«Αποκάλυψον προς Κύριον την οδόν σου και έλπισον επ’αυτόν, και αυτός ποιήσει» (Ψαλμός λστ΄στ.5). Φανέρωσε στον Κύριο με εμπιστοσύνη το δρόμο και τις επιδιώξεις και τις ανάγκες της ζωής σου και έλπισε σ’ Αυτόν και Αυτός θα κάνει εκείνα που ζητάς και χρειάζεσαι.
Μ’ αυτήν την εμπιστοσύνη και ελπίδα, ο Ιωακείμ και η Άννα ικέτευαν προσευχόμενοι το Θεό να τους χαρίσει παιδί, να το έχουν γλυκιά παρηγοριά στα γεράματά τους. Και την ελπίδα τους ο Θεός την έκανε πραγματικότητα.
Τους χάρισε την Παρθένο Μαριάμ, που ήταν ορισμένη να γεννήσει το Σωτήρα του κόσμου και να λάμψει σαν η πιο ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Ήταν εκείνη, από την οποία έμελλε να προέλθει Αυτός που θα συνέτριβε την κεφαλή του νοητού όφεως.
Στην Παλαιά Διαθήκη δόθηκαν πολλές προτυπώσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μία είναι και η βάτος στο Σινά, την οποία ενώ είχαν περιζώσει φλόγες φωτιάς, αυτή δεν καιγόταν. Ήταν απεικόνιση της Παρθένου, που θα γεννούσε το Σωτήρα Χριστό και συγχρόνως θα διατηρούσε την παρθενία της.
Έτσι, η Άννα και ο Ιωακείμ, που ήταν από το γένος του Δαβίδ, με την κραταιά ελπίδα που είχαν στο Θεό απέκτησαν απ’ Αυτόν το επιθυμητό δώρο, που θα συντροφεύει τον κόσμο μέχρι συντελείας των αιωνών.
«Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς, αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις ευφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία, την ουράνιον δόξαν. Ην εύρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε».
Ο Άγιος Φανούριος είναι από τους πιο αγαπητούς άγιους σε όλο τον ελληνικό λαό, που κάθε χρόνο τιμά και πανηγυρίζει την μνήμη του στις 27 Αυγούστου. Αυτός ο τόσο αγαπητός άγιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωρίς αμφιβολία ως δώρο Θεού, διότι ήταν και παράμενε άγνωστος για πολλούς αιώνες και μόνο το 1500 μ.Χ. βρέθηκε η Ιερή εικόνα του, που μας αποκάλυψε την ύπαρξή του την παρρησία του ενώπιον του Θεού, ο οποίος τον έχει χαριτώσει με τόσο μεγάλη θαυματουργική δύναμη. Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον Άγιο Φανούριο, μόνο το όνομά του που ήταν γραμμένο πάνω στην εικόνα που βρέθηκε και ήταν στρατιωτικός, όπως φανερώνει η στολή που φορά και μάλιστα κατά τους πρώτους αιώνες των μεγάλων διωγμών της Χριστιανοσύνης. Επίσης πάνω στην εικόνα του, εικονίζονται και τα μεγάλα μαρτύρια που υπέστη ο Άγιος. Αυτά βέβαια είναι αρκετά, διότι μία εικόνα μας εξιστορεί όσα πράγματα θα μα εξιστορούσε και ένα βιβλίο. Πριν από 500 περίπου χρόνια, όταν οι Τούρκοι είχαν κυριεύσει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, από ένα εντελώς τυχαίο γεγονός, βρέθηκε η ιερά και σεβάσμια εικόνα του Αγίου. Τον καιρό που οι Αγαρηνοί, περίπου δηλαδή το 1500, κατέλαβαν το νησί της Ρόδου, θέλησαν να το οχυρώσουν και να ξαναφτιάξουν τα τείχη της πόλης, που είχαν σε πολλά σημεία καταστραφεί. Πήραν λοιπόν σαν εργάτες πολλούς χριστιανούς, κι εκείνοι, καθώς έσκαβαν στα χαλάσματα Κάποιων σπιτιών και παλαιών γκρεμισμένων ναών, βρήκαν μία θαυμάσια εικόνα, ολοκάθαρη και άφθαρτη που φαινόταν σαν να είχε αγιογραφηθεί την ίδια μέρα, πράγμα αξιοπερίεργο και που αποδεικνύει ότι η ανεύρεση της εικόνας δεν είναι τυχαία, αλλά δωρεά του Θεού. Η εικόνα έδειχνε τον Άγιο Φανούριο νέο στην ηλικία, ντυμένο στρατιωτικά, να κρατάει ένα σταυρό και μαζί μια λαμπάδα αναμμένη. Ολόγυρα από την εικόνα, κατά την συνήθεια των αγιογράφων τότε, υπήρχαν 12 παραστάσεις από τα μαρτύρια του Αγίου. Τα μαρτύρια που απεικονίζονται είναι μεγάλα και σκληρά και αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για μεγάλο και γενναίο αθλητή της πίστεως.
Στη πρώτη παράσταση: Εμφανίζεται ο Άγιος να απολογείται με παρρησία μπροστά στο Ρωμαίο άρχοντα. Στη δεύτερη : Ο Άγιος εικονίζεται ανάμεσα σε στρατιώτες που τον χτυπούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα. Στη τρίτη : Δείχνει τη συνέχεια αυτών των βασανιστηρίων, όπου έχουν ρίξει τον Άγιο πλέον στο χώμα και τον χτυπούν μανιασμένα με ρόπαλα και ξύλα, ενώ προσεύχεται. Στη τέταρτη: Είναι γυμνός και ματωμένος μέσα στη φυλακή, όπου οι δήμιοί του του καταξεσκίζουν τις σάρκες με σιδερένια εργαλεία. Εκείνος υπομένει ατάραχος με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό. Στη πέμπτη: Ο Άγιος βρίσκεται μπροστά στο σκληρό τύραννο με μία έκφραση που δείχνει τον πόνο και το μαρτύριο. Στη έκτη: Προσεύχεται μόνος του μέσα στη φυλακή έχοντας υψώσει τα χέρια ικετευτικά προς τον Ουρανό. Στη έβδομη : Εικονίζεται ένα ακόμη μαρτύριο, όπου είναι γυμνός και καταματωμένος, ενώ γύρω του καίνε το σώμα του με αναμμένες λαμπάδες. Στην όγδοη : Εμφανίζεται καταπλακωμένος κάτω από μια μεγάλη πέτρα και ολόγυρά του βρίσκονται άγρια θηρία, έτοιμα να τον κατασπαράξουν, ωστόσο μοιάζουν να είναι καθηλωμένα από την αγιότητά του. Στην ένατη: Βρίσκεται μπροστά σε ένα ακόμα μαρτύριο, αφού τον έχουν στήσει μπροστά στα είδωλα με αναμμένα κάρβουνα στα χέρια, αλλά εκείνος προτιμά να κρατά τα κάρβουνα στα χέρια και να καίγεται, παρά να τα πετάξει στα είδωλα και να λυτρωθεί. Στη δέκατη: Δέεται με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, ενώ γαλήνη και το θείο φως είναι ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του. Στη ενδέκατη: Η κορύφωση του μαρτυρίου του! O Άγιος στέκεται στη μέση και οι βασανιστές του τον έχουν τοποθετήσει σ’ ένα μεγάλο μάγκανο και του τσακίζουν τα κόκαλα. Το πρόσωπο του παραμένει ήρεμο και υπομένει και υπομένει με καρτερία το φρικτό μαρτύριο. Στη τελευταία παράσταση εικονίζεται το φοβερό τέλος του μαρτυρίου του. Οι δήμιοί του τον έκαψαν ζωντανό, αφού μέχρι τέλους, στο Κύριό μας. Εικονίζεται λοιπόν μέσα σ’ ένα λάκκο με αναμμένα ξύλα, περιτριγυρισμένος από αναμμένες φλόγες και καπνούς. Πάλι όμως το πρόσωπό του εξακολουθεί να είναι ήρεμο και ατάραχο, εστραμμένο με πίστη και αγαλλίαση προς τον αγαπημένο του Χριστό. Και μόνο τα μαρτύρια που εικονίζονται στην εικόνα του Αγίου, τον καθιστούν μεγαλομάρτυρα. Παράλληλα όμως και τα αναρίθμητα θαύματα που Χάριτι Θεού επιτελεί, επιβεβαιώνουν ότι ο Άγιος έχει μεγάλη παρρησία προς τον Θεό. Στα ερείπια λοιπόν εκείνα, ο επίσκοπος της Ρόδου, αναστήλωσε το ναό του Αγίου Φανουρίου, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα, όπως και η εικόνα που βρέθηκε 500 χρόνια πριν. Τα θαύματα που από τότε άρχισε να τελεί ο Άγιος έγιναν αφορμή να συντρέχουν στη Ρόδο πολλού χριστιανοί για να ζητούν τις μεσιτείες του. Η πιο χαρακτηριστική παράδοση στο λαό μας είναι βέβαια το εορταστικό Έθιμο της φανουρόπιτας που γίνεται συνήθως τη παραμονή της εορτής του. Η πίτα αυτή είναι συνήθως μικρή και στρογγυλή σαν μικρός άρτος, μοιράζεται στους πιστούς και γίνεται άλλοτε για να φανερώσει κάποιο χαμένο αντικείμενο ή κάποια χαμένη υπόθεση ή ακόμα να φανερώσει την υγεία σε κάποιον ασθενή. Υπάρχει επίσης και παράδοση ότι με τη πίτα αυτή γίνεται μνεία της μητέρας του, αλλά άγνωστο για ποιο λόγο. Ο Άγιος αποτελεί έναν από τους πιο αγαπητούς και προσφιλείς αγίους, στον οποίο, ακόμη και σήμερα, προστρέχουν πλήθος πιστών και εκείνος σπεύδει γρήγορα να εκπληρώσει ότι του ζητήσουμε.
Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Φανούριος ο Νεοφανής
Η μνήμη του τιμάται στις 27 Αυγούστου
Ο ένδοξος του Χριστού μεγαλομάρτυς Φανούριος ιστορικά δεν είναι γνωστός. Τον γνωρίσαμε μετά από τυχαία εύρεση της εικόνας του το δέκατο τέταρτο αιώνα στη Ρόδο. Τότε την ανασκαφή παλαιών οίκων στο νότιο μέρος του παλαιού τείχους βρέθηκε αρχαίος ναός με πολλές κατεστραμμένες εικόνες. Μεταξύ αυτών βρέθηκε και αυτή του αγίου Φανουρίου, στην οποία ο άγιος εικονίζεται νεαρός στρατιώτης που κρατεί στο δεξί χέρι σταυρό με αναμμένη λαμπάδα. Η εικόνα περιβάλλεται από δώδεκα μαρτύρια. Πολλοί έχουν συνδυάσει τη μνήμη του με φανερώματα και τον θεωρούν ως τον άγιο που φανερώνει χαμένα αντικείμενα ή κρυμμένα μυστικά. Και τούτο γιατί ο άγιος έγινε γνωστός από την φανέρωση της εικόνας του. Ας ευχηθούμε να φανερώσει ο μεγαλομάρτυς Φανούριος σε όλους μας την αγάπη του Θεού, το λόγο του Ευαγγελίου Του, το δρόμο της μετανοίας και της σωτηρίας μας.
Προστάτης της Νήσου Ρόδου
O Άγιος Φανούριος είναι ο πολιούχος και προστάτης Άγιος ολοκλήρου του νησιού τής Ρόδου. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας σκάβοντας οι Αγαρηνοί για να ανακαινίσουν το κάστρο τής Ρόδου βρήκαν θεμέλια παλαιάς Εκκλησίας με πολλές εικόνες κατεστραμμένες ανάμεσα στις οποίες ξεχώριζε και μία παλαιά εικόνα πού έμοιαζε καινούργια και φρεσκοβαμμένη και τριγύρω στο πλαίσιο της, ήσαν ζωγραφισμένα όλα τα μαρτύρια του εικονιζόμενου Αγίου, ο οποίος φαινόταν πολύ νέος στην ηλικία, ντυμένος στρατιωτικά και κρατώντας στο δεξί του χέρι Σταυρό πάνω στον οποίο στηριζόταν αναμμένη λαμπάδα. Στον Άγιο Φανούριο καταφεύγουν οι πιστοί, για να επικαλεστούν την βοήθεια του στις διάφορες ανάγκες της ζωής τους και μάλιστα όταν χάσουν ο,τιδήποτε ζητούν την παρέμβαση του και αμέσως το βρίσκουν. Ανάμεσα στα άλλα δώρα πού προσφέρουν στον Άγιο οι πιστοί είναι και ή φανουρόπιτα, την οποίαν τάζουν στον Άγιο, για να τους φανερώσει το αντικείμενο πού έχασαν ή κάποια λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα τους. Στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας τον Ναό του Αγίου τον εξουσίαζε ένας Τούρκος ο όποιος τον είχε κάμει στάβλο και έβαζε μέσα τα χόρτα και τα άχυρα για τα ζώα του. Μία μικρή χριστιανή γειτόνισσα είχε φτιάξει από ντενεκίδι ένα μικρό ακίνδυνο κανδήλι και το άναβε κάθε μέρα από ένα παράθυρο του τρούλου μη δίνοντας σημασία στις απειλές του Τούρκου. Στον Συναξαριστή της Εκκλησίας αναφέρονται ορισμένα από τα θαύματα του Αγίου πού έκανε σε παλαιότερες εποχές. Είναι αδύνατο όμως να περιγράψει κάποιος τα θαύματα που κάνει καθημερινά ο Άγιος αυτός Μεγαλομάρτυρας του Χριστού σε όσους με πίστη επικαλούνται την μεσιτεία του στις ανάγκες και τις δυσκολίες της ζωής τους. Γνωρίζουμε βέβαια ότι ή πηγή του κάθε καλού και της κάθε δωρεάς είναι ο Χριστός. Από τον Χριστό παίρνουν οι Άγιοι και δίνουν σε μας. Δεν είναι ανεξάρτητες μονάδες πού ενεργούν αυτόβουλα και αυτοδύναμα. Είναι μεσίτες ανάμεσα στον Χριστό και τους ανθρώπους, όπως και ο Χριστός είναι Μεσίτης ανάμεσα στον Θεό Πατέρα Του και σε μας. Η μνήμη του Αγίου Φανουρίου γιορτάζεται στις 27 Αυγούστου στον Ιερό Ναό του στην Ρόδο, με λαμπρότητα και προσέλευση πλήθους λαού.
ΦΑΝΟΥΡΟΠΙΤΑ Η παράδοση λέει ότι τα υλικά αυτά, μπαίνουν με τη συγκεκριμένη αυτή σειρά και ανακατεύονται σε μια λεκάνη και καθώς φτιάχνουμε την πίτα " μελετούμε" αυτό που θα ζητήσουμε από τον Άγιο Φανούριο.
1 1/2 φλυτζάνι καρύδια
3/4 φλυτζανιού σταφίδες
1/2φλυτζάνι ζάχαρη
2 κουταλιές κανέλλα
1/2 κουταλάκι γαρύφαλλο
4 κουταλιές ξύσμα πορτοκαλιού
1 κουταλάκι σόδα κοφτό
1 1/2 κουταλάκι Baking powder
1/2 φλυτζάνι πορτοκαλι
3/4 φλυτζανιού ηλιέλαιο
Αλεύρι όσο πάρει ( λίγο λιγότερο από 1 πακέτο farin up)
Ανακατεύουμε καλά όλα τα υλικά σε μια λεκάνη, μεταφέρουμε τη ζύμη σ'ενα μικρό ταψί, ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 180C για 45 τουλάχιστον λεπτά.
Όπως είναι γνωστό, επάνω από το Σταυρό ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, έδωσε εντολή και την Παναγία μητέρα του παρέλαβε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο σπίτι του, όπου διέμεινε μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τη μητέρα του Σαλώμη, συγγενή της Θεοτόκου.
Όταν δεν ήλθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή της, άγγελος Κυρίου της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πιο πριν ότι πρόκειται να γίνει η μετάστασή της από τη γη στον ουρανό.
Πήγε τότε ο Άγγελος και της είπε: «Αυτά λέγει ο Υιός σου: είναι καιρός να παραλάβω τη μητέρα Μου κοντά Μου. Γι’ αυτό να μην ταραχθείς, αλλά δέξου το μήνυμα με ευφροσύνη, επειδή μεταβαίνεις σε ζωή αθάνατη».
Μόλις το άκουσε η Θεοτόκος, χάρηκε πολύ και από τον πολύ πόθο της να μεταβεί στον μονογενή Υιό της, ανέβηκε με βιασύνη και προθυμία στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, διότι είχε αυτή τη συνήθεια, να ανεβαίνει συχνά σ’ αυτό το όρος. Τότε ακολούθησε θαύμα παράδοξο. Όταν ανέβηκε εκεί η Θεοτόκος, έκλιναν την κορυφή τους τα δέντρα, σαν να ήταν έμψυχα και λογικά, και την προσκύνησαν και έτσι έδειξαν το σεβασμό τους και τίμησαν την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου.
Αφού προσευχήθηκε αρκετά η Πανάχραντη, επέστρεψε στην οικία της. Άναψε φώτα πολλά, ευχαρίστησε τον Θεό και κάλεσε τις συγγενείς και τις γειτόνισσες. Στη συνέχεια, ετοιμάζει όλα τα απαραίτητα για τον ενταφιασμό της. Φανερώνει και στις άλλες γυναίκες τα λόγια που της είπε ο Άγγελος για της εις τους ουρανούς μετάστασή της και σαν απόδειξη των λόγων της, δείχνει το χαροποιό και νικητικό σημείο, που της έδωσε ο Άγγελος, ένα κλαδί φοίνικα.
Οι καλεσμένες γυναίκες, μόλις άκουσαν αυτό το λυπηρό μήνυμα, άρχισαν τους θρήνους και έπειτα παρακαλούσαν την Παναγία να μη τις αφήσει ορφανές. Και η Θεοτόκος τις βεβαίωσε ότι, αφού μετασταθεί στους ουρανούς, θα φυλάει όχι μόνον αυτές αλλά και όλο τον κόσμο. Με τέτοια παρηγορητικά λόγια στάματησε την υπερβολική λύπη τους.
Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα από την εμφάνιση του αγγέλου, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμησή της.
Μαζί με τους Αποστόλους ήρθε και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Απόστολος Τιμόθεος και οι λοιποί θεόσοφοι ιεράρχες. Όλοι αυτοί, μόλις έμαθαν την αιτία για την οποία συνάχθηκαν αιφνιδίως και παραδόξως, έλεγαν στην Θεοτόκο: «όσο σε βλέπαμε, Δέσποινα, να ζεις και να μένεις στον κόσμο, παρηγορούμεθα σαν να βλέπαμε τον Υιόν σου. Επειδή όμως τώρα με τη βουλή του Υιού σου και Θεού μεταβαίνεις στα ουράνια, γι’ αυτό καθώς βλέπεις θρηνούμε και δακρύζουμε, αν και από την άλλη χαιρόμαστε για όσα θαυμαστά σου έγιναν». Τότε η Θεοτόκος τους αποκρίθηκε: «Μαθητές του Υιού μου και Θεού, μην κάνετε πένθος και λύπη τη χαρά μου».
Όταν ειπώθηκαν αυτά τα λόγια φτάνει και ο Απόστολος Παύλος. Έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος, την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής, διότι αν και δεν έζησα σωματικώς κοντά στον Υιό σου, βλέποντας όμως εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».
Μετά αποχαιρετά όλους, ξαπλώνει πάνω στο νεκροκρέββατο, σταύρωσε τα χέρια της, προσφέρει δεήσεις και ικεσίες στον Υιό της για τη σύσταση και την ειρήνη όλου του κόσμου, γεμίζει τους Αποστόλους και ιεράρχες από την ευλογία του Υιού της που δίνεται απ’ αυτήν στους ανθρώπους, και έτσι αφήνει στα χέρια του Υιού της και Θεού την ολόφωτη και παναγία ψυχή της.
Τότε ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος άρχισε να λέει στην Θεοτόκο επιτάφια εγκώμια, ενώ οι άλλοι Απόστολοι σήκωσαν το νεκροκρέβατο. Άλλοι προπορεύονταν βαστάζοντας λαμπάδες και ψάλλοντας ύμνους και άλλοι ακολουθούσαν ως το τάφο το σώμα της Θεομήτορος. Ακούγονταν και Άγγελοι από τον ουρανό που έψαλλαν και γέμιζαν τον αέρα οι μελωδίες τους.
Όλα αυτά μην υποφέροντας να βλέπουν και να ακούν οι άρχοντες των Ιουδαίων, παρεκίνησαν κάποιους από το λαό και τους έπεισαν να παρεμποδίσουν την πομπή. Όμως η θεία δίκη πρόφτασε και παίδεψε τους τολμήσαντας με το να τους τυφλώσει.
Έπειτα οι έφτασαν οι Απόστολοι στη Γεσθημανή, ενταφίασαν το πάναγνο σώμα της Θεοτόκου και περίμεναν εκεί τρεις μέρες ακούγοντας ακαταπαύστως σε όλο αυτό το διάστημα τους ύμνους και τις μελωδίες των αγίων Αγγέλων.
Μετά από τρεις ημέρες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Και βέβαια όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής».
Η υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πραγματικός οδηγός, για όσους θέλουν ν’ ανυψώνονται προς τον Θεό. Έργο της είναι να πρεσβεύει στον Τριαδικό Θεό για όλους τους ανθρώπους. Για μας τους ορθοδόξους η Θεοτόκος είναι η «ακαταίσχυντος προστασία και η αμετάθετος προς τον ποιητή μεσιτεία».
Δίκαια μπορούμε να αποθέσουμε τις ελπίδες μας προς την υπεραγία Θεοτόκο αφού, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «κανένα άλλο κτίσμα στον κόσμο δεν αγάπησε ποτέ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, ούτε συμμορφώθηκε τόσο στο θέλημά Του όσο η Παναγία Μητέρα του».Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τιμή προς την Παναγία ανάγεται στον Υιό της, κατά τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό.
xfe.gr
«ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΣΧΑ»
«…Ο Χριστιανός φεύγει από τον κόσμο αυτό, πλαισιωμένος από τη Στρατευομένη Εκκλησία ενώ στην αντίπερα όχθη τον υποδέχεται η Θριαμβεύουσα Εκκλησία. Αν η έξοδος ενός απλού μέλους της Εκκλησίας από τον κόσμο τούτο είναι εκκλησιαστικό γεγονός, η Έξοδος της Πρώτης μέσα στην Εκκλησία, της Θεοτόκου, ήταν κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικό γεγονός. Απήχησις της αλήθειας αυτής είναι ο πάνδημος εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η γιορτή αυτή στην Ορθοδοξία αποτελεί ένα δεύτερο Πάσχα…»
Κανείς δεν μπορεί να φτάσει στα μέτρα της αγάπης για τον πλησίον, αν δεν ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο.
Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο τον Θεό ντύνεται μαζί μ’ αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός που απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί να αποκτήσει, μαζί με το Θεό, τίποτε που να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο του το σώμα, δηλαδή και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις.
Ένας άνθρωπος, που είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και που ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει τον Θεό –να γίνει θεοφόρος- μέχρι να τ’ αφήσει. Γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «όποιος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου (Λουκ. 14, 26). Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πως ο Κύριος θα κατοικήσει μέσα του;
Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής» Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό που έχεις, μην πεις μέσα στην καρδιά σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει, και ότι ο Θεός θα ικανοποιήσει την ανάγκη του αδελφού σου με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι, που δε γνωρίζουν το Θεό.
Ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος την τιμή που έκανε ο ενδεής αδελφός του δεν την μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε την ευκαιρία της ελεημοσύνης θα επιτρέψει στον εαυτό του να την χάσει. Ο φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από το Θεό, διότι κανέναν δεν εγκαταλείπει ο Κύριος. Συ όμως, που θέλησες να αναπαύσεις τον εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες την τιμή που σου έκανε ο Θεός και απομάκρυνες την χάρη του από σένα.
Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να εφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ο Θεός, που με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δεν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πεις ευχαριστώντας το Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που μου έδωσες αυτή τη χάρη και την τιμή να γίνω φτωχός για το όνομά σου, και που με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη της σωματικής αδυναμίας και της φτώχειας, που όρισες στο στενό δρόμο των εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, που περπάτησαν αυτό το δρόμο.
Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλείας του Θεού Η αγάπη είναι η βασιλεία, που μυστικά υπόσχεται ο Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30) τι άλλο είναι παρά αγάπη;
Όποιος βρήκε την αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ιω. 6, 58). Διότι «ο τρώγων από τον άρτο που εγώ θα του δώσω, ποτέ (εις τον αιώνα) δε θα πεθάνει».
Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος που τρώγει από τον άρτο της αγάπης, που είναι ο Ιησούς. Ότι, βέβαια, αυτός που τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ο απόστολος Ιωάννης, όταν λέγει ότι «ο Θεός είναι αγάπη» (Α’ Ιω. 4, 8).
Όποιος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή, και σ’ αυτό το κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον οποίο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι.
Η αγάπη στον αμαρτωλό Μη μισήσεις τον αμαρτωλό, γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι για τις αμαρτίες μας. Και αν από θείο ζήλο κινείσαι εναντίον του, κλάψε μάλλον για λογαριασμό του.
Και γιατί να τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να ευχηθείς γι’ αυτόν, για να γίνεις όμοιος με τον Χριστό, ο οποίος δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς.
Αλλά και εμάς, για πολλά αμαρτήματα μας περιγελά και μας χλευάζει ο διάβολος. Γιατί λοιπόν να μισούμε τον άνθρωπο που ο διάβολος τον περιγελά όπως και εμάς;
Και γιατί, άνθρωπέ μου, μισείς τον αμαρτωλός μήπως τάχα είσαι δίκαιος εσύ; Και πού είναι η δικαιοσύνη σου, αφού δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν έκλαψες γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις;
Μερικοί άνθρωποι εξαιτίας της ανοησίας τους οργίζονται εναντίον των αμαρτωλών, γιατί πιστεύουν ότι έχουν διάκριση να κρίνουν τα έργα τους.
Η αγάπη είναι καρπός προσευχής Η αγάπη είναι καρπός προσευχής. Η αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ο άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρίς αμέλεια («ακηδία»), οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη.
Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του.
Στις 6 Αυγούστου η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την ανάμνηση της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Η Μεταμόρφωση έλαβε χώρα σε όρος υψηλόν κατά τους τρεις συνοπτικούς Ευαγγελιστές ( Ματθαίο, Μάρκο και Λουκά ) και σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση στο όρος Θαβώρ, που στα εβραϊκά σημαίνει έλευση φωτός.
Έγινε, κατά τους περισσότερους Πατέρες, 40 ημέρες περίπου προ της Σταυρώσεως, δηλαδή κατά τον μήνα Φεβρουάριο δεδομένου ότι η Σταύρωση έγινε 14 Νισάν ( Μαρτίου ) Αλλά επειδή ο εορτασμός της εορτής θα συνέπιπτε μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή που είναι πένθιμη περίοδος, για αυτό μεταφέρθηκε στις 6 Αυγούστου που απέχει, από τις 14 Σεπτεμβρίου που γιορτάζεται η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και λογαριάζεται σαν μεγάλη Παρασκευή, σαράντα ημέρες. Η γιορτή καθιερώθηκε επίσημα να γιορτάζεται κατά τις αρχές του εβδόμου αιώνος σε αντικατάσταση της εβραϊκής γιορτής του εξιλασμού. Το ιστορικό έχει ως εξής: Ο Κύριος σαράντα ημέρες περίπου πριν της Σταυρώσεως, παρέλαβε τρεις από τους Μαθητές του, τον Πέτρο για τη μεγάλη πίστη και αγάπη που είχε προς τον Χριστό, τον Ιωάννη επειδή τον αγαπούσε ιδιαίτερα ο Κύριος, για την αγνότητα και την ολόψυχη προς Αυτόν αφοσίωσή Του και τον Ιάκωβο επειδή αυτός έχυσε πρώτος το αίμά του για την αγάπη του Χριστού και τους ανέβασε στο όρος Θαβώρ. Δεν πήρε όλους τους μαθητές, γιατί θα αναγκαζόνταν να πάρει και τον Ιούδα, που λόγω της κακής του προαιρέσεως ήταν ανάξιος να δει τη Μεταμόρφωση. Εκεί στο όρος Θαβώρ ξαφνικά, ενώ προσευχόνταν ο Κύριος, έλαμψε το πρόσωπό Του, υπέρ τον ήλιο και τα ρούχα Του έγιναν λευκά σαν το φως. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν, ο Προφήτης Μωϋσής σαν εκπρόσωπος του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης και των νεκρών και ο Προφήτης Ηλίας σαν εκπρόσωπος των προφητών και των ζωντανών ( όπως είναι γνωστό ο Προφήτης Ηλίας αναλήφθηκε ζωντανός στους ουρανούς με πύρινο άρμα ) συνομιλούντες μαζί Του για τις προφητείες που αναφέρονταν στο σωτήριο Πάθος Του. Αυτό έγινε για να δείξει στους μαθητές πως είναι ο Κύριος του νόμου και των προφητών, ζώντων και νεκρών. Ο Πέτρος από την ταραχή του μη γνωρίζοντας τι έλεγε, επειδή φοβόνταν μήπως ο Ιησούς, αν ξαναγύριζε στα Ιεροσόλυμα, θα τον σκότωναν οι Ιουδαίοι, είπε στον Κύριο ότι καλό θα ήταν να μείνουν στο όρος Θαβώρ και να φτιάξουν τρεις σκηνές Ενώ ακόμα μιλούσε ο Πέτρος, εμφανίστηκε ένα φωτεινό σύννεφο και η φωνή του Ουρανίου Πατρός μέσα από αυτό, βεβαίωνε πως ο Χριστός είναι ο Υιός Του ο αγαπητός, στον οποίο αναπαύεται όλη η Πατρική εύνοια Του και εμείς οι άνθρωποι, σε αυτόν πρέπει να υπακούμε και να εφαρμόζουμε τις σωτήριες εντολές Του. Αυτή η Θεϊκή φωνή συγκλόνισε τους μαθητές που έπεσαν με το πρόσωπο κάτω στη γη, από τον τρόμο τους. Αλλά ο Κύριος γεμάτος φιλανθρωπία δεν αφήνει άλλο τους μαθητές Του, μέσα στην αγωνία και τον φόβο και αφού τους άγγιξε τους είπε να σηκωθούν και να μην φοβούνται, γιατί θα είναι μαζί τους, μέχρι το Θείο Πάθος Του, όπως και πρώτα δηλαδή με το ταπεινό σχήμα ενός απλού ανθρώπου, γιατί ο Κύριος ήταν «άνθρωπος το φαινόμενον αλλά Θεός το κρυπτόμενον»
Ακόμη τους είπε να μην πουν σε κανένα το θείο αυτό γεγονός που έζησαν, μέχρι να αναστηθεί εκ νεκρώ. Γιατί όμως ο Κύριος διάλεξε, αυτή την χρονική στιγμή, δηλαδή λίγο πριν από τα Άγια Πάθη Του για να δείξει στους Μαθητές Του, μία αμυδρή ακτίνα της Θείας μεγαλειότητος και δόξης Του; Την απάντηση δίνει πολύ εύστοχα το κοντάκιο της εορτής: «Επί του όρους μετεμορφώθης Χριστέ ο Θεός» μπροστά στους μαθητές σου «ίνα όταν σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι σύ υπάρχεις αληθώς, του πατρός το απαύγασμα». Δηλαδή όταν σε δουν οι μαθητές επάνω στο Σταυρό, γυμνό και καταματωμένο με τον ακάνθινο στέφανο να υποφέρεις και να πεθαίνεις για τη σωτηρία του κόσμου, να μη δειλιάσουν, αλλά να καταλάβουν πως το Πάθος Σου το υπέμεινες επειδή το ήθελες, εκούσια και όχι από αδυναμία, αφού είσαι ο παντοδύναμος Υιός του Θεού που γεμάτος αγάπη για το ξεπεσμένο πλάσμα Σου κατέβηκες στη γη, για να μας ελευθερώσεις από τα δεσμά της αμαρτίας. Έτσι όταν σε δουν, μετά την Ανάσταση ένδοξο Νικητή του θανάτου, να κηρύξουν σε όλο τον κόσμο ότι Εσύ είσαι ο ομοούσιος Υιός του Θεού, ο Σωτήρας της ανθρωπότητας. Αυτός ήταν ο σκοπός που έγινε η Μεταμόρφωση. Εδώ πρέπει να πούμε, ότι η λαμπρή ακτινοβολία του Θείου ακτίστου φωτός, που παρουσίασε το σώμα του Κυρίου κατά την Μεταμόσφωση και είδαν οι Απόστολοι, αφού διανοίχτηκαν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος τα ψυχικά μάτια τους, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία είναι η άκτιστη Ενέργεια του Θεού και όχι η επίσης άκτιστη Ουσία του Θεού, που για όλα τα κτίσματα, ακόμα και τους Αγίους Αγγέλους είναι παντελώς ακατάλυπτη και αόρατη. Η Θεία αυτή Ενέργεια του Θεού, είναι που χαριτώνει και αγιάζει την ανθρώπινη φύση και μπορούμε να τη δούμε με τους πνευματικούς οφθαλμούς μας. Φυσικά για να φτάσουμε σε αυτό το ύψος της Θεώσεως, πρέπει να κάνουμε σκληρό αγώνα για την κάθαρση της ψυχής μας από τα αμαρτωλά πάθη αφού «οι καθαροί τη καρδία, τον Θεόν όψονται» ( Ματθ. ε΄ 8 ). Αυτό εξάλλου συμβολίζει και η ανάβαση στο όρος Θαβώρ που έκαναν οι μαθητές για να δουν τη Θεία δόξα του Ιησού.
Εμείς αν τηρήσουμε τις εντολές Του, με τη Βοήθεια της Θείας Χάριτος και του προσωπικού μας αγώνα, θα μπορέσουμε αν όχι στη διάρκεια αυτής της πρόσκαιρης ζωής, αλλά οπωσδήποτε στην άλλη, άφθαρτη και αιώνια ζωή, που δε θα βλέπουμε τον Θεό «δι εσόπτρου εν αινίγματι» ( Α΄ Κορ. ιγ΄ 12 ) δηλαδή σαν μέσα από μεταλλικό καθρέπτη θαμπά και ατελή ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα, που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, αλλά «πρόσωπον προς πρόσωπον» ( Α΄ Κορ. ιγ΄ 12 ) και «καθώς έστι» ( Α΄ Ιωαν. γ΄ 2 ). Αυτό βέβαια θα γίνει αφού θα έχουμε απαλλαγεί από το φθαρτό περικάλυμμα της σαρκός, που θα έχει αποπνευματισθεί ώστε να μπορεί εύκολα, όσο φυσικά αντέχει η πεπερασμένη φύση μας, να βλέπει το Θείο μεγαλείο και να μυήται στη γνώση του άπειρου και υπερτέλειου Θεού.
Tον καιρό που τα μαύρα σύννεφα της ειδωλολατρείας σκέπαζαν απειλητικά όλη την οικουμένη, στα τέλη δηλαδή του τρίτου αιώνα μετά Χριστόν, γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας ο Αγιος μεγαλομάρτυρας Παντελεήμων. Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο φοβερός διώκτης των Χριστιανών, ο Μαξιμιανός.
Ο πατέρας του λεγόταν Ευστόργιος και ήταν ειδωλολάτρης αξιωματούχος, μέλος της συγκλήτου. Η μητέρα του λεγόταν Ευβούλη και ήταν θερμή Χριστιανή. Το όνομα που έδωσαν στο παιδί τους ήταν Παντολέον.
Ο Παντολέον ήταν πολύ έξυπνος, ευγενικός, επιμελής, ταπεινός και πράος, γεμάτος αρετή, παρ' όλο που ακόμη δεν είχε βαπτιστή Χριστιανός. Όταν μεγάλωσε, ο πατέρας του τον παρέδωσε σ'ένα φημισμένο γιατρό, τον Ευφρόσυνο , για να του διδάξει την ιατρική επιστήμη. Σε λίγο καιρό ο Παντολέον ξεπέρασε όλους τους συνομήλικους του στη μόρφωση και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το χαρακτήρα του. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, μαθαίνοντας για την αρετή και την εξυπνάδα του, τον προόριζε για να γίνει γιατρός στο παλάτι, ο γιατρός των ανακτόρων.
Τον ίδιο καιρό ο γέροντας ιερέας της Νικομήδειας Ερμόλαος, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα κάλεσε στο σπίτι που κρυβόταν τον Παντολέοντα για να τον γνωρίσει. Αφού συνομίλησαν για πολλή ώρα, ο Ερμόλαος κατενθουσιάστηκε από τις αρετές που κοσμούσαν τον νέο και αποφάσισε να του γνωρίσει την πίστη στο Χριστό. Έτσι αναπτύχθηκε ανάμεσα τους μια άριστη πνευματική σχέση. Ο Παντολέον επισκεπτόταν καθημερινά τον Άγιο Ερμόλαο και απολάμβανε τους Χριστιανικούς του λόγους. Στερεωνόταν έτσι σιγά σιγά στην αληθινή πίστη.
Ένα εντυπωσιακό γεγονός κάνει τον Παντολέοντα να πάρει τη σοβαρή και γενναία απόφαση να δεχθεί το Άγιο Βάπτισμα, να γίνει Χριστιανός. Ενώ περπατούσε στο δρόμο συνάντησε ένα παιδί που το δάγκωσε μια οχιά και πέθανε. Λέει λοιπόν στον εαυτό του: Θα προσευχηθώ στο Χριστό να αναστήσει αυτό το παιδί και αν πράγματι το παιδί αναστηθεί, εγώ πια δεν υπάρχει λόγος να καθυστερώ τη βάπτισή μου, θα γίνω Χριστιανός, θα πιστέψω ότι ο Χριστός είναι ο Θεός ο αληθινός, ο Σωτήρας του κόσμου. Αυτά σκέφτηκε και προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο.Αμέσως το παιδί ζωντάνεψε και το φίδι απέθανε.
Γεμάτος χαρά ο Παντολέον τρέχει στο γέροντα Ερμόλαο, του διηγείται το θαύμα και του ζητά να τον βαπτίσει. Και ο Ερμόλαος, επειδή γνώριζε ποιος οδηγείται στην τελειότητα, γεμάτος συγκίνηση οδήγησε στο φωτισμό του θείου βαπτίσματος τον Παντολέοντα.
Απο τότε ο Παντολέον έγινε ανάργυρος ιατρός.Θεράπευε με τη δύναμη του Ιησού Χριστού τους ασθενείς, χωρίς να παίρνει καθόλου χρήματα. Ακόμη, όταν εύρισκε φτωχούς τους βοηθούσε ποικιλότροπα, δίνοντας τους χρήματα και άλλα αναγκαία είδη. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματα του Αγίου ήταν η θεραπεία ενός τυφλού, με τη δύναμη και πάλι του παντοδύναμου Θεού μας, του Χριστού.
Οι θαυμαστές θεραπείες του Αγίου προκάλεσαν το θαυμασμό των κατοίκων της Νικομήδειας, αλλά και το μίσος και το φθόνο των άλλων ιατρών της πόλης. Οι τελευταίοι κατάγγειλαν τον Παντολέοντα στον Αυτοκράτορα Μαξιμιανό, το φοβερό αυτό διώκτη του Χριστιανισμού.
Ο Μαξιμιανός κάλεσε τον Άγιο στα ανάκτορα για να ζητήσει εξηγήσεις. Ο Άγιος ομολόγησε με θάρρος ότι είναι Χριστιανός. Ο αυτοκράτορας στην αρχή προσπάθησε να τον πείσει με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις να αρνηθεί το Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Παντολέον όμως έμεινε πιστός και ακλόνητος. Δεν αρνήθηκε. Δεν πρόδωσε το Χριστό.
Ο αυτοκράτορας εξαγριωμένος, διέταξε φοβερά βασανιστήρια, για να κλονίσει τον Άγιο και να τον εξαναγκάσει να θυσιάσει στα είδωλα.
Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα, άρχισαν να του ξέουν τη σάρκα με μαχαίρια και να καίνε τις πληγές με λαμπάδες. Ο Χριστός, όμως,ήλθε σε βοήθεια του Αγίου και του θεράπευσε τις πληγές, φωτίζοντάς τον με αστραπές. Στη συνέχεια έβαλαν τον Παντολέοντα μέσα σε ένα καζάνι που έβραζε. Με τη βοήθεια όμως και πάλι του Θεού ο Άγιος έμεινε σώος και αβλαβής και η φωτιά θαυματουργικά έσβησε. Ακολούθως βύθισαν τον Άγιο στα βάθη της θάλασσας, αφού έδεσαν στο λαιμό του μια τεράστια πέτρα. Ο Χριστός, όμως, έκανε την πέτρα πιο ελαφριά από φύλλο και έδωσε στον Παντολέων τη δύναμη να περπατά πάνω στα νερά. Έτσι σώος και αβλαβής, βγήκε στη στεριά. Στη συνέχεια έρριξαν τον Άγιο σε πεινασμένα άγρια θηρία. Όμως τα ζώα, αντί να τον κατασπαράξουν, έγλειφαν ήρεμα και ειρηνικά με τη γλώσσα τους τα πόδια του, κουνόντας τις ουρές τους.
Έκπληκτος αλλά και εξαγριωμένος ο ηγέμονας, διατάσσει τον αποκεφαλισμό του Αγίου. Θαυματουργικός το ξίφος λυγίζει και αντί αίμα τρέχει γάλα. Λίγο πριν από το μαρτυρικό δια αποκεφαλισμού θάνατο του Αγίου, ακούσθηκε φωνή απ' τον ουρανό. Ήταν η φωνή του Θεού που του έδωσε το όνομα Παντελεήμων, που σημαίνει τον Άγιο που όλους τους βοηθά και τους ελεεί ακόμη και τους εχθρούς του.
Το Τίμιο Σώμα του Αγίου τάφηκε με τιμές από τους Χριστιανούς.
Η εκκλησία μας τιμά την μνήμη του την 27 η Ιουλίου.
H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε ένα προάστιο της Ρώμης επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν ο Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από πολλά χρόνια θερμής προσευχής. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των γειτόνων της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση.
Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία Παρασκευή έχασε τον πατέρα της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποιεί όλη της την περιουσία σε φτωχούς και αφιερώνει το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δίνεται ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκει σε σπίτια γυναίκες, μικρά παιδιά, διακονεί αδυνάτους, σπεύδει για τις ανάγκες τις εκκλησίας της Ρώμης. Μάλιστα με τον καιρό επέκτεινε τη δράση και σε γειτονικά χωρία και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Γρήγορα όμως έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου οι δραστηριότητες της Παρασκευής, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα μάλιστα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά τελικά έμεινε αμετακίνητη στη θέση της.
Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να ομολογήσει την αποστροφή της από το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε μεγάλη νίκη του Αυτοκράτορος και πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε εξαιρετικό χρόνο την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της και την ελευθέρωσε από τα δεσμά της. Η Παρασκευή ενώπιον του Αυτοκράτορα πλέον πάλι, έμεινε σταθερή, ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο. Πως ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν πίστεψε σε κάτι τέτοιο και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί. Η Παρασκευή όμως με θαυματουργικό τρόπο θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών. Μετά το γεγονός ο Αντωνίνος άφησε ελεύθερη την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για τη εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα.
Όμως σύντομα τον Αντωνίνο διαδέχθηκε ο Μάρκος Αυρήλιος. Μέσα στους πρώτους χριστιανούς που συνέλαβε ήταν και η Παρασκευή. Ο ίδιος, έδωσε εντολή σε δύο έπαρχους να τη βασανίσουν. Ο ένας ονομαζόταν Ασκληπιός, ήταν αυτός που την έριξε σε χώρο που φυλάσσονταν φίδια, τα οποία όμως πέθαναν όταν την πλησίασαν. Ο Ασκληπιός ταράχτηκε, πιθανώς να γνώριζε και αυτά που οι χριστιανοί μεταξύ τους συζητούσαν ή ακόμα να ήξερε τα λεγόμενα για την ίδια τη Παρασκευή. Μετά τα γενόμενα ανέλαβε δράση ο έτερος έπαρχος ονόματι Ταράσιος. Αυτός όμως της απέκοψε την κεφαλήν και έτσι βρήκε τέλος η ζωή της Αγίας και μεγαλομάρτυρος Παρασκευής. Χριστιανοί περιμάζεψαν το λείψανό της και εν καιρώ το τοποθέτησαν στη βάση του θυσιαστηρίου. Η μνήμη της εορτάζεται στις 26 Ιουλίου.