσει τον γιο τους στη Βραζιλία. Στο σπίτι του ζεύγους Ανδριανού γνώρισε τη μικρή Κυβέλη ο καθηγητής ορθοφωνίας και απαγγελίας Μ. Σιγάλας ο οποίος, αφού της έδωσε κάποια σειρά μαθημάτων τον Μάρτιο του 1901, την παρουσίασε σε επίδειξη των μαθητριών του. Η Κυβέλη Ανδριανού πήρε το πρώτο βραβείο που στάθηκε αφορμή για να αλλάξουν τα σχέδια των γονιών της να την κάνουν μοδίστρα. Την ίδια εποχή άρχισε να λειτουργεί η Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου και η Κυβέλη γράφτηκε σ΄ αυτήν παρότι δεν είχε συμπληρώσει τα 15 της χρόνια.
Τρεις μήνες όμως μετά, το Σεπτέμβριο του 1901, η σχολή εκείνη έκλεισε και προσέλαβε την Κυβέλη ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος στο θεατρικό όμιλο της Νέας σκηνής, που άρχισε τότε να καταρτίζεται από νεαρούς ερασιτέχνες, μεταξύ των οποίων ήταν ο Σωτήρης Σκίπης, ο Μήτσος Μυράτ, ο Διονύσης Δεβάρης, ο Άγγελος Σικελιανός και η αδελφή του Ελένη Πασαγιάννη. Πριν τελειώσουν οι ετοιμασίες για τη πρώτη εμφάνιση της Νέας Σκηνής, ο Χρηστομάνος διοργανώνει εσπευσμένα θεατρική παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών προς τιμή Ρουμάνων φοιτητών όπου η Κυβέλη εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πρωταγωνιστικό ρόλο ως Ιουλιέτα, στο γνωστό έργο του Σαίξπηρ. Την επιτυχία της εκείνη ακολούθησαν οι εμφανίσεις της στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη ως θεραπαινίδα, στην «Αγριόπαπια» του Ίψεν ως Εδβίγη, στη «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι ως θεατρινούλα, εκ των οποίων η θεατρική αναγνώρισή της υπήρξε γενική τόσο εκ μέρους του κοινού όσο και των κριτικών του θεάτρου. Έκτοτε αποτέλεσε κύριο πρόσωπο της Νέας Σκηνής και από τον ρόλο «του κακόμοιρου» που υποδύθηκε στο έργο του Α. Δωδέ «Αρλεζιάνα» (28 Ιουλίου 1902) άρχισε να μεσουρανεί στη θεατρική σκηνή. Το 1906 δημιουργεί δικό της θίασο με τον Κ. Σαγιώρ, που διαλύθηκε σε λίγους μήνες λόγω αναχώρησής της στο Παρίσι. Με την επιστροφή της και μετά από μικρή συνεργασία με τον Σαγιώρ δημιουργεί αποκλειστικά δικό της θίασο. Μέχρι το 1932 η Κυβέλη ως θιασάρχης και πρωταγωνιστής ανέβασε πολλά έργα σημαντικών συγγραφέων Ελλήνων και ξένων μεταξύ των οποίων των Γρ. Ξενόπουλου, Σ. Σκίπη, Σπ. Μελά, Δ. Κορομηλά, Δ. Ταγκόπουλου, Πρίγκιπα Νικολάου, Θ. Συναδινού, Π. Χορν, Ι. Πολέμη, Δ. Μπόγρη, Αρ. Προβελέγγιου, Ν. Λάσκαρη, Μ. Λιδωρίκη, Ίψεν, Ντ΄ Αννούτσιο, Μαίτερλιγκ, Γκόργκυ.
Το 1932 και 1934 συνεργάσθηκε με την καθιερωμένη αντίπαλό της Μαρίκα Κοτοπούλη σαν καλλιτεχνική αντίδραση στη δημιουργία του Εθνικού θεάτρου (που είχε ιδρύσει ο τότε Υπουργός Παιδείας και μετέπειτα σύζυγός της Γεώργιος Παπανδρέου). Στη συνέχεια για οικογενειακούς λόγους αποσύρθηκε από τη σκηνή με μόνο έκτακτη εμφάνιση το 1942 σε παραστάσεις του έργου του Σ. Μελά «Πίσω στη Γη».
Τον Απρίλιο του 1943 διαφεύγει με καΐκι στη Μέση Ανατολή, ακολουθώντας τον σύζυγό της πλέον Γεώργιο Παπανδρέου στον Λίβανο, την Αίγυπτο και την Ιταλία για να γυρίσει μετά την απελευθέρωση στην Αθήνα το 1944. Μετά την επιστροφή της και από το θέρος του 1950 συνεργάζεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη στο έργο «Τα παιδιά του Εδουάρδου», ακολούθως με το Εθνικό θέατρο στο έργο «Δάφνη Λορεόλα» και το 1952 ξαναεμφανίζεται με την Κοτοπούλη στο έργο του Ζαν Κοκτώ «Τρομεροί γονείς».
Στον ελληνικό κινηματογράφο εμφανίσθηκε στις ταινίες
Ο κακός δρόμος (1933)
Αστέρω (1937)
Η άγνωστος (1954) .... Λίνα Φλεριανού
Η Κυβέλη παντρεύτηκε τρεις φορές: πρώτα τον μεγάλο ηθοποιό Μήτσο Μυράτ, με τον οποίο απέκτησε τη μετέπειτα γνωστή πρωταγωνίστρια Μιράντα Μυράτ, στη συνέχεια τον θεατρικό επιχειρηματία Νίκο Θεοδωρίδη, με τον οποίο απέκτησε την επίσης γνωστή πρωταγωνίστρια Αλίκη Νικολαΐδη - Θεοδωρίδη (σύζυγο του Πολ Νορ -Νίκου Νικολαΐδη) και τέλος τον Γεώργιο Παπανδρέου (δεύτερη σύζυγος) με τον οποίο απέκτησε τον Γεώργιο Παπανδρέου που υπήρξε και η μεγάλη της αδυναμία μέχρι τον θάνατό της. Ως σύζυγος του Έλληνα Πρωθυπουργού επί χρόνια αποτελούσε το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής στην Αθήνα.
Η Κυβέλη πέθανε στην Αθήνα το 1978.

ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ





Γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1887 στην Αθήνα. Ήταν κόρη της ηθοποιού Ελένης και του Δημήτρη Κοτοπούλη.
Εμφανίστηκε στη σκηνή βρέφος σε περιοδεία των γονέων της στο έργο "Ο αμαξάς των Άλπεων". Διακρίθηκε περισσότερο ως τραγωδός στα έργα ξένων κι Ελλήνων κλασικών συγγραφέων. Επίσης η ερμηνεία από την Κοτοπούλη των σύγχρονων συγγραφέων θεωρείται ανεπανάληπτη. Λέγεται πως η Μαρίκα Κοτοπούλη δε διακρινόταν για την εξωτερική της εμφάνιση, ωστόσο πάνω στη σκηνή ήταν τόσο δυνατή η ταύτισή της με τους ρόλους της, που την μετέβαλλαν σε καλλονή και γοήτευε και τους πιο δύσκολους θεατές της.
Η προσφορά της στη σκηνική κληρονομιά είναι τεράστια και για πολύ θα αποτελεί παράδειγμα μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας.
Εκτός από το θέατρο, η Κοτοπούλη έπαιξε και στον κινηματογράφο, στην ελληνοτουρκική παραγωγή Κακός δρόμος (1933), βασισμένη σε μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 1954.Άλλες πηγές αναφέρουν ως ημερομηνία θανάτου την 11 Σεπτεμβρίου 1954.
Στην Αθήνα υπάρχει και το "Μουσείο Μαρίκας Κοτοπούλη" το οποίο βρίσκεται στην οδό Αλέξανδρου Παναγούλη στο Δήμο Ζωγράφου

ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ


Γεννήθηκε στα Βίλια Αττικής. Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου. Ο πατέρας της Κώστας Λούκος είχε μια ταβέρνα στα Βίλια Αττικής και η μητέρα της ήταν η Αναστασία Σταμάτη. Είχε 6 αδέρφια, εκ των οποίων ένα δίδυμο αδελφό, που πεθαίνει από φυματίωση το 1941. Το 1928 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Με τον Αλέκο Αλεξανδράκη έζησαν πάλι έναν θυελλώδη έρωτα που διήρκεσε δύο χρόνια και συμπρωταγωνίστησαν και στο θέατρο. Ο γάμος της με τον Μάριο Πλωρίτη (ο οποίος παρέμεινε αιώνιος φίλος της και στάθηκε δίπλα της μέχρι το τέλος της ζωής της) το 1950 υπήρξε ατυχής, χώρισαν το 1953, όταν γνωρίστηκε με τον Δημήτρη Χορν, και μαζί έγραψαν μία από τις πιο λαμπερές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου και υπήρξαν αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή και στη σκηνή. Όμως, δεν παντρεύτηκαν ποτέ και επιπλέον η Λαμπέτη αναγκάστηκε να κάνει έκτρωση στο παιδί που κυοφορούσε από εκείνον.
Από τον Δ. Χορν χώρισε το 1959, όταν γνώρισε τον αμερικανό συγγραφέα Γουέηκμαν (Frederic Wakeman), τον οποίο παντρεύτηκε, αλλά χώρισε το 1976 μετά από πολλά προβλήματα και όντας χρόνια εν διαστάσει. Σημαντική γνωριμία στη ζωή της στάθηκε ο γνωστός ηθοποιός Κώστας Καρράς, με τον οποίο η Λαμπέτη ονειρευόταν για άλλη μια φορά τον γάμο και την οικογένεια. Θα παίξουν μαζί στο "Θυμήσου τον Σεπτέμβρη", αλλά εμπόδιο στα σχέδιά της είναι το νεαρό της ηλικίας του και το ότι εκείνος είναι παντρεμένος, κάτι που η ίδια αγνοούσε. Θα μάθει την αλήθεια από τη γνωστή πλέον ηθοποιό Βέρα Κρούσκα, η οποία έκανε τα πρώτα θεατρικά της βήματα στο πλευρό της Λαμπέτη.
Ο καρκίνος κάνει την εμφάνιση της στη ζωή της ηθοποιού (1969). Αφού της στέρησε τις αγαπημένες της αδερφές, τις οποίες έχασε όλες (εκτός από την αδερφή της Αντιγόνη, η οποία έζησε αρκετά χρόνια και μετά το θάνατο της Έλλης) από καρκίνο του μαστού, ο καρκίνος χτύπησε την πόρτα και της ίδιας. Μετά την εγχείρηση (ολική μαστεκτομή) στην οποία υποβλήθηκε στις ΗΠΑ επιστρέφει και προσπαθεί να το ξεπεράσει.
Μια προσπάθεια υιοθεσίας από κοινού με τον Γουέηκμαν, (της μικρής Έλίζας) της δημιούργησε πλείστα προβλήματα, όταν δικαστική απόφαση την υποχρέωσε να επιστρέψει το παιδί, μετά παρέλευση 4 χρόνων, στους φυσικούς γονείς του. Η περιπέτεια αυτή της δημιούργησε γενική κατάπτωση και μελαγχολία, που την κράτησε μακριά από το θέατρο. Η επάρατη νόσος όμως ήρθε να συμπληρώσει την τραγωδία της μεγάλης αυτής ηθοποιού, κάνοντας την επανεμφάνισή της μετά από 11 χρόνια, το 1980. Οι μεταστάσεις ήταν συνεχείς. Οι χημειοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε έπληξαν τις φωνητικές της χορδές, με αποτέλεσμα σταδιακά να χάσει και τη φωνή της. Η τελευταία παράσταση στην οποία πρωταγωνίστησε στην Αθήνα ήταν τα "Παιδιά ενός κατώτερου Θεού" στο ρόλο της κωφάλαλης Σάρα.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1983 άφησε τη τελευταία της πνοή σε νοσοκομείο των ΗΠΑ που είχε μεταβεί λίγες εβδομάδες πριν. Η τελευταία προσφορά της ήταν η δωρεά των ματιών της.
Η Έλλη Λαμπέτη είχε τιμηθεί με το επαμειβόμενο βραβείο Μαρίκας Κοτοπούλη για την διετία 1949-1951.

ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΞΙΝΟΥ











Η Κατίνα Κωνσταντοπούλου - Παξινού ήταν Ελληνίδα ηθοποιός κυρίως δραματικού ρεπερτορίου παγκόσμιας φήμης.
Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1900 στον Πειραιά. Σπούδασε μουσική και τραγούδι στο Ωδείο της Γενεύης καθώς και σε άλλες αντίστοιχες σχολές στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Άρχισε από πολύ νωρίς την καλλιτεχνική σταδιοδρομία της και γρήγορα διακρίθηκε για το αληθινό ταλέντο της και την αγάπη στην τέχνη της. Ο πρώτος της σημαντικός ρόλος ήταν της Βεατρίκης, στην ομώνυμη όπερα Αδελφή Βεατρίκη του Μητρόπουλου που ανεβάσθηκε το 1920 στο Δημοτικό θέατρο Πειραιώς. Ο πρώτος θεατρικός ρόλος της στην πρόζα ήταν το 1929, στο θέατρο Κοτοπούλη, στο «Γυμνή Γυναίκα» (La femme nue) του Μπατάιγ, που την καθιέρωσε και πρωταγωνίστρια δραματικών ρόλων.Το 1931 συνεργάστηκε με τον κορυφαίο Έλληνα καλλιτέχνη Αιμίλιο Βεάκη με τον οποίο εισχωρεί στον συναιτερικό θίασο του Αλέξη Μινωτή, τον οποίο και παντρεύτηκε και που μαζί του συνεργάστηκε αποδοτικά από το 1932 μέχρι το 1940, χρονιά που έγινε μόνιμο μέλος του Εθνικού Θεάτρου. Με την Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου εμφανίσθηκε στο Λονδίνο στη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο. Κατά την περίοδο του πολέμου εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ όπου και εμφανίσθηκε στο Θέατρο Μπροντγουαίη. Όμως το έργο που την επέβαλε σε διεθνή κλίμακα και που της χάρισε το 1944 το Όσκαρ της ηθοποιΐας, από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, ήταν το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα», όπου υποδυόταν το ρόλο της φλογερής πατριώτισσας της Ισπανίας, Πιλάρ. Για το κινηματογραφικό έργο «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», βραβεύτηκε με το βραβείο Κοκτώ.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1952 όπου και αρχισε ξανά τις εμφανίσεις της στο Εθνικό Θέατρο με τον Αλέξη Μινωτή όπου ανεβάζει Ίψεν και Λόρκα αλλά κύριο πλέον ενδιαφέρον τις παραστάσεις αρχαίων θεατρικών έργων, απoδίδοντας τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στα έργα: "Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα" του Λόρκα, "Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας" του Ντύρενματ, "Η τρελή του Σαγιώ" του Ζιρωντού, "Το μακρύ ταξίδι" του Ο΄ Νηλ. Επίσης έλαβε μέρος στα διάφορα Φεστιβάλ της δεκαετίας του "50 στις παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο. Ενώ εμφανίσθηκε και στις ταινίες "Ο κύριος Αρκάντιν" του Όρσον Γουέλς και "Ο Ρόκος και τ΄ αδέλφια του" του Βισκόντι (1960).Κατά την διάρκεια της δικτατορίας η Παξινού και ο Μινωτής συγκρότησαν δικό τους θιασο όπου και ανέβασαν μεταξύ άλλων τα έργα: "Ο ματωμένος γάμος" του Λόρκα, "Η Ήρα και το παγώνι" του Ο΄ Κέισυ, "Οι παλαιστές" του Στρατή Καρά κ.ά. Η τελευταία της παράσταση στο θέατρο ήταν στο ρόλο της μάνας στο έργο του Μπρεχτ "Μάνα κουράγιο" και στον κινηματογράφο "Το νησί της Αφροδίτης" (1969).
Γενικά η Κατίνα Παξινού είχε πολύ πλούσιες εκφραστικές δυνατότητες που της επέτρεπαν να ερμηνεύει όχι με δυσκολία δραματικούς ρόλους κάθε θεατρικού υφους, από την αρχαία ελληνική τραγωδία μέχρι το "μπρεχτικό" θέατρο. Επίσης η μουσική της καλλιέργεια της επέτρεπε να χρωματίζει τη φωνή της ώστε ν΄ αναδεικνύεται η εκφραστικότητα και η ευαισησία έντονα καθώς και ο μελωδικός ρυθμός του ποιητικού λόγου. Η Κατίνα Παξινού έγραψε επίσης και μουσική για την τραγωδία «Οιδίπους τύραννος». Πέθανε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 1973.