Powered By Blogger

22.6.08


Μονεμβασιά. Μια από τις ωραιότερες περιοχές της Πελοποννήσου και το επίνειο του νομού Λακωνίας. Ο βράχος της Μονεμβασιάς βρίσκεται σε απόσταση 95 χλμ. νοτιοανατολικά της Σπάρτης και είναι ένας από τους δημοφιλέστερους προορισμούς της Πελοποννήσου. Ενώνεται με τη στεριά με μια στενή λωρίδα γης, από την οποία λέγεται ότι πήρε και το όνομά της. Δηλαδή από τα συνθετικά «Μόνη» και «Έμβασις», που δηλώνουν ότι η είναι προσπελάσιμη μόνο από μια είσοδο (τη στενή λωρίδα γης που συνδέει το βράχο με την ανατολική ακτή της Λακωνίας). Η περίφημη καστροπολιτεία ιδρύθηκε τη βυζαντινή περίοδο και υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κάστρα της Πελοποννήσου. Τα πέτρινα σπίτια, τα επιβλητικά αρχοντικά, οι βυζαντινές εκκλησίες και οι ισχυρές οχυρώσεις προκαλούν δέος και θαυμασμό σε κάθε επισκέπτη. Η Μονεμβασιά αποτελείται από δύο οικισμούς: την Επάνω Πόλη που είναι κτισμένη στο πλάτωμα της κορυφής του βράχου και την Κάτω Πόλη που είναι κτισμένη στην βάση της νοτιοανατολικής πλευράς του βράχου. Οι δύο αυτοί οικισμοί στο παρελθόν ήταν κλεισμένοι μέσα στα γερά τείχη του κάστρου και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με μια προφυλαγμένη σκάλα λαξεμένη στο βράχο. Στην Επάνω Πόλη το μοναδικό μνημείο που σώζεται είναι ο ναός της Αγίας Σοφίας. Η Κάτω Πόλη διατηρεί το μεσαιωνικό της χαρακτήρα. Τα ψηλά συμπαγή πετρόκτιστα σπίτια, στα στενά πλακόστρωτα δρομάκια, οι εκκλησίες και γενικά όλη η ατμόσφαιρα μεταφέρει τον επισκέπτη σε περασμένες εποχές. Πολλά διατηρητέα οικήματα λειτουργούν ως παραδοσιακοί ξενώνες. Η διαμονή σ’ αυτά μένει αξέχαστη σε κάθε επισκέπτη καθώς η ατμόσφαιρα είναι άκρως ρομαντική και ειδυλλιακή.

21.6.08

ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ







Η Ατλαντίδα (Αρχ.Ελλ: Ἀτλαντὶς νῆσος) είναι ένα μυθικό νησί που πρωτοαναφέρθηκε στους διαλόγους του Πλάτωνα «Τιμαίος» και «Κριτίας».
Στην περιγραφή του Πλάτωνα, η Ατλαντίδα, που βρίσκεται «πριν από το στόμα των Ηράκλειων Στηλών», ήταν μια ναυτική δύναμη που είχε κατακτήσει πολλά μέρη της δυτικής Ευρώπης και της Λυβικής, περίπου 9.000 χρόνια πριν τον Σολωνα (δηλαδή κατά το 9.560 π.Χ.). Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να εισβάλει στην Αθήνα, η Ατλαντίδα βυθίστηκε μυστηριωδώς στον πέλαγος «σε μια μόνο δεινή ημέρα και νύχτα».
Επειδή είναι μια ἱστορία που ενσωματώνεται στους διαλόγους του Πλάτωνα, η Ατλαντίδα θεωρείται γενικά ως παραβολή που κατασκευάστηκε από τον Πλάτωνα για να επεξηγήσει τις πολιτικές θεωρίες του. Αν και η ιστορία του Πλάτωνα φαίνεται σαφής στους περισσότερους μελετητές, μερικοί προτείνουν ότι η περιγραφή του εμπνεύστηκε από παλαιότερες παραδόσεις. Κάποιοι υποστηρίζουν πως ο Πλάτωνας βασίστηκε σε προηγούμενα γεγονότα, όπως την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης ή τον Τρωικό πόλεμο, ενώ άλλοι επιμένουν ότι έλαβε έμπνευση από πιο σύγχρονά του γεγονότα όπως την καταστροφή της Ελίκης το 373 π.Χ και την αποτυχημένη εισβολή της Σικελίας το 415-413 π.Χ.
Η πιθανή ύπαρξη μιας αληθινής Ατλαντίδας ήταν θέμα που συζητήθηκε ενεργά κατά την κλασσική αρχαιότητα, αλλά συνήθως το απέρριπταν και το διακωμωδούσαν. Η ιστορία έμεινε βασικά άγνωστη κατά τον μεσαίωνα και ξανά ανακαλύφτηκε στις αρχές των σύγχρονων χρόνων. Η περιγραφή του Πλάτωνα ενέπνευσε τις ουτοπιστικές δουλειές πολλών Αναγεννησιακών συγγραφέων, όπως τη «Νέα Ατλαντίδα» του Φράνσις Μπέικον. Ακόμα και σήμερα, η Ατλαντίδα εμπνέει τη μοντέρνα λογοτεχνία, από επιστημονική φαντασία ως κωμικά βιβλία ως και ταινίες, το όνομά της είναι τώρα συνώνυμο με όλους τους αρχαίους αλλά εξελιγμένους (και χαμένους) πολιτισμούς.

[Επεξεργασία] Πλάτωνας
Οι διάλογοι Τιμαίος και Κριτίας, που γράφτηκαν το 360 π.Χ. είναι οι πρώτες γνωστές αναφορές στην Ατλαντίδα. Για άγνωστους λόγους ο Πλάτωνας ποτέ δεν ολοκλήρωσε τον Κριτία, εντούτοις ο μελετητής Benjamin Jowett, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει οτι ο Πλάτωνας αρχικά σκόπευε να γράψει και ένα τρίτο διάλογο με τον Τίτλο «Ερμοκράτης». Ο John V. Luce υποθέτει οτι ο Πλάτωνας – αφού περιέγραψε την αρχή του κόσμου και της ανθρωπότητας στον Τιμαίο, καθώς επίσης και την αλληγορική τέλεια κοινωνία της αρχαίας Αθήνας και της επιτυχούς υπεράσπισης της ενάντια της εχθρικής Ατλαντίδας στον Κριτία - θα έκανε κύριο θέμα του Ερμοκράτη τη στρατηγική του Ελληνιστικού πολιτισμού κατά τη σύγκρουσή του με του βάρβαρους. Ο Πλάτωνας έγραψε για την Ατλαντίδα στον Τιμαίο:
Πολλές μεγάλες και θαυμάσιες πράξεις καταγράφονται στις ιστορίες μας για το κράτος σας. Αλλά μια από αυτές ξεπερνά όλες τις υπόλοιπες στο μεγαλείο και την ανδρεία. Οι ιστορίες μιλούν για μια τρανή δύναμη που απρόκλητη εκστράτευε έναντι Ευρώπης και Ασίας, και στην οποία η πόλη σας κατάφερε να θέσει τέλος. Αυτή η δύναμη ξεπρόβαλε από τον «Πέλαγος του Άτλαντα» («Ατλαντικό»), και τότε ο πέλαγος αυτός ήταν πλεύσιμος, και είχε ένα νησί που βρισκόταν μπροστά από τα στενά που εσείς αποκαλείτε Ηράκλειες Στήλες. Το νησί ταυτοχρονα ήταν από Λιβύη και μεγαλύτερο από την Ασία, και ήταν ο δρόμος προς άλλα νησιά, που αν από αυτά περνούσες μπορούσες να φτάσεις στην απέναντι ήπειρο που περιέβαλε τον αληθινό ωκεανό – γιατί η θάλασσα εντός των Ηράκλειων Στηλών είναι μόνο ένα λιμάνι με στενό λαιμό και η άλλη είναι αληθινή θάλασσα της οποίας η περιβάλλουσα γη μπορεί όντως να αποκαλεστεί άπειρη. Τώρα, σε αυτή τη νήσο της Ατλαντίδας ήταν μια μεγάλη και απίστευτη αυτοκρατορία...
Τα τέσσερα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος στους δυο αυτούς διαλόγους είναι οι πολιτικοί Κριτίας και Ερμοκράτης και οι φιλόσοφοι Σωκράτης και Τιμαίος, όμως ο μόνος που αναφέρει την Ατλαντίδα είναι ο Κριτίας. Ενώ πιθανότατα όλοι αυτοί οι άνθρωποι έζησαν πραγματικά, οι διάλογοι όπως καταγράφηκαν μπορεί να ήταν εφεύρεση του Πλάτωνα. Στις γραπτές του δουλειές, ο Πλάτωνας κάνει εκτενή χρήση των Σωκρατικών διαλόγων προκειμένου να συζητηθούν οι αντίθετες θέσεις μέσα στα πλαίσια μιας υπόθεσης.
Ο Τιμαίος αρχίζει με μια εισαγωγή, που ακολουθείται από μια περιγραφή της δημιουργίας και της δομής του σύμπαντος και των αρχαίων πολιτισμών. Στην εισαγωγή, ο Σωκράτης διαλογίζεται πάνω στη τέλεια κοινωνία, όπως περιγράφεται στην Πολιτεία του Πλάτωνα, και διερωτάται αν αυτός και οι φιλοξενούμενοί του μπορούν να θυμηθούν μια ιστορία που μιλά για μια τέτοια ακριβώς κοινωνία. Ο Κριτίας αναφέρει μια πραγματική, όπως ισχυρίζεται, τέτοια ιστορία και συνεχίζει να την αφηγηθεί όπως καταγράφηκε στον διάλογο Κριτίας. Στη ιστορία του, η Αθήνα φαίνεται να συμβολίζει την «τέλεια κοινωνία» και η Ατλαντίδα τον αντίπαλό της, που αντιπροσωπεύει την ίδια την αντίθεση των «τέλειων» γνωρισμάτων που περιγράφονται στην Πολιτεία. Ο Κριτίας υποστηρίζει οτι η ιστορία του προέρχεται από μια επίσκεψη του Αθηναίου νομοθέτη Σόλωνα στη Σαϊς της Αιγύπτου, όπου γνώρισε ένα ιερέα που του μετάφρασε την ιστορία στα Ελληνικά από Αιγυπτιακά ιερογλυφικά γραμμένα πάνω σε παπύρους. Κατά τον Πλούταρχο, ο ιερέας ονομαζόταν Σόνχις, αλλά λόγω της μεγάλης χρονικής περιόδου μεταξύ Πλούταρχου και του υποτιθέμενου γεγονότος, αυτός ο προσδιορισμός είναι ανεπιβεβαίωτος.
Σύμφωνα με τον Κριτία, οι παλιοί Ελληνικοί θεοί διαίρεσαν τη γή ώστε ο καθένας να έχει το μέρισμα του. Ο Ποσειδώνας πήρε το νησί της Ατλαντίδας. Το νησί ήταν μεγαλύτερο από τη Λιβύη και τη Μικρά Ασία μαζί, αλλά κατόπιν βυθίστηκε από ένα σεισμό και δεν έμεινε τίποτε άλλο παρά αδιάβατο λασπόνερο, που εμπόδιζε το ταξίδι σε οποιοδήποτε μέρος του ωκεανού. Οι Αιγύπτιοι περιέγραψαν την Ατλαντίδα ως ένα νησί περίπου 700 χλμ σε πλάτος, αποτελούμενο κυρίως από βουνά στο βόρειο μέρος και κατά μήκος της ακτής, και με μια μεγάλη στενόμακρη πεδιάδα στα νότια που «εκτείνεται σε μια κατεύθυνση 3,000 στάδια (600χμ) και 2,000 στάδια (400χμ) στην άλλη»
Πενήντα στάδια μέσα από την ακτή ήταν ένα «βουνό όχι πολύ υψηλό σε οποιαδήποτε πλευρά». Εδώ ζούσε μια ιθαγενής γυναίκα την οποία ερωτεύτηκε ο Ποσειδώνας και της έκανε πέντε ζευγάρια αρσενικών διδύμων. Ο Άτλαντας, που ήταν ο μεγαλύτερος τους, έγινε βασιλιάς ολόκληρου του νησιού και του ωκεανού (που ονομάστηκε Ατλαντικός σε τιμή του), και του δόθηκε το βουνό της γέννησής του και η περιβάλλουσα περιοχή. Επίσης μυθικός βασιλιάς της Ατλαντίδας αδελφός του Άτλαντα φέρεται ο Αζάης.
Ο Ποσειδώνας χάραξε το βουνό της αγαπημένης του σε παλάτι, και το εσώκλεισε με τρεις κυκλικές τάφρους αυξανόμενου πλάτους (1-3 στάδια) που είχαν δακτυλίους γης ανάλογους σε μέγεθος. Οι κάτοικοι του νησιού τότε έκτισαν γέφυρες προς τα βόρεια του βουνού για να το ενώσουν με το υπόλοιπο νησί. Τότε άνοιξαν ένα μεγάλο κανάλι προς τη θάλασσα, έσκαψαν τούνελ παράλληλα με τις γέφυρες για να περνούν τα πλοία και χάραξαν αποβάθρες πάνω στους πέτρινους τοίχους των τάφρων. Κάθε πέρασμα προς την πόλη φρουρούνταν με πύλες και πύργους, και τείχη περιτριγύριζαν κάθε δακτύλιο γης. Τα τείχη ήταν κατασκευασμένα από κόκκινη, λευκή και μαύρη πέτρα που έβγαλαν από τις τάφρους, και ήταν επικαλυμμένα με μπρούντζο, κασσίτερο και ορείχαλκο αντίστοιχα.
Κατά τον Κριτία, 9,000 πριν τον Πλάτωνα, ένας πόλεμος ξέσπασε μεταξύ αυτών εντός και εκτός των Ηράκλειων Στήλων (πιθανότατα τα στενά του Γιβραλτάρ). Η Ατλαντίδα είχε κατακτήσει μέρη της Λιβύης μέχρι και την Αίγυπτο και της Ευρώπης μέχρι τη Τυρρηνία, και υπέβαλε τους ανθρώπους τους στη δουλεία. Οι Αθηναίοι οδήγησαν μια συμμαχία ενάντια στην αυτοκρατορία της Ατλαντίδας, και καθώς η συμμαχία αδυνατούσε, οι Αθηναίοι επικράτησαν μόνοι και ελευθέρωναν κατακτημένες περιοχές. «Όμως αργότερα έγιναν δυνατοί σεισμοί και πλημμύρες, και σε μια μόνο δεινή ημέρα και νύχτα όλοι οι πολεμιστές βυθίστηκαν μέσα στη γη, και ομοίως η νήσος της Ατλαντίδας χάθηκε στα βάθη της θάλασσας».

11.6.08

ΠΥΘΙΑ



Άλλοι αγώνες
Πύθια Ίσθμια Νέμεα Παναθήναια Ηραία Ασκληπιεία
Πύθια
Τα Πύθια τελούνταν στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς προς τιμήν της νίκης του θεού επί του δράκοντα Πύθωνα. Οι πρώτοι αγώνες ήταν μουσικοί και περιλάμβαναν ένα διαγωνισμό κιθαρωδών και έναν αυλητών. Στα όγδοα Πύθια προστέθηκε και αγώνας κιθαριστών, ενώ στα Ελληνιστικά χρόνια περιλήφθησαν το εγκώμιο και η παντομίμα. Τον 4ο αιώνα π.Χ. πιθανότατα εμφανίστηκαν οι «κυκλικοί» (ή διθυραμβικοί) και οι δραματικοί αγώνες τραγικών και κωμικών ηθοποιών. Γύρω στο 582 π.Χ., μετά τον Πρώτο Ιερό Πόλεμο, όταν οι Δελφοί απελευθερώθηκαν από τον έλεγχο της πόλης Κίρρας με τη βοήθεια των Αμφικτυόνων (δώδεκα πόλεις που γειτόνευαν με το ιερό της Δήμητρας στις Θερμοπύλες), οι τελευταίοι αναδιοργάνωσαν τους αγώνες. Τότε, προστέθηκαν στο πρόγραμμα γυμνικά (στάδιο, δίαυλος, δόλιχος, πάλη, πυγμαχία, παγκράτιο, πένταθλο και αγώνας κηρύκων και σαλπιγκτών) και ιππικά αγωνίσματα (τέθριππο, συνωρίς και αντίστοιχα πωλικά). Τα Πύθια επαναλαμβάνονταν κάθε τέσσερα χρόνια με έπαθλο ένα στεφάνι δάφνης.

Το Μαντείο

Στα πρώτα χρόνια του μαντείου, η Πυθία ήταν κοπέλα νέα και παρθένος, αλλά αργότερα το μαντείο νομοθέτησε, ότι έπρεπε να είναι άνω των πενήντα ετών και άμεμπτος. Στα χρόνια της ακμής του μαντείου, υπήρχαν τρεις Πυθίες.Στην αρχή, οι απαντήσεις δίνονταν μια φορά τον χρόνο, την έβδομη μέρα του μηνός Βίτσιου (τέλη Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου), επέτειος της γεννήσεως του Απόλλωνος, αλλά αργότερα στην ακμή του μαντείου, οι απαντήσεις δίνονταν την έβδομη μέρα κάθε μηνός, με εξαίρεση τους τρεις χειμερινούς μήνες, κατά τους οποίους ο Απόλλων πήγαινε στην χώρα των Υπερβορείων. Κατά την διάρκεια της απουσίας του Απόλλωνος, είχε κανονισθεί να εορτάζετε ο θεός Διόνυσος, με γλέντια στο όρος του Παρνασσού και στον ναό.Για να δώσει η Πυθία απάντηση, μία ακριβής ιεροτελεστία ακολουθείτο. Πρώτον, οι θεόπροποι (η Πυθία και οι ιερείς) καθαρίζονταν στην Κασταλία πηγή, πλήρωναν μια αμοιβή (τον πέλανο) και κατόπιν θυσίαζαν ένα ζώο, στον ναό του Απόλλωνος. Το ζώο έπρεπε να ήταν μικρό και υγιές και πριν την θυσία έριχναν κρύο νερό επάνω του, και αν το ζώο άρχιζε να τρέμει, αυτό ήταν σημάδι ότι ο θεός ήταν παρών και θα έδινε απάντηση. Η Πυθία τότε προχωρούσε στο κάψιμο ανθών δάφνης και βρώμης, εκεί που υπήρχε η αιώνια φλόγα και μετά κατέβαινε στα υπόγεια άδυτα (Άνδρο), κάτω από το κέντρο του ναού. Οι ιερείς και οι επισκέπτες έμεναν στο επάνω μέρος, σε ένα δωμάτιο, από όπου ο επισκέπτης έκανε την ερώτηση, με δυνατή φωνή.Η Πυθία αφού έπινε νερό από την πηγή της Κασσοτίδος, μασούσε φύλλα δάφνης και καθισμένη επάνω στο ιερό τρίποδο, το οποίο ήταν πλησίον του ομφαλού, εισέπνεε από την σχισμή. Όταν έπεφτε σε νάρκη, άρχιζε να μιλάει και οι ιερείς έγραφαν και εξηγούσαν τα λεγόμενα της.Οι απαντήσεις που έδινε το μαντείο ήταν ή κρυπτικές ή διφορούμενες. Ήταν τα σημάδια του θεού.

Πυθια




Πυθία ονομαζόταν η εκάστοτε Πρωθιέρεια του Θεού Απόλλωνα στο Μαντείο των Δελφών η οποία, ευρισκόμενη σε έκσταση, μετέφερε τη χρησμοδότηση του Θεού προς τον ενδιαφερόμενο με τρόπο συνήθως λακωνικό, δυσνόητο και αινιγματικό.
Ιέρεια που έδινε χρησμούς στο μαντείο του Απόλλωνα, στους Δελφούς. Πριν από κάθε χρησμό, η Πυθία πλενόταν, έπινε νερό από την Κασταλία πηγή, μασούσε φύλλα δάφνης και ανέβαινε σ' έναν τρίποδα. Από τη βάση του τρίποδα έβγαιναν αναθυμιάσεις από κάψιμο διαφόρων ψυχοτροπικών βοτάνων . Η Πυθία. ερχόταν σε έκσταση και έβγαζε ασυνάρτητες κραυγές και λόγους. Οι ιερείς του μαντείου μετέτρεπαν τα άναρθρα αυτά λόγια σε έμμετρους χρησμούς, με διφορούμενη σημασία. Ο χρησμός π.χ. για τα ξύλινα τείχη, που θα έσωζαν στην Αθήνα από τον Ξέρξη, από άλλους ερμηνεύτηκε ως καταφυγή στην Ακρόπολη και από άλλους ως ναυμαχία, επειδή τα καράβια ήταν ξύλινα. Συνήθως η Πυθία. εκλεγόταν από τις ευγενικής καταγωγής παρθένες των Δελφών. Αργότερα όμως αποφασίστηκε να είναι ηλικίας πάνω από 50 χρόνων. Στα παλαιότερα χρόνια η Πυθία έδινε μόνο ένα χρησμό, κάθε Φεβρουάριο

31.5.08

ΟΙ ΤΡΩΦΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


Λίγα πράγματα της καθημερινής ζωής έχουν οι σημερινοί Έλληνες κοινά με τους Αθηναίους των αρχαίων χρόνων. Τα παραδοσιακά ελληνικά ποτά και τρόφιμα ήταν εντελώς άγνωστα στην αρχαιότητα. Για παράδειγμα, δεν υπήρχε τότε το ελληνικότατο ούζο, αφού οι Αθηναίοι φαίνεται να αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης. Το αρχαιοελληνικό τραπέζι, γενικότερα, δεν έμοιαζε με το σημερινό. Άγνωστα ήταν τότε το ρύζι, η ζάχαρη, το καλαμπόκι, ο καφές, οι ντομάτες, οι μελιτζάνες, οι πιπεριές, οι μπάμιες και, φυσικά, οι πατάτες. Παρ’ όλες, όμως, τις ελλείψεις αυτών των αγαθών, οι αρχαίοι ήταν αληθινά καλοφαγάδες. Η μαγειρική τους έμοιαζε αρκετά με τη σημερινή των Κινέζων ή των Ιαπώνων! «Οι τροφές των αρχαίων», γράφει ο Σαρλ Πικάρ στο βιβλίο του με θέμα τη ζωή στην κλασική Ελλάδα, «σκοπό είχαν να ερεθίσουν και όχι να βαρύνουν το στομάχι, γι’ αυτό άλλωστε ήταν πλούσιες σε καρυκεύματα και αρωματικά βότανα».
Γεγονός είναι ότι στα συμπόσια των αρχαίων τα τραπέζια ήταν βαρυφορτωμένα και το κρασί έρρεε άφθονο, νερωμένο με γλυκό ή θαλασσινό νερό και αρωματισμένο με δενδρολίβανο ή μέλι. Την εποχή του Περικλή (5ος αιώνας π.Χ.), οι καλεσμένοι σ’ ένα πλούσιο δείπνο θα απολάμβαναν ένα ενδιαφέρον και χορταστικό μενού: λαγό μαγειρεμένο με μέντα και θυμάρι, ψητές τσίχλες ή σπίνους διατηρημένους σε ευωδιαστό λάδι, αρνάκι ή γουρουνόπουλο σούβλας ποτισμένο με «θυλήματα» (χοντροαλεσμένο αλεύρι ραντισμένο με κρασί και λάδι, με το οποίο έσβηναν το κρέας καθώς ψηνόταν), γλυκίσματα από ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι πασπαλισμένα με μελωμένο κρασί και σουσάμι, αλμυρά τσουρέκια, ψητά ορτύκια, τυρί της Αχαΐας, σύκα και μέλι της Αττικής, κρασί από τη Χίο και τη Λέσβο, σταφύλια από τη Μένδη της Παλλήνης, χέλια και ψάρια από τη λίμνη Κωπαΐδα, θαλασσινά από την Εύβοια, κριθαρένιο ψωμί από την Πύλο, βραστούς βολβούς, που ευνοούν τη σεξουαλική διάθεση, ραπανάκια για να περνά η μέθη και, βέβαια, τις πίτες της Αθήνας, καύχημα της πόλης, παραγεμισμένες με τυρί, μέλι και διάφορα καρυκεύματα
Μπορεί οι Αθηναίοι να ήταν καλοφαγάδες, ήταν όμως κατά κανόνα λιτοδίαιτοι. Όπως το διατύπωναν τότε, ήταν «μικροτράπεζοι» και «φυλλοτρώγες», γι’ αυτό και υπήρχε η έκφραση «Αττικηρώς ζην».
Μια μέρα στην Αθήνα
Ο Αθηναίος, πριν βγει από το σπίτι του με το πρώτο φως της αυγής, έτρωγε κάτι λιτό, το «ακράτισμα» που ήταν συνήθως λίγο κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί, το λεγόμενο άκρατο οίνο. Μερικές φορές στο πρώτο αυτό γεύμα πρόσθεταν ελιές και σύκα. Πιο συχνά, όμως, το πρωινό ήταν απλά μια κούπα από «κυκεώνα», δηλαδή ένα ρόφημα από βρασμένο κριθάρι αρωματισμένο με μέντα ή θυμάρι, για το οποίο οι αρχαίοι πίστευαν ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες Κατά τη διάρκεια της μέρας, έπαιρναν ακόμα τρία γεύματα: το άριστον (μεσημεριανό), το δειλινό και το δείπνο. Το κύριο γεύμα, το δείπνο, το έπαιρναν στο τέλος της μέρας ή αφού είχε ήδη νυχτώσει. Ήταν πλούσιο και πολλές φορές τελείωνε με τραγήματα (επιδόρπια), φρούτα φρέσκα ή ξηρά, κυρίως σύκα, καρύδια, σταφύλια ή γλυκά με μέλι.
Τα εδέσματα
Οι αρχαίοι έτρωγαν συχνά κρέας, ιδιαίτερα χοιρινό αλλά και μοσχαρίσιο, μαγειρεμένο με αρκετούς τρόπους και σπανιότερα κατσίκι και αρνί. Μεγάλο γαστρονομικό ενδιαφέρον έδειχναν για το κυνήγι (τσίχλες, ορτύκια, ελάφια). Τέλος, για να είναι μαλακά τα κρέατα, φρόντιζαν να τα μαρινάρουν πριν από το ψήσιμο με χορταρικά. Με το ψάρι ίσχυε ό,τι και στις μέρες μας. Οι Αθηναίοι είχαν μεγάλη αδυναμία στα θαλασσινά και στα όστρακα. Οι τσιπούρες και τα μπαρμπούνια στόλιζαν συχνά τα τραπέζια των πλουσίων, ενώ οι σαρδέλες του Φαλήρου ήταν το συνηθισμένο πιάτο των φτωχότερων. Η τιμή της σαρδέλας, μάλιστα, λειτουργούσε ως βαρόμετρο για την αγορά τροφίμων της Αθήνας. Μεγάλη ζήτηση είχαν και τα παστά ψάρια από τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο, και φυσικά τα φημισμένα χέλια της Κωπαΐδας, που ήταν πανάκριβος μεζές αφού το καθένα απ’ αυτά στοίχιζε όσο ένα γουρουνόπουλο
Οι σαλάτες τους γίνονταν πάντα από υλικά που είχαν θεραπευτικές ιδιότητες και τα οποία ποτέ δεν έβραζαν για να μη χάσουν τις βιταμίνες τους. Οι αρχαίοι συνήθιζαν να παίρνουν λάδι για τις σαλάτες τους από άγουρες ελιές. Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας. Τους άρεσαν επίσης τα αλλαντικά και τα όσπρια. Έτρωγαν φασόλια, φακές, ρεβίθια (ψημένα), μπιζέλια και κουκιά σε πουρέ (έτνος). Φυσικά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια περιλαμβάνονταν στο καθημερινό μενού. Εκλεκτό έδεσμα για τους αρχαίους ήταν τα σαλιγκάρια, τα οποία οι Κρητικοί έτρωγαν από την εποχή του Μίνωα. Τα λαχανικά, τέλος, είχαν μεγάλη ζήτηση. Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του επαινεί, διά στόματος Σωκράτη, τη φυτοφαγική και τη φυσική εν γένει δίαιτα. Πολλά σπίτια φρόντιζαν να έχουν κηπάρια, στα οποία καλλιεργούσαν, μαζί με τα όσπρια, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, σέλινο, άνηθο και δυόσμο. Άλλα χορταρικά, όπως τα μανιτάρια, το μάραθο, τα σπαράγγια, ακόμα και τις τρυφερές τσουκνίδες, τα αναζητούσαν στις ακροποταμιές και στα χωράφια. Από τα πιο αγαπημένα προϊόντα των αρχαίων ήταν τα αγγούρια και τα σύκα.
Σκεύη και «δειπνολόγοι»
Οι αρχαίοι Έλληνες σπάνια χρησιμοποιούσαν στα τραπέζια τους μαχαίρια και πιρούνια. Όταν οι τροφές ήταν υδαρείς, χρησιμοποιούσαν κουτάλια που τα ονόμαζαν "μόστρα" ή «γλώσσα». Χρήση κουταλιού μπορούσε να έχει κι ένα κομμάτι από κόρα ψωμιού, που το έλεγαν «μυστίλλη». Συνήθως οι αρχαίοι έπαιρναν τα φαγητά με τα δάχτυλα, τα οποία αργότερα καθάριζαν με μια ειδική ζύμη ή ψίχα ψωμιού, αφού δε χρησιμοποιούσαν πετσέτες. Το νερό, το κρασί, όπως και τον κυκεώνα τα έπιναν σε κύλικες (κύπελλα), που συνήθως ήταν πήλινα. Συχνά χρησιμοποιούσαν ξύλινα ή και μεταλλικά κύπελλα, ενώ στα πλούσια συμπόσια μπορούσε κάποιος να δει ασημένια ή και χρυσά κύπελλα. Τα πιάτα φαγητού τα ονόμαζαν πινάκια και τα μικρότερα πιάτα «βατάνια».
Τα φαγητά τα μαγείρευαν οι γυναίκες με τη βοήθεια των δούλων σε ειδικούς χώρους, αποκλειστικά στις αυλές και στον κήπο. Πουθενά στα κείμενα που σώθηκαν δεν αναφέρεται αντίστοιχος χώρος με τη σημερινή κουζίνα. Οι πρώτοι επαγγελματίες μάγειροι, όπως και οι ζαχαροπλάστες, εμφανίζονται κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. Ο Πλάτωνας αναφέρεται στο ζαχαροπλάστη Θεαρίωνα, όμως ο μάγειρας που απέκτησε τη μεγαλύτερη φήμη και ονομάστηκε «δειπνολόγος» ήταν ο Αρχέστρατος, από τη Γέλα της Κάτω Ιταλίας. Περίφημος μάγειρος ήταν και ο Μίθαικος, τον οποίο μνημονεύει ο Πλάτωνας στον Γοργία, και ήταν εκείνος που έγραψε τη Σικελική Οψοποιία, συνταγές με βάση το σικελικό διαιτολόγιο. Όσοι Αθηναίοι ήθελαν να διοργανώσουν μια γιορτή ή ένα συμπόσιο έβρισκαν τους μαγείρους στην αγορά. Αλλά και οι ίδιοι οι μάγειροι συχνά περνούσαν έξω από τα πλούσια σπίτια διαλαλώντας την τέχνη τους, έτοιμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Ταβέρνες και εστιατόρια δεν αναφέρονται ιδιαίτερα, ιδίως στην κλασική εποχή. Όμως μετά τους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου οι πόλεις άρχισαν ν’ αποκτούν στέκια και οι πολίτες δε συγκεντρώνονταν πια αποκλειστικά στην αγορά. Η λέξη «εστιατόριο» δεν είχε στην αρχαιότητα τη σημερινή της σημασία. Επρόκειτο για ένα δωμάτιο κοντά στο βωμό, όπου έτρωγαν όσοι είχαν τελέσει τη θυσία.