Powered By Blogger

21.3.10

H απελευθερωση της καλαματας


Η Καλαμάτα και το φράγκικο κάστρο (1868), σχέδιο του Th. Weber βασισμένο σε σκίτσο του Henri Belle.


23 Μαρτίου 1821 απελευθέρωση της Καλαμάτας
- 23 Μαρτίου 1821 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απελευθερώνουν την Καλαμάτα από τους Οθωμανούς Τούρκους .
- Στις 21 του μηνός (Μαρτίου 1821) κι όλας οι Τούρκοι της Καλαμάτας, φοβούμενοι από τον επαναστατικό αναβρασμό, είχαν οχυρωθεί στα πιο δυνατά σπίτια. Και την άλλη μέρα ο Θεόδ. Κολοκοτρώνης, "ο άνθρωπος της επαναστάσεως" , ξεκινούσε μαζί με τον Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη , τον Καπετανάκη Κουμουνδουράκη κ.ά. καπετάνιους με 2.000 Μανιάτες και άλλους Πελοποννησίους και στις 23 Μαρτίου μπαίνουν στην Καλαμάτα (όπου βρίσκουν τον Ηλία και Αντώνη Μαυρομιχάλη να πολιορκούν τους Τούρκους σε τρία οχυρωμένα σπίτια) - σε λίγο φθάνει και ο Πετρόμπεης - και αναγκάζουν τους Τούρκους με επικεφαλής τον έπαρχό τους Σουλεϊμάν Αρναούτογλου να παραδοθούν με όρους...".

18.3.10

Ελληνική Επανάσταση του 1821


Η Ελληνική επανάσταση του 1821 – 1824 είναι το πρώτο μέρος του Ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας (1821-1832), που διεξήγαγε ο υπόδουλος ελληνισμός ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία και που κατέληξε στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Ελληνικού κράτους από την Πύλη, με την συνθήκη του Μαΐου του 1832.


Η περίοδος είναι ευρέως γνωστή στην σύγχρονη Ελλάδα με τον όρο "επανάσταση του 21", και η επέτειος εορτασμού της έναρξής της είναι η 25η Μαρτίου, ημέρα επίσημης αργίας για το Ελληνικό κράτος.

Πίνακας περιεχομένων 1 Προεπαναστατική περίοδος
2 Τα γεγονότα του 1821
2.1 Η επανάσταση στη Μολδοβλαχία
3 Βιβλιογραφία


Προεπαναστατική περίοδος
Πολλές επαναστάσεις ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία είχαν λάβει χώρα στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο πριν από την μεγάλη επανάσταση του 1821. Άλλες από αυτές ήταν μικρότερης και άλλες μεγαλύτερης σημασίας, όλες όμως είχαν γενικά τοπικό χαρακτήρα. Η επανάσταση του 1821 ήταν η μόνη που οργανώθηκε προσεκτικά, πολλά χρόνια πριν την έκρηξή της στην Ελλάδα (σαν Ελλάδα εννοείται την περίοδο αυτή ο ιστορικός ελληνικός γεωγραφικός χώρος). Στον απόηχο των μεγάλων γεγονότων που συγκλόνισαν την Ευρώπη (Γαλλική Επανάσταση του 1789, Ναπολεόντιοι πόλεμοι) αλλά και τον κόσμο (Αμερικανική Επανάσταση), που δεν είχαν αντίκτυπο στις οπισθοδρομικές πλέον οικονομικοπολιτικοστρατιωτικές δομές της αχανούς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του Μαχμούτ Β' (1808-1839), οι Έλληνες της διασποράς που αποτελούσαν το πιό ενημερωμένο και προοδευτικό κομμάτι του ελληνισμού, ίδρυσαν κατά το πνεύμα της εποχής δύο εταιρείες, που αντιπροσωπεύουν ανάγλυφα τις δύο τάσεις του ελληνισμού στην προσπάθεια για την παλιγγενεσία του στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Η Φιλόμουσος Εταιρεία, που ιδρύθηκε στη Βιέννη το 1814[1], ήταν νόμιμη, είχε μέλη πολλούς επιφανείς (Καποδίστριας, Κοραής) και οικονομικά ισχυρούς Έλληνες της διασποράς, έθετε σαν πρώτο στόχο την πνευματική ανύψωση του γένους των Ελλήνων (συγκέντρωση πόρων για ίδρυση σχολείων στην Ελλάδα, επάνδρωσή τους με φωτισμένους δασκάλους, υποτροφίες για σπουδές νέων στο εξωτερικό κλπ.) και κατόπιν όταν οι συνθήκες το ευνοούσαν επανάσταση με εκμετάλλευση κάποιου πιθανού νέου ρωσοτουρκικού πολέμου ή (και αυτό μάλλον ήταν πιό διαδεδομένο στους κόλπους της εταιρείας) εσωτερική "διάβρωση" της αυτοκρατορίας και σταδιακή κατά το δυνατόν "ελληνοποίησή" της με την προώθηση Ελλήνων σε καίριες θέσεις της.


Το έμβλημα της Φιλικής ΕταιρείαςΗ Φιλική Εταιρεία, που ιδρύθηκε στην Οδησσό της Ρωσίας το 1814, ήταν μυστική και παράνομη, θεωρούσε ότι το γένος ήταν έτοιμο και είχε σαν στόχο την συγκέντρωση πόρων αλλά και την δημιουργία των δομών για άμεση οργάνωση επανάστασης, με επιδίωξη την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους και αν οι συνθήκες δεν το επιτρέψουν παραχώρηση αυτονομίας υπό τους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ιδρύθηκε από φλογερούς πατριώτες, ριζοσπαστικά μέλη της (μικρο)αστικής τάξης και μετά από κάποιες πρώτες δυσκολίες μυήθηκαν σε αυτήν πολλοί λόγιοι, φοιτητές, έμποροι, οικονομικά ισχυροί Έλληνες της διασποράς και ιδίως μετά την μεταφορά της "έδρας" της στην Κωνσταντινούπολη, πολλοί οικονομικά και πολιτικά ισχυροί, ιεράρχες, στρατιωτικά ισχυροί (κλέφτες και αρματολοί) αλλά και απλός κόσμος μέσα στα όρια της αυτοκρατορίας. Ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, που ανέλαβε την αρχηγία της Εταιρείας στις 12 Απριλίου 1820, μετά την άρνηση του Ι. Καποδίστρια, επιδίωκε να προετοιμάσει μια γιγαντιαία εθνικοαπελευθερωτική επιχείρηση, που θα συντάρασσε τα Βαλκάνια και για το σκοπό αυτό η Εταιρεία εκτός από την εθνεγερτική δράση της στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο και τους Έλληνες έκανε ή προσπάθησε να κάνει μυστικές συμφωνίες με Ρουμάνους, Σέρβους και Βουλγάρους πατριώτες. Τα συντηρητικά στοιχεία της Φιλικής μαζί με τους προεστούς (κοτζαμπάσηδες) του Μοριά δεν ήθελαν εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Ελληνικό χώρο και προωθούσαν την ιδέα να γίνει εκμετάλλευση της προστριβής μεταξύ Πύλης και Αλή πασά. Φήμες ότι τα σχέδια της Φιλικής είχαν προδοθεί στον σουλτάνο από τους Άγγλους υποχρέωσαν τον αρχηγό της να αναπροσαρμόσει το αρχικό σχέδιο, προχωρώντας σε μιά τοπική εξέγερση στις ρουμανικές ηγεμονίες, ελπίζοντας ότι θα τραβήξει προς τα εκεί την προσοχή των Οθωμανών, ώστε να γίνει δυνατή αργότερα η εξέγερση στην Ελλάδα χωρίς μεγάλη οθωμανική στρατιωτική πίεση.


Τα γεγονότα του 1821
Σημείωση: Όλες οι ημερομηνίες του παρόντος άρθρου αναφέρονται στο παλιό ημερολόγιο, εκτός και αν σημειώνεται διαφορετικά.
Το γενικό των Φιλικών πρόβλεπε ότι η επανάσταση έπρεπε να ξεκινήσει τις πενήντα πρώτες ημέρες του 1821, όταν ο Υψηλάντης θα έφτανε στη Μάνη για να αναλάβει την αρχηγία της. Για την προετοιμασία της επανάστασης έφτασε στον Μοριά ήδη από το τέλος του 1820, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος Παπαφλέσσας, εξουσιοδοτημένος από την Εταιρεία να προετοιμάσει γενικά την επανάσταση και υπεύθυνος μαζί με τον Αναγνωσταρά για την Μεσσηνία.

Στις 24 Δεκεμβρίου 1820 εκστρατεύει από την Τριπολιτσά εναντίον του Αλή πασά στα Ιωάννινα, ο Χουρσίτ Μεχμέτ Πασάς του Μοριά και μειώνονται σημαντικά οι αξιόμαχες τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Στις 6 Ιανουαρίου περνά στο Μοριά από την Ζάκυνθο, ειδοποιημένος από τους Φιλικούς ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Παπαφλέσσας οργώνει τον Μοριά μιλώντας για την επανάσταση σε πόλεις και χωριά. Ο Κολοκοτρώνης κάνει συγκεντρώσεις καπεταναίων από όλη την Πελοπόννησο και τους ενημερώνει να πάρουν τα όπλα μόλις δοθεί το σύνθημα. Άλλοι Φιλικοί προετοιμάζουν την επανάσταση σε Ρούμελη, Θεσσαλία και Μακεδονία.

Στις 26 Ιανουαρίου γίνεται στη Βοστίτσα (Αίγιο) η λεγόμενη σύναξη των προεστών του Μοριά. Μετέχουν επίσημοι αντιπρόσωποι των προεστών της Πάτρας και των Καλαβρύτων, τρεις ιεράρχες (δεσπότες) μεταξύ των οποίων ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, διάφοροι προεστοί και καπεταναίοι από όλη την Πελοπόννησο και ο Παπαφλέσσας. Παπαφλέσσας και καπεταναίοι δηλώνουν έτοιμοι για εξέγερση, οι προεστοί είναι διστακτικοί και ζητούν εγγυήσεις για την υποστήριξη της Ρωσίας, τελικά συμφωνούν όλοι να περιμένουν την άφιξη του Υψηλάντη για να ξεκινήσει η εξέγερση.


Ο Αλέξανδρος ΥψηλάντηςΜετά την ουσιαστική αποτυχία στο συντονισμό μιας βαλκανικής εξέγερσης, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αποφασίζει να εισβάλει στα ρουμανικά πριγκηπάτα κηρύσσοντας την επανάσταση. Πρώτη πολεμική πράξη ήταν η διάβαση του ποταμού Προύθου, στην Μολδαβία στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και η είσοδος στο Γιάσι (Ιάσιο). Στις 24 Φεβρουαρίου βγάζει την ιστορική του προκήρυξη που καλεί τους Έλληνες να πάρουν τα όπλα, βεβαιώνοντας ότι "μια κραταιά δύναμις" είναι έτοιμη να βοηθήσει τον αγώνα. Την 1 Μαρτίου αρχίζει την πορεία του προς τη Βλαχία αφού ενώθηκε με τα τμήματα του Γεωργάκη Ολύμπιου, του Φαρμάκη και πολλών Ελλήνων εθελοντών. Μαζί με τον Ιερό Λόχο που είχε συγκροτηθεί από 500 περίπου σπουδαστές των σχολών των πριγκηπάτων, η στρατιωτική δύναμη του Υψηλάντη έφτανε τους 7.000, μεταξύ των οποίων ήταν Βαλκάνιοι γείτονες (Σέρβοι, Βούλγαροι, Αρβανίτες).

Την 1 Μαρτίου ξεκινά από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό την Πελοπόννησο, μετά από ενέργειες του Φιλικού Ξάνθου, ένα καράβι φορτωμένο με προκηρύξεις για εξέγερση. Με το καράβι αυτό θα φτάσει στη Μάνη στα τέλη Μαρτίου και η είδηση της εξέγερσης στα ρουμανικά πριγκηπάτα. Κάποιες αναταραχές των χριστιανών στην Πόλη σχετικές με την εξέγερση στα πριγκηπάτα, θα δώσουν όταν ξεσπάσει η επανάσταση στο Μοριά αφορμή για σφαγές.

Η Πύλη θεωρούσε πρωταρχικό θέμα την αντιμετώπιση της ανταρσίας του Αλή πασά, αλλά ανησυχούσε σοβαρά από τις φήμες και τις καταγγελίες των Άγγλων για εξέγερση στο Μοριά. Λίγο μετά την εξέγερση στις ρουμανικές ηγεμονίες, αλλά όχι εξαιτίας της, οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς κάλεσαν τους προεστούς του Μοριά με πρόσχημα την συνηθισμένη κοινή ετήσια σύσκεψη, με στόχο όμως να τους κρατήσουν ομήρους. Οι περισσότεροι προεστοί ήταν διστακτικοί και δεν πήγαν και σωστά, αφού όσοι πήγαν εκτελέστηκαν με το ξέσπασμα της επανάστασης.


Στις 11 Μαρτίου φτάνει με καράβι στην Χαλκιδική ο Φιλικός Εμμανουήλ Παππάς με εντολή να οργανώσει την επανάσταση. Πολλοί καλόγεροι από το Άγιο Όρος ξεσηκώνονται έτοιμοι να τον ακολουθήσουν και γίνονται επαφές με Μακεδόνες οπλαρχηγούς σε μια προσπάθεια να προετοιμαστεί μια συντονισμένη εξέγερση.

Στα μέσα Μαρτίου 1821 ο Παπαφλέσσας είχε ολοκληρώσει τον κύκλο των περιοδειών του στην Πελοπόννησο και βρισκόταν μαζί με τον Αναγνωσταρά στη Μεσσηνία, που ήταν η περιοχή για την οποία είχε ταχθεί υπεύθυνος από την Φιλική Εταιρεία. Ο Κολοκοτρώνης ήταν επίσης στο χώρο ευθύνης του, τη Μάνη. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν κρυμμένος στην Πάτρα, έτοιμος να αναλάβει δράση. Άλλοι Φιλικοί ήταν σε διάφορους χώρους ευθύνης ο καθένας. Παρά τις αμφιβολίες των προεστών, το κλίμα στην Πελοπόννησο ήταν έντονα επαναστατικό και ένας σπινθήρας έλειπε για την έκρηξη. Στο δεκαήμερο μεταξύ 14-25 Μαρτίου δόθηκε το έναυσμα της επανάστασης σε διαφορετικά σημεία στο Μοριά.Στις 14 Μαρτίου 1821 καταφθάνει στη Ζάχολη , από το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία του Κούτου , ο ηγούμενος Γερμανός ,όπου μετά από πανηγυρική δοξολογία στον ναό του Αγίου Γεωργίου,υψώνει την Σημαία της Επαναστάσεως με τα σύμβολα της Φιλiκής Εταιρείας και μαζί με τους Ζαχολίτες οπλαρχηγούς Παναγιωτάκη Γεραρή και Χρήστο Ζίνη ή Ζαχολίτη εκδιώκουν από την Ζάχολη τις τούρκικες οικογένειες.Στό Φενεό ο Αναγνώστης Κορδής και ο Χρήστος Ζαχολίτης, μετά από συμπλοκή σκότωσαν τούρκους γυφτοχαράτζηδες και ύστερα με ένοπλους Ζαχολίτες ενίσχυσαν τη μικρή δύναμη του Φιλικού Νικόλα Σολιώτη που μαζί με τους Ζαχολίτες επιτέθηκε σε Οθωμανούς φοροεισπράκτορες (χαρατζήδες) στο χωριό Πόρτα των Καλαβρύτων. Παράλληλα ο Παναγιωτάκης Γεραρής με 60 Ζαχολίτες ξεκίνησε γιά να λάβει μέρος στην πολιορκία της Ακροκορίνθου που άρχισε στις 24 Μαρτίου. Στις 20 Μαρτίου ο Σολιώτης με τους Πετμεζαίους χτύπησαν τους Οθωμανούς στους τρεις πύργους των Καλαβρύτων, όπου κλείστηκαν οι ντόπιοι μουσουλμάνοι και ξεκίνησαν την πολιορκία τους πιάνοντας τον πασά των Καλαβρύτων Αρναούτογλου . Στις 21 Μαρτίου, ξεσηκώθηκε η Πάτρα από τους Φιλικούς Παναγιώτη Καρατζά, Βαγγέλη Λειβαδά και Ν. Γερακάρη και οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να κλειστούν στο φρούριό της και η Μάνη[2] με τους Κολοκοτρώνη, Παπαφλέσσα, Νικηταρά και Κεφάλα. Στη Μάνη εξοπλίστηκαν 2.000 Μανιάτες και Μεσσήνιοι με πολεμοφόδια που είχαν σταλεί από τους Φιλικούς της Σμύρνης και είχαν φτάσει εκεί με καράβια. Στις 23 Μαρτίου μπήκαν στην Καλαμάτα και αυτό είναι η πρώτη πολεμική επιτυχία της επανάστασης. Στις 24 Μαρτίου μαζεύτηκαν στα περίχωρα της Καλαμάτας γύρω στους 5.000 Έλληνες για να πάρουν την ευλογία της Εκκλησίας και την ίδια μέρα ξεσηκώθηκε η Φωκίδα στη Ρούμελη.

Στην Καλαμάτα συστάθηκε η Μεσσηνιακή γερουσία και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης τοποθετήθηκε επικεφαλής της. Πρώτη πράξη της νέας εξουσίας ήταν να στείλει έγγραφο προς τα χριστιανικά έθνη ζητώντας τη βοήθειά τους και αυτό το έγγραφο είναι και η πρώτη πράξη διεθνούς δικαίου της επανάστασης. Στην Πάτρα ιδρύθηκε το Αχαϊκό διευθυντήριο, από τους προεστούς Ανδρέα Λόντο και Χαραλάμπη, τον Παπαδιαμαντόπουλο και το δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Στα πριγκηπάτα η επανάσταση εξαπλώνεται με επιτυχία. Οι Ρουμάνοι σύμμαχοι ήταν συσπειρωμένοι γύρω από τον εθνικό τους ηγέτη, συνεργάτη των Φιλικών Τούντορ (Θεόδωρος) Βλαντιμιρέσκου, που είχε κηρύξει επανάσταση ένα μήνα πριν ο Υψηλάντης περάσει τον Προύθο. Στις 21 Μαρτίου ο Βλαντιμιρέσκου με 6.000 πεζούς και 2.500 ιππείς καταλαμβάνει το Βουκουρέστι μέσα σ ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού του πληθυσμού και ακολουθεί ο Υψηλάντης που μπήκε στην πόλη με τον στρατό του στις 27 Μαρτίου. Όλα έδειχναν ότι τα δύο κινήματα, θα συνεργάζονταν για την επιτυχία της εξέγερσης όμως για ποικίλους λόγους αυτό δεν έγινε.


Ο όρκος στην Αγία Λαύρα
Πίνακας του Θεόδωρου ΒρυζάκηΗ 25η Μαρτίου είναι εθνική εορτή, καθώς είχε οριστεί με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα στις 15 Μαρτίου του 1838 ως επέτειος της έναρξης της Επανάστασης, μάλλον με την έννοια της συμπύκνωσης στην ημέρα αυτή των επαναστατικών γεγονότων των ημερών.

Για το τί έγινε εκείνες τις ημέρες υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις. Σύμφωνα με την παράδοση στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλόγησε μία ελληνική σημαία και κήρυξε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Όμως, η Ελληνική Επανάσταση είχε ήδη ξεκινήσει στις 21 Φεβρουαρίου από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ιάσιο. Ο ίδιος ο Γερμανός δεν αναφέρει απολύτως τίποτα σχετικό στα απομνημονεύματά του, για την ημέρα εκείνη, αλλά αντιθέτως ότι δε βρισκόταν στη Λαύρα.[3] Παρ'ολα αυτά το γεγονός οτι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός άφησε ανολοκλήρωτα απομνημονεύματα δεν μας αφήνει να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα. [1]

Οι περισσότεροι ιστορικοί, όπως αναφέρει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ήταν της άποψης που αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Παλαιού Πατρών Γερμανού, δηλαδή, "οι δε συγκεντρωθέντες αποφάσισαν να μην δώσουν αιτίαν τινά, αλλά ως φοβισμένοι να παραμερίσωσι εις ασφαλή μέρη". Άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο πυρήνας της όλης ιστορίας διασώζει κάποια ιστορική αλήθεια, βασιζόμενοι σε προσωπικά αρχεία αγωνιστών και ιεραρχών του 1821, που ισχυρίζονται ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τέλεσε δοξολογία στις 17 Μαρτίου στην Αγία Λαύρα, ύψωσε το λάβαρο και όρκισε ορισμένους κοτζαμπάσηδες και επισκόπους του Μωριά, που βρίσκονταν εκεί για τον εορτασμό του Αγίου Αλεξίου. [2] Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι συγκεντρωμένοι έφυγαν από την Αγία Λαύρα έχοντας γνώση της επικείμενης έναρξης επανάστασης.

Στην Στερεά Ελλάδα κηρύχθηκε επίσημα η έναρξη της επανάστασης στις 27 Μαρτίου, στη μονή οσίου Λουκά κοντά στη Λιβαδειά, με παρόντες τους οπλαρχηγούς Αθανάσιο Διάκο και Βασίλη Μπούσγο και προκρίτους της περιοχής.

Στο συμβούλιο των οπλαρχηγών στη Μεσσηνία ο Κολοκοτρώνης πρότεινε σαν βασικό στόχο την Τρίπολη, που ήταν το στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και μετά από τη διαφωνία του Μαυρομιχάλη, που είχε οριστεί αρχιστράτηγος, άρχισε πορεία στρατολόγησης στην Αρκαδία. Ανάλογες πορείες έκαναν άλλοι οπλαρχηγοί σε διάφορες περιοχές. Στις 29 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης είχε μαζέψει 6.000 άνδρες και προσπάθησε να πολιορκήσει την Καρύταινα, όμως στην πρώτη έξοδο των Τούρκων, το στράτευμα διαλύθηκε. Δεν απογοητεύτηκε και μεθοδικά εγκατέστησε φρουρές σε επίκαιρα σημεία γύρω από την Τρίπολη (Λεβίδι, Πιάνα, Χρυσοβίτσι, Βέρβαινα, Βαλτέτσι, Τρίκορφα), για να μπορούν να ελεγχθούν οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα εκεί.

Η επανάσταση επεκτάθηκε γρήγορα σε όλη την Πελοπόννησο και Ανατολική Στερεά και είχε μεγάλη επιτυχία αφού πέρασαν στον έλεγχο των επαναστατών πολύ σύντομα,Ζάχολη (14 Μαρτίου), Καλαμάτα (23 Μαρτίου), Αίγιο (23 Μαρτίου), Καλάβρυτα (26 Μαρτίου), Άργος, Καρύταινα, Μεθώνη, Νεόκαστρο, Φανάρι, Γαστούνη, Ναύπλιο στην Πελοπόννησο και Σάλωνα (Πανουργιάς, 27 Μαρτίου), Γαλαξίδι (Γκούρας, 28 Μαρτίου), Λιδωρίκι (Σκαλτζάς, 28 Μαρτίου), Μαλανδρίνο (Σκαλτζάς, 30 Μαρτίου), Λιβαδειά (Διάκος, 31 Μαρτίου), Θήβα (Μπούσγος, 3 Απριλίου), Αταλάντη στη Στερεά Ελλάδα.

Οι Οθωμανοί περιορίστηκαν στα κάστρα όπου είχαν αρχίσει πολιορκίες. Τα σπουδαιότερα από αυτά τα κάστρα ήταν: το κάστρο του Μοριά (Ρίο) με το αντίστοιχο κάστρο της Ρούμελης (Αντίρριο), της Πάτρας, του Ακροκορίνθου πάνω από την Κόρινθο, τα δύο κάστρα του Ναυπλίου (το Παλαμήδι και το Μπούρτζι), της Μονεμβασιάς, της Μεθώνης, της Κορώνης, το Νεόκαστρο και το Παλαιόκαστρο του Ναυαρίνου (Πύλος) και το κάστρο της Τριπολιτσάς (Τρίπολη). Στο κάστρο του Άργους που ήταν παραμελημένο δεν κλείστηκαν Οθωμανοί. Όλα τα κάστρα ήταν κτισμένα (Βυζαντινοί, Ενετοί, Οθωμανοί) κατά βάση παράλια σε δύσβατα σημεία και είχαν το πλεονέκτημα της δυνατότητας τροφοδοσίας από θάλασσα (οθωμανικός στόλος), πλην του κάστρου της Τρίπολης που ήταν κτισμένο γύρω από την πόλη. Μέχρι το τέλος Μαρτίου οι μουσουλμάνοι είχαν απωθηθεί ή εγκαταλείψει τα πεδινά της Πελοποννήσου (ένα τμήμα της Ηλείας γύρω από το Λάλα έμενε υπό τον έλεγχο των ντόπιων Αλβανών) και είχαν περιοριστεί στα κάστρα, μερικά από τα οποία (αν άντεχαν στην πολιορκία) θεωριόταν ικανά για ανάκτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν συγκεντρωθεί στην Τρίπολη.

Τα κάστρα πολιορκούσαν ομάδες ατάκτων υπό την "διοίκηση" ντόπιων καπεταναίων, προεστών ή ιεραρχών που είχαν ξεσηκωθεί και ο αριθμός των πολιορκητών δεν ήταν σταθερός αλλά αυξομειώνονταν ανάλογα με τις περιστάσεις. Η πιο οργανωμένη πολιορκία ήταν της Τρίπολης (Κολοκοτρώνης, Νικηταράς) η οποία δεν ήταν ασφυκτική αλλά επιτελική με κατοχή και οχύρωση καίριων υψωμάτων γύρω από την πόλη, που έλεγχαν της προσβάσεις προς αυτή. Το οθωμανικό ιππικό όμως είχε το πάνω χέρι στο οροπέδιο της πόλης, επιτρέποντας τον ανεφοδιασμό της με τα απαραίτητα.

Σε διεθνές (ευρωπαϊκό) επίπεδο η είδηση για εξέγερση στα πριγκηπάτα από τον Υψηλάντη δεν έγινε ευνοϊκά δεκτή από τις ισχυρές δυνάμεις της εποχής και μετά από μια σειρά διπλωματικών διεργασιών (Αγγλία, Αυστρία) και πιέσεων ο τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος αποκηρύσσει τελικά την εξέγερση και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε' της Κωνσταντινούπολης αφορίζει τον Υψηλάντη και καλεί τον πληθυσμό να μείνει υπάκουος στο καθεστώς. Τα γεγονότα αυτά επηρεάζουν το κίνημα στις ηγεμονίες και από το σημείο αυτό και μετά λανθασμένες επιλογές από το ελληνικό και ρουμανικό στρατόπεδο φέρνουν την τελική αποτυχία της εξέγερσης στα πριγκηπάτα.

Οι ειδήσεις για εξέγερση και στο Μοριά έφτασαν στο τέλος Μαρτίου και στην Υψηλή Πύλη. Η πρώτη αντίδραση ήταν η προσπάθεια περιορισμού της εξέγερσης στο Μοριά, που εκδηλώθηκε με τρομοκρατικές σφαγές διακεκριμένων προσώπων και προεστών στην Πόλη, αλλά και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας που το ελληνικό στοιχείο ήταν σημαντικό, όπως τις Κυδωνίες (Αϊβαλί), Ρόδο, Κύπρο. Δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί η έκταση και ο αριθμός των θυμάτων των σφαγών σε αυτές τις περιοχές. Ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821), μετά τη θεία λειτουργία, καθαιρέθηκε και απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε' (πάνω από 70 ετών τότε), σε μιά καθαρά πολιτική κίνηση της Πύλης, αφού δεν είχε δοθεί κανενός είδους αφορμή για αυτή την ενέργεια. Το σώμα του, αφού έμεινε κρεμασμένο για τρεις μέρες, περιφέρθηκε στην πόλη από τον όχλο, μεταφέρθηκε με ακάτιο και ρίχτηκε στην μέση του Κεράτιου κόλπου[4].

Η πρώτη στρατιωτική αντίδραση από τους Οθωμανούς στις ειδήσεις για εξέγερση των Ελλήνων ήρθε από τον Γιουσούφ πασά Σέρεζλη (από τις Σέρρες). Βρισκόταν με στρατό στο Βραχώρι (Αγρίνιο) καθ' οδόν προς την Εύβοια όταν έμαθε για την πολιορκία της Πάτρας. Διεκπεραιώθηκε μέσω Ρίου στην Πελοπόννησο στις 3 Απριλίου, έκαψε την Πάτρα, αιφνιδίασε και διάλυσε τους πολιορκητές του φρουρίου της και εγκαταστάθηκε εκεί. Το φρούριο (ακρόπολη) της Πάτρας και τα γειτονικά φρούρια του Μοριά (Ρίο) και της Ρούμελης (Αντίρριο) θα μείνουν στα χέρια των Οθωμανών σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, δίνοντας στα τουρκικά στρατεύματα μια σημαντική δίοδο πρόσβασης προς τα ενδότερα της Πελοποννήσου.

Αρχές Απριλίου άρχισαν να κινούνται και τα νησιά. Παρόλο που η Φιλική Εταιρεία είχε διείσδυση σε αυτά παρατηρείται σχετική καθυστέρηση στον ξεσηκωμό, που οφείλεται σε τοπικές οργανωτικές αλλά και κοινωνικές ιδιαιτερότητες, και σε κάποια από αυτά λαϊκές εξεγέρσεις προηγούνται και επισπεύδουν την κήρυξη της επανάστασης. Στις 30 Μαρτίου ξεσηκώθηκε η Ύδρα από τον πλοίαρχο δεύτερης σειράς Αντώνη Οικονόμου. Οι οικοκυραίοι (πλοιοκτήτες) ήταν διστακτικοί και ο Οικονόμου ίδρυσε στις 31 Μαρτίου τη Διοίκηση, σε αντιδιαστολή με την υπάρχουσα Καγγελαρία. Στις 3 Απριλίου ξεσηκώθηκαν από ντόπιους φιλικούς οι Σπέτσες και ακολούθησαν ο Πόρος, η Σαλαμίνα και η Αίγινα και στις 10 Απριλίου τα Ψαρά. Την ίδια μέρα ο αρματολός Γιάννης Δυοβουνιώτης μπήκε στην Μπουδουνίτσα (Μενδενίτσα) της Ρούμελης. Στην Αττική ο Φιλικός Μελέτης Βασιλείου και άλλοι ντόπιοι μικροκαπετάνιοι αφού στρατολόγησαν αγρότες και χωρικούς για αρκετές μέρες, μπήκαν αιφνιδιαστικά στην Αθήνα στις 15 Απριλίου, περιορίζοντας τους ντόπιους μουσουλμάνους στο κάστρο της Ακρόπολης και την ίδια μέρα η Ύδρα κήρυξε επισήμως την επανάσταση. Στις 18 Απριλίου οι Ρουμελιώτες αρματολοί Διάκος, Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς μπήκαν στο Πατρατζίκι (Υπάτη) και την ίδια μέρα ξεσηκώθηκε η Σάμος με τον Φιλικό Λυκούργο Λογοθέτη.

Η στρατιωτική απάντηση του Χουρσίτ πασά της Πελοποννήσου, που βρισκόταν[5] στα Γιάννενα διευθύνοντας τις επιχειρήσεις εναντίον του Αλή πασά, προέβλεπε την προσβολή της εξέγερσης στην Πελοπόννησο με τακτικό στρατό, πεζικό και ιππικό, από δύο μεριές: Από τη μια απευθείας διεκπεραίωση στρατευμάτων μέσω Ρίου-Αντιρρίου και από την άλλη κάθοδο διαμέσου της ανατολικής Στερεάς με καταστολή της εξέγερσης που είχε ήδη αρχίσει εκεί. Το πρώτο σκέλος των στρατευμάτων υπό τη διοίκηση του Μουσταφάμπεη, πέρασε στην Πελοπόννησο πολύ νωρίς (6 Απριλίου) και επιδόθηκε σε συστηματικές καταστροφές πόλεων που είχαν περιέλθει στους εξεγερμένους. Το δεύτερο σκέλος των στρατευμάτων υπό τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ βρισκόταν στη Φθιώτιδα στις 19 Απριλίου με εντολή τη διενέργεια τακτικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από βορά προς νότο.

Τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα που (μια μέρα πριν) είχαν καταλάβει την Υπάτη, αποφάσισαν να την εγκαταλείψουν και να αντιμετωπίσουν την οθωμανική στρατιά στην Φθιώτιδα σε τρία σημεία: Ο Πανουργιάς στη Χαλκωμάτα, ο Δυοβουνιώτης στο Γοργοπόταμο και ο Διάκος στην Αλαμάνα. Στις 24 Απριλίου, ο Ομέρ Βρυώνης επιτέθηκε και στα τρία σημεία ταυτόχρονα. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης αναγκάστηκαν σε υποχώρηση, όμως το τμήμα του Διάκου που αντιστάθηκε πεισματικά στη γέφυρα της Αλαμάνας σφαγιάστηκε και ο ίδιος συνελήφθη επιτόπου[6]. Λίγες μέρες αργότερα τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα ηττήθηκαν στο Ελευθεροχώρι της Λαμίας. Στις 8 Μαΐου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κατάφερε πλήγμα στον Ομέρ Βρυώνη στο χάνι της Γραβιάς. Με 120 μαχητές αντιμετώπισε επιτυχημένα όλη την ημέρα τις οθωμανικές επιθέσεις προξενώντας τους σημαντικές απώλειες και αποσύρθηκε τη νύχτα προς τα βουνά, με ελάχιστες δικές του απώλειες. Λίγες μέρες αργότερα οθωμανικό στρατιωτικό σώμα απέτυχε να καταλάβει τα Βλαχοχώρια της Γκιώνας, που υπερασπίζονταν ο Γιάννης Γκούρας. Οι τελευταίες αυτές επιτυχίες αναπτέρωσαν το ηθικό των επαναστατημένων και προβλημάτισαν τους Τούρκους, που αποσύρθηκαν προσωρινά στην Μενδενίτσα.


Στις 6 Απριλίου είχε περάσει μέσω Ρίου στην Πελοπόννησο ο Μουσταφάμπεης, κεχαγιάμπεης του Χουρσίτ πασά, με εντολή την καταστολή της εξέγερσης. Έκαψε τη Βοστίτσα (Αίγιο), διάλυσε την πολιορκία του Ακροκόρινθου, έκαψε το Άργος, σύντριψε την αντίσταση που βρήκε στον ποταμό Ξεριά[7], διάλυσε την πολιορκία του Ναυπλίου και μπήκε πανηγυρικά στην Τρίπολη στις 6 Μαΐου. Στις 12 Μαΐου επιχείρησε μια πρώτη απόπειρα διάσπασης της πολιορκίας της Τρίπολης και επιτέθηκε με ισχυρές δυνάμεις εναντίον των πολιορκητών, στο Βαλτέτσι από βορά και νότο. Τη θέση υπερασπίσθηκαν λυσσαλέα, στρατιωτικά σώματα των Μαυρομιχαλαίων (Κυριακούλης, Ηλίας και Γιάννης), του Κολοκοτρώνη, των Πλαπουταίων και άλλων καπεταναίων. Την επόμενη ο Μουσταφάμπεης άρχισε υποχώρηση που η ελληνική αντεπίθεση μετέτρεψε σε άτακτη φυγή με σημαντικές απώλειες. Επιζητώντας με κάθε τρόπο την διάνοιξη δρόμου προς τη Μεσσηνία ο Μουσταφάμπεης επιτέθηκε στις 18 Μαΐου στα Δολιανά και στα Βέρβαινα, όπου ηττήθηκε από τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα και επέστρεψε άπρακτος στην Τρίπολη. Οι νίκες αυτές, που οφείλουν πολλά στην επιμονή, την μεθοδικότητα αλλά και τις στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη (αρχιστράτηγος από τις αρχές Μαΐου), επέτρεψαν την στενότερη πολιορκία των φρουρίων, στα οποία άρχισαν να σημειώνονται ελλείψεις των αναγκαίων αφού ο ελληνικός στόλος είχε ήδη περιορίσει με τη δραστηριότητά του, την από θάλασσα τροφοδοσία τους.

Στις πρώτες του εξόδους και περιπολίες τον Απρίλιο, ο ελληνικός στόλος κυρίεψε αρκετά πλοία και μαζεύτηκαν μεγάλες ποσότητες από λάφυρα. Η θέα του ελληνικού στόλου με την επαναστατική σημαία, βοηθούσε να ξεσηκωθούν νησιά ή παραθαλάσσιες περιοχές που δεν είχαν μέχρι τότε ξεσηκωθεί και τα πληρώματα του στόλου δεν δίσταζαν να βγουν οπλισμένα στη στεριά και να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις. Σημαντική ήταν η συμβολή του στόλου και στον από θαλάσσης αποκλεισμό και κανονιοβολισμό των φρουρίων που πολιορκούνταν (Ναύπλιο, Μονεμβασία).


Ναυτικό κανόνι του 1821Στις 7 Μαΐου επαναστάτησαν με πρώτο τις Μηλιές, τα Εικοσιτέσσερα (τα χωριά του Πηλίου) της Θεσσαλίας, όπου ο υπεύθυνος για την περιοχή Φιλικός Άνθιμος Γαζής είχε προετοιμάσει το έδαφος από νωρίς με σημαντική εθνεγερτική δράση και επαφές με τους ντόπιους αρματολούς Μπασδέκηδες (Κυριάκο και Παναγιώτη). Οι ισχυροί προεστοί (κοτζαμπάσηδες) ήταν πολύ αρνητικοί στην ιδέα της επανάστασης, όμως όταν εμφανίστηκαν από το Τρίκερι τρία πλοία του ελληνικού στόλου, ο λαός δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί. Στις 9 Μαΐου οι επαναστάτες από όλα τα χωριά μαζεύτηκαν έξω από το Βόλο και πολιόρκησαν τους Οθωμανούς που κλείστηκαν στο φρούριο της πόλης. Στην πολιορκία βοήθησαν και τα ελληνικά πλοία και πληρώματα. Στις 11 Μαΐου οι επαναστάτες μπήκαν στο Βελεστίνο (οι Οθωμανοί κλείστηκαν στους 4 ισχυρότερους πύργους) και εκεί μαζεύτηκαν την ίδια μέρα αντιπρόσωποι από τα επαναστατημένα χωριά, κηρύχθηκε επίσημα η επανάσταση και συστάθηκε η Βουλή της Θετταλομαγνησίας, με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή και γραμματέα τον Φίλιππο Ιωάννου. Οι επαναστάτες στη Θεσσαλία ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία άτακτοι χωρικοί, χωρίς κανενός είδους στρατιωτική εμπειρία, αλλά και χωρίς τα απαραίτητα όπλα και πολεμοφόδια και όταν λίγες μέρες αργότερα εμφανίστηκε πολυπληθής οθωμανική στρατιά από τη Λάρισα υπό τη διοίκηση του Μαχμούτ πασά Δράμαλη (από τη Δράμα), διαλύθηκαν αμέσως προς τα χωριά τους. Ο Δράμαλης έκαψε την Κάπουρνα και τα Κανάλια, ανέβηκε μέχρι τη Μακρυνίτσα και ζήτησε από όλα τα χωριά να πληρώσουν μεγάλα πρόστιμα. Οι περισσότεροι επαναστάτες φοβισμένοι υπέκυψαν και οι κοτζαμπάσηδες προσκύνησαν φέρνοντας στον Δράμαλη πλούσια δώρα. Αυτός προωθήθηκε προς το Λαύκο επιδιώκοντας να μπεί στις Μηλιές, που ήταν το στρατηγείο της επανάστασης, όμως στις 25 Μαΐου συνάντησε αντίσταση στα Λεχώνια και δεν προχώρησε. Στις Μηλιές η κατάσταση ήταν αντιφατική, με τους κοτζαμπάσηδες να θέλουν να προσκυνήσουν και τους επαναστάτες με τον Γαζή να θέλουν να αντισταθούν. Τελικά ο Γαζής αναγκάστηκε να φύγει στη Σκιάθο και οι Μηλιές προσκύνησαν στα μέσα Ιουνίου τον Δράμαλη που έφτασε μέχρι τη Μηλίνα και δεν προχώρησε άλλο. Όσοι επαναστάτες απέμειναν προωθήθηκαν προς το Τρίκερι και πολλά γυναικόπαιδα πέρασαν σε Σκιάθο και Σκόπελο. Όταν αποχώρησε ο Δράμαλης η επανάσταση έμεινε ζωντανή στο Λαύκο, την Αργαλαστή, το Προμμύρι και το Τρίκερι.

Την ίδια μέρα που γίνονταν η μάχη στη Γραβιά (8 Μαΐου) και μια μέρα μετά την έναρξη της επανάστασης στη Θεσσαλία, επαναστάτησε και το γειτονικό Ξεροχώρι (Ιστιαία) στην βόρεια Εύβοια. Από εκεί η επανάσταση διαδόθηκε στην Λίμνη και στην Κύμη της Εύβοιας, που ανήκε στο ισχυρό πασαλίκι του Εγρίπου (Ευρίπου) με πρωτεύουσα τη Χαλκίδα και είχε σημαντικές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Τέλη Μαΐου οι επαναστάτες προσπάθησαν δύο φορές να πολιορκήσουν την Χαλκίδα χωρίς όμως επιτυχία και στη συνέχεια κυνηγήθηκαν από το οθωμανικό ιππικό, που τους προκάλεσε μεγάλες απώλειες.

Μετά από την αποτυχία των επίμονων προσπαθειών συντονισμού ταυτόχρονης έκρηξης της επανάστασης στον Όλυμπο και την Χαλκιδική ο Εμμανουήλ Παπάς κήρυξε τελικά την επανάσταση στη Μακεδονία, στον Πολύγυρο στις 17 Μαΐου. Η οθωμανική απάντηση ήταν εδώ άμεση με συλλήψεις ομήρων και καταλήψεις πόλεων. Ιδιαίτερα δεινοπάθησε η Θεσσαλονίκη, όπου εξοντώθηκαν χιλιάδες Έλληνες και οι περιουσίες τους δημεύθηκαν ή καταστράφηκαν. Χρειάστηκε να περάσουν τουλάχιστον πενήντα χρόνια για να επανέλθει ο ελληνισμός της πόλης στα πριν του 1821 επίπεδα και να συνέλθει από αυτό το συντριπτικό χτύπημα. Οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και του Βερμίου ήταν διστακτικοί και περίμεναν ενισχύσεις σε μαχητές και πολεμοφόδια από την νότια Ελλάδα. Μόνο ο Διαμαντής Νικολάου προσφέρθηκε να εξεγερθεί άμεσα και πέρασε με το στρατιωτικό σώμα του στη Χαλκιδική τον Ιούνιο.

Στις 21 Μαΐου προεστοί από όλες τις επαρχίες και ντόπιοι οπλαρχηγοί συγκεντρώθηκαν στο Λουτρό των Σφακιών, ίδρυσαν Καγκελαρία και κήρυξαν την επανάσταση και στην Κρήτη. Στο νησί υπήρχε ισχυρό και εμπειροπόλεμο τουρκικό στοιχείο και η επανάσταση καταπνίγηκε γρήγορα με κατάληψη και της κοιτίδας της στα Σφακιά.

Στις 20 Μαΐου επαναστάτησε το Μεσολόγγι με τον αρματολό του Ζυγού Δημήτρη Μακρή και την επόμενη ο Μακρής ξεσήκωσε και το Ανατολικό (Αιτωλικό). Στις 25 Μαΐου ο Γιώργος Βαρνακιώτης κήρυξε με προκήρυξη την επανάσταση στο Ξηρόμερο και στις 4 Ιουνίου επαναστάτησε και το Καρπενήσι με τους Γιολντάσηδες. Η καθυστέρηση στην κήρυξη της επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα, φαίνεται ότι οφείλεται στην ύπαρξη ισχυρών οθωμανικών δυνάμεων στην Ήπειρο, λόγω της στρατιωτικής αναμέτρησης της Πύλης με τον Αλή Πασά, αλλά και στην απροθυμία ισχυρών αρματολών (Γιώργος Βαρνακιώτης, Ανδρέας Ίσκος) της περιοχής να εμπλακούν, ίσως λόγω φόβων για την απώλεια των προνομίων τους.

Τον Μάιο πλοία του ελληνικού στόλου υπό τη διοίκηση του Γιακουμάκη Τομπάζη προσέγγισαν στη Χίο, σε μια προσπάθεια να πεισθούν οι Χιώτες να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Δεν υπήρξε ανταπόκριση ούτε από τους επώνυμους αλλά ούτε από τους χωρικούς και ο στόλος απέπλευσε. Οι Οθωμανοί συνέλαβαν ομήρους μεταξύ των επιφανών Ελλήνων και ένα σώμα ατάκτων πέρασε από τα τουρκικά παράλια στο νησί για τη "διατήρηση της τάξης". Στην πρώτη του έξοδο από τα Δαρδανέλλια ο οθωμανικός στόλος βρήκε μπροστά του τα ελληνικά πολεμικά. Στις 27 Μαΐου ο Τομπάζης κυνήγησε την οθωμανική μοίρα και κατάφερε να αποκλειστεί το μεγαλύτερο πλοίο (πλοίο της γραμμής με 76 πυροβόλα) στον κόλπο της Ερεσσού, το οποίο ανατινάχτηκε τελικά από τον Παπανικολή με πυρπολικό φτιαγμένο στα Ψαρά, με σημαντικές απώλειες των Οθωμανών.

Το Μάιο με πρωτοβουλία της Μεσσηνιακής γερουσίας συγκλήθηκε πανπελοποννησιακή συνέλευση στην Μονή των Καλτεζών, υπό την προεδρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Συμμετείχαν ισχυροί προύχοντες ή αντιπρόσωποί τους, ιεράρχες και λίγοι στρατιωτικοί και Φιλικοί. Προσκλήσεις στάλθηκαν και στα τρία ναυτικά νησιά τα οποία όμως δεν συμμετείχαν. Με ανακοίνωσή της στις 26 Μαΐου, συστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία, στην οποία περιήλθαν όλες οι εξουσίες και η ευθύνη της διεύθυνσης των επαναστατικών πραγμάτων για όλη την Πελοπόννησο. Μέλη της Γερουσίας αυτής ήταν αντιπρόσωποι από όλα τα μεγάλα προυχοντικά τζάκια της Πελοποννήσου, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και γραμματέας ο Ρήγας Παλαμήδης. Επρόκειτο για μια εσπευσμένη αλλά συντονισμένη ενέργεια των ισχυρών να αντιπαρατεθούν στην εξουσία του Δημήτριου Υψηλάντη, που αναμενόταν να φτάσει στην Πελοπόννησο. Μέχρι την άφιξή του η Γερουσία αυτή έκανε εκλογές επαρχιακών και κοινοτικών αντιπροσώπων και προκήρυξε γενική επιστράτευση.

[Επεξεργασία] Η επανάσταση στη Μολδοβλαχία
Στα πριγκιπάτα η επανάσταση δεν είχε καλή εξέλιξη. Πρώτα ήρθε η διάσπαση των επαναστατών και η σύλληψη και εκτέλεση του Βλαντιμιρέσκου από τους Έλληνες, την νύχτα της 27 Μαΐου. Οι Οθωμανοί παρακινημένοι από τους ντόπιους μπαίνουν με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στο Βουκουρέστι και ο Υψηλάντης, σε απελπιστική θέση υποχωρεί αμαχητί προς τα Καρπάθια. Στις 7 Ιουνίου δίνεται από τους μαχητές του Ιερού Λόχου η πολυαίμακτη μάχη στο Δραγατσάνι, όπου έπεσαν νεκροί διακόσιοι νέοι σπουδαστές και σαράντα πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Οθωμανούς. Ο Υψηλάντης υποχωρώντας φτάνει στα αυστριακά σύνορα, συλλαμβάνεται από τους αυστριακούς και φυλακίζεται στο φρούριο του Μούνκατς. Λίγο μετά την αποφυλάκισή του επτά χρόνια αργότερα, θα πεθάνει από καρδιά.

Στη Μολδαβία τα τμήματα του Ολύμπιου, του Φαρμάκη και του Καρπενησιώτη συνέχισαν τον άνισο αγώνα με τις οθωμανικές δυνάμεις. Ο Καρπενησιώτης συγκρούεται με τους Οθωμανούς στο Γαλάτσι και τον Προύθο με σοβαρές απώλειες. Ο Ολύμπιος, μετά από πολλές συγκρούσεις, καταφεύγει με έντεκα μαχητές στη Μονή Σέκου, αντιστέκεται ηρωικά και στις 23 Οκτωβρίου βάζουν φωτιά στη μπαρουταποθήκη του μοναστηριού και τινάζονται στον αέρα μαζί με τους εχθρούς. Ο Φαρμάκης προδόθηκε στους Οθωμανούς από Άγγλους και Αυστριακούς και θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια. Στις αρχές του 1822 το κίνημα στα ρουμανικά πριγκηπάτα είχε κατασταλεί εντελώς. Η απασχόληση στα πριγκηπάτα σοβαρών στρατιωτικών οθωμανικών δυνάμεων βοήθησε να ανάψει και να διατηρηθεί η επαναστατική φλόγα στην Ελλάδα.


Τον Ιανουάριο του 1822 η πρώτη εθνική σύνοδος, στην Επίδαυρο ανακήρυξε την ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας απο την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ανακήρυξη αυτή επισφραγίστηκε μετά τις αξιοσημείωτες νίκες των μαχόμενων Ελλήνων, σε στεριά και θάλασσα.


Νικηφ. Λύτρας, Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη (π. 1866-1870). Λάδι σε μουσαμά, 143 εκ. x 109 εκ. Πινακοθήκη Αβέρωφ, Μέτσοβο.Οι πολεμικές επιχειρήσεις έληξαν, όταν ο Σουλτάνος υποχρεωμένος από την Ρωσία, αποδέχθηκε την αυτονομία της Ελλάδας με την Συνθήκη της Αδριανούπολης το 1829.

5.3.10

Θεοτοκονύμια



Το όνομα της Παρθένου Μαρίας, το ιερότερο ανθρώπινο πρόσωπο της Ορθοδοξίας, συνοδεύεται από ένα μεγάλο αριθμό προσωνυμιών που της έχουν δοθεί, κυρίως όμως αποκαλείται: Παναγία, προσωνυμία της Θεοτόκου Μαρίας, από τον 3ο αιώνα ως η αγιωτέρα από όλους τους αγίους. Στον ελληνικό λαό η επωνυμία Παναγία έχει καθιερωθεί ως η συνηθέστερη επίκληση της Θεοτόκου, η οποία συνδυάζεται πολλές φορές και με άλλες προσωνυμίες προς την Κεχαριτωμένη Βασίλισσα του Κόσμου.

Οι επωνυμίες προς τη Θεοτόκο προέρχονται από διάφορες αιτίες:

α) Από τον εικονογραφικό τύπο παραστάσεως της Παναγίας: Βρεφοκρατούσα, Γλυκοφιλούσα, Γαλατούσα, Μεγαλομάτα, Θρηνούσα κ.α.
β) από ιδιότητες της Παναγίας: Γιάτρισσα, Ελεούσα, Κυρία, Μεγαλόχαρη, Σωτήρα, Βοήθεια, Οδηγήτρια, Φανερωμένη κ.α.
γ) από την παλαιότητα ή την κατάσταση της εικόνας της: Μαυριώτισσα, Εσφαγμένη, Μαχαιρωμένη, Γερόντισσα κ.α.
δ) από τον θέση και τον τρόπο εύρεσης της εικόνας της: Φοδελιώτισσα, Θεοσκέπαστη, Σπηλαιώτισσα, Τρυπητή, Πλατανιώτισσα, Μυρτιδιώτισσα κ.α.
ε) από θαύμα: Πορταΐτισσα, Φιδούσα κ.α.
στ) από τον τόπο προέλευσης της εικόνας της: Σουμελά, Αθηνιώτισσα, Πολίτισσα, Μελικαρού, Χρυσοκαστριώτισσα κ.α.
ζ) από την τοποθεσία όπου βρίσκεται η εκκλησία της: Θαλασσινή, Ανέμη κ.α.
η) από ιδιάζοντα χαρίσματά της: Αμπελακιώτισσα, Δαμάσια, Παλατιανή, Ολυμπιώτισσα, Υψηλή κ.α.
θ) από τον κτήτορα του ναού της: Λυκοδήμου, Καλιγού, Περλιγού, Στεφάνα κ.α.
ι) από το χρόνο του εορτασμού της ή από την εποχή των αγροτικών εργασιών με τις οποίες συμπίπτει η εορτή της: Φλεβαριανή, Μεσπορίτισσα, Πολυσπορίτισσα, Ακαθή (εκ του Ακάθιστου Ύμνου) κ.α.
ια) Προσωνυμίες της δίδονται επίσης, λόγω της ημερομηνίας που γιορτάζει. Έτσι στην Σίφνο, βρίσκεται η Παναγιά η Δεκαπεντούσα, (γιορτάζει τον Δεκαπενταύγουστο), στη Σαντορίνη η Τριτιανή (γιορτάζει την τρίτη μέρα του Πάσχα), στη Σαμοθράκη η Εικοσπενταρούσσα ( γιορτάζει της Μεσοπεντηκοστή).
Ιδιαίτερα γνωστά είναι επίσης τα επίθετα Μεγαλόχαρη και Φανερωμένη. Η δεύτερη προσωνυμία, αποδίδεται σε εικόνες που φανέρωσαν την ύπαρξη τους με κάποιο θαύμα. Πολλές φορές, αυτό γίνεται μέσω κάποιου οράματος, όπως η εμφάνιση της Παναγίας, στη μοναχή Πελαγία και η εν συνεχεία ανεύρεση της εικόνας της στις 30 Ιανουαρίου του 1823.


--------------------------------------------------------------------------------

Επίθετα της Θεοτόκου
Ἡ Ἁγία Ζώνη
Ἡ Ἁγία Σκέπη
Ἡ Θεοτόκισσα (Τῆλος)
Ἡ Κυρία τῶν Ἀγγέλων
Ἡ Μεγάλη Παναγία (Πάτμος)
Ζωοδόχος Πηγή
Θεομήτωρ
Μεγάλη Παναγία Σαμαρίνας (Γρεβενά)
Μεγαλόχαρη
Νέα Παναγία (Θεσσαλονίκη)
Παναγία ἡ Αἱματοῦσα (Κύπρος)
Παναγία ἡ Βατοπαιδινή
Παναγία ἡ Βελλᾶ
Παναγία ἡ Βηματάρισσα
Παναγία ἡ Βηματάρισσα (Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος)
Παναγία ἡ Βλαχαρνέα
Παναγία ἡ Βλεφαριώτισσα (Ἀστυπάλαια)
Παναγία ἡ Βοήθεια
Παναγία ἡ Βρεσθενίτισσα
Παναγία ἡ Βρεφοκρατοῦσα (Σινᾶ)
Παναγία ἡ Βρυούλων
Παναγία ἡ Βρυσιανή (Κάρπαθος)
Παναγία ἡ Γαλαξᾶ ἢ Θαλασσοκρατοῦσα
Παναγία ἡ Γαλατιανή (Κάλυμνος)
Παναγία ἡ Γαλατοῦσα (Ῥόδος) (βοηθὸς στὶς λεχωΐδες μὲ πρόβλημα στὸ θηλασμό)
Παναγία ἡ Ἀγγελόκτιστη (Κίττιον, Κύπρος)
Παναγία ἡ Γενεσιουργός
Παναγία ἡ Γεράνου (Πάτμος)
Παναγία ἡ Γερόντισσα
Παναγία ἡ Γερόντισσα (Ἱερὰ Μονὴ Παντοκράτορος, Ἅγιον Ὄρος)
Παναγία ἡ Γεωργάνικη (τῶν Μαυρομιχαλαίων)
Παναγία ἡ Γιάτρισσα (Μανῇ, λόγῳ θεραπευτικῶν ἰδιοτήτων)
Παναγία ἡ Ἁγιογαλοῦσα
Παναγία ἡ Ἁγιοσορίτισσα
Παναγία ἡ Ἁγιοσορίτισσα
Παναγία ἡ Γκουμπελίδικη (Καστοριά)
Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα (Ι.Μ. Φιλοθέου, Ἅγιον Ὅρος)
Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα (Λέσβος)
Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος
Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος (Ἱερὰ Μονὴ Δοχειαρίου, Ἅγιον Ὄρος)
Παναγία ἡ Γοργόνα (Λέσβος)
Παναγία ἡ Γουρλομάτα
Παναγία ἡ Γουρλομάτα (Λέρος)
Παναγία ἡ Γρηγοροῦσα
Παναγία ἡ Ἀγρυπνιώτισσα (Ι.Ν. Μεταμορφώσεως, Ξανθή. Ὀρθή, σταυροειδὴς στάση)
Παναγία ἡ Δαμασιά
Παναγία ἡ Δαμάστα
Παναγία ἡ Δεκαπεντοῦσα (Σίφνος) ( ἐπειδὴ γιορτάζει τὸν δεκαπενταύγουστο)
Παναγία ἡ Δεομένη
Παναγία ἡ Ὁδηγήτρια
Παναγία ἡ Διασώζουσα (Πάτμος)
Παναγία ἡ Διμιοβίτισσα (Μεσσηνία)
Παναγία ἡ Διώτισσα (Κεφαλονιά)
Παναγία ἡ Δομιαμίτισσα (Καρπενήσι)
Παναγία ἡ Δουπιανή (Μετέωρα)
Παναγία ἡ Δοχειάρισσα (Ἄθως)
Παναγία ἡ Δροσιανή (Νάξος)
Παναγία ἡ Δυοχούσαινα (Ψαρά)
Παναγία ἡ Εὐαγγελίστρια (Τῆνος)
Παναγία ἡ Εὐθριανή
Παναγία ἡ Εἰκονίστρια (Σκιάθος)
Παναγία ἡ Εἰκοσιφοίνισσα (Πάγγαιο Ὅρος)
Παναγία ἡ Εἰκοσπενταροῦσα (Σαμοθράκη, ἑορτάζει τὴν Μεσοπεντηκοστή)
Παναγία ἡ Ελευθερώτρια (Ἀθῆναι)
Παναγία ἡ Ἱεροσολυμίτισσα (Ἱερουσαλήμ)
Παναγία ἡ Εἰσοδίτισσα (Αἴγιον)
Παναγία ἡ Ζερβάτι (Βόρειος Ἤπειρος)
Παναγία ἡ Θαλασσινή (Ἄνδρος, Ναὸς ἐπάνω σὲ βράχο στὴ θάλασσα)
Παναγία ἡ Θαλασσομαχοῦσα
Παναγία ἡ Θεοσκέπαστη (Ἄνδρος)
Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα
Παναγία ἡ Θρηνοῦσα
Παναγία ἡ Καβουριανή (Λέρος)
Παναγία ἡ Ἀκαθή (Ἀκαθίστου Ὕμνου)
Παναγία ἡ Κακαβιώτισσα (Λῆμνος)
Παναγία ἡ Κακοπερατοῦ (Μαραθόκαμπος)
Παναγία ἡ Καλιγοῦ
Παναγία ἡ Καλοπέτρα (Ῥόδος)
Παναγία ἡ Καλυβιανή (Ἠράκλειο)
Παναγία ἡ Καμαριώτισσα (Σαμοθράκη)
Παναγία ἡ Κανάλα
Παναγία ἡ Καρδιανή (Σύρος)
Παναγία ἡ Καρδιώτισσα (Κρήτη)
Παναγία ἡ Κασσιωπία (Κέρκυρα)
Παναγία ἡ Καταφυγή
Παναγία ἡ Ἐκατονταπυλιανή (Πάρος)
Παναγία ἡ Κατοπολιανή (Ἀμοργός)
Παναγία ἡ Καψοδεματοῦσα ἢ Τζιλά (τιμωρεῖ ὅσους ἐργάζονται τὴν ἡμέρα τῶν ἑορτῶν της)
Παναγία ἡ Κερά (Κρήτη)
Παναγία ἡ Κεριώτισσα (Ζάκυνθος)
Παναγία ἡ Κεχριά (Σκιάθος)
Παναγία ἡ Κισσιώτισσα
Παναγία ἡ Κορυφινή
Παναγία ἡ Κορφιώτισσα
Παναγία ἡ Κοσμοσωτῆρα (Φέρες, Ἔβρος)
Παναγία ἡ Κουκουζέλισσα (Ἱερὰ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος)
Παναγία ἡ Κουμάνα (Πάτμος)
Παναγία ἡ Κουφή (Σαμοθράκη, θεραπεύει προβλήματα ἀκοῆς)
Παναγία ἡ Κόχη (Σίφνος)
Παναγία ἡ Κρεμαστή (Ῥόδος)
Παναγία ἡ Κρηνᾶ
Παναγία ἡ Ἀκρωτηριανή
Παναγία ἡ Κυκκώτισσα
Παναγία ἡ Κυπαρισσιώτισσα
Παναγία ἡ Κυρά (Λέρος)
Παναγία ἡ Κυρά-Χωστή (Κάλυμνος)
Παναγία ἡ Κυρά-Ψηλή (Κάλυμνος)
Παναγία ἡ Λαγουδιανή (Θεσσαλονίκη)
Παναγία ἡ Λαρνιώτισσα (Κάρπαθος)
Παναγία ἡ Ἐλεοῦσα (Ἀγρίνιον)
Παναγία ἡ Ἐλεοῦσα (Ἱερὰ Μονὴ Κύκκου, Κύπρος)
Παναγία ἡ Λεσινιώτισσα
Παναγία ἡ Ἐλευθερώτρια (Σαλαμῖνα)
Παναγία ἡ Λεχοῦσα (Σέρρες, ἐπειδὴ προστατεύει τις λεχῶνες)
Παναγία ἡ Λιθινιώτισσα (Λιθίνες Σιτείας)
Παναγία ἡ Λιμνιά (Σκιάθος)
Παναγία ἡ Ἠλιόκαλη
Παναγία ἡ Λογγοβάρδα (Πάρος)
Παναγία ἡ Λουβιαρίτισσα (Ῥόδος· στὰ κελιά της διέμεναν λουβιάρηδες (λεπροί)
Παναγία ἡ Λυκοδήμου
Παναγία ἡ Ὀλυμπιώτισσα
Παναγία ἡ Ἔλωνα ( Κυνουρία)
Παναγία ἡ Μακρυνή (Μαραθόκαμπος)
Παναγία ἡ Μαλεβή
Παναγία ἡ Μαντηλοῦσα
Παναγία ἡ Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία (Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Λαύρας, Καλάβρυτα)
Παναγία ἡ Ἀμαστή (ἰαματική)
Παναγία ἡ Μαυριώτισσα
Παναγία ἡ Μαυρομωλίτισσα (Φανάρι)
Παναγία ἡ Μαχαιρωμένη
Παναγία ἡ Μεγαλομάτα
Παναγία ἡ Μεγαλοσπηλαιώτισσα (Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Σπηλαίου, Καλάβρυτα)
Παναγία ἡ Μελαχρινή
Παναγία ἡ Μεσίτρια
Παναγία ἡ Μεσοσπορίτισσα
Παναγία ἡ Ἀμίαντος
Παναγία ἡ Ἄμμωμος
Παναγία ἡ Ἀμόλυντος (Σίφνος)
Παναγία ἡ Μοναχή (Σίφνος)
Παναγία ἡ Μπαλουκλιώτισσα (Προσκύνημα Μπαλουκλῆ, Κωνσταντινούπολις)
Παναγία ἡ Μπαλουκλιώτισσα
Παναγία ἡ Ἀμπελακιώτισσα
Παναγία ἡ Μπόρια (Κορυτσά)
Παναγία ἡ Μυροβλύτισσα
Παναγία ἡ Μυρσινιώτισσα (Λέσβος)
Παναγία ἡ Μυρτιδιώτισσα (Κύθηρα)
Παναγία ἡ Μυρτιώτισσα (Κάλυμνος)
Παναγία ἡ Ναυπακτιώτισσα (Ναύπακτος)
Παναγία ἡ Ἀνέμη (Σαμοθράκη, ἐπειδὴ φυσᾷ δυνατὸς ἄνεμος στο ξωκλήσι τῆς)
Παναγία ἡ Νεραντζιώτισσα
Παναγία ἡ Νιαμονίτισα
Παναγία ἡ Νικοποιός
Παναγία ἡ Ἀντιφωνήτρια
Παναγία ἡ Ξενία (Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς, Μαγνησία)
Παναγία ἡ Ξενοπούλα
Παναγία ἡ Ξεσκλαβώστρα
Παναγία ἡ Ξεσπορίτισσα
Παναγία ἡ Οἰκονόμισσα (Ἱερὰ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος)
Παναγία ἡ Οὐρανοφόρα
Παναγία ἡ Παλαιοκαστρίτσα (Κέρκυρας)
Παναγία ἡ Παλατιανή
Παναγία ἡ Πανάμωμος
Παναγία ἡ Πανάχραντος (Ἄνδρος)
Παναγία ἡ Παντάνασσα (Μυστρᾶς)
Παναγία ἡ Παντάνασσα (Ἀρκίους)
Παναγία ἡ Παντάνασσα (Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος)
Παναγία ἡ Παντοβασίλισσα (Ἱερὸς Ναὸς Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, Ῥαφήνα)
Παναγία ἡ Παντοβλεποῦσα (Θάσος)
Παναγία ἡ Πάντων Χαρά
Παναγία ἡ Παραμυθία (Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὅρος)
Παναγία ἡ Παρηγορίτισσα
Παναγία ἡ Παρηγορήτρια
Παναγία ἡ Ὑπάρχουσα (Ἱεροσόλυμα)
Παναγία ἡ Ἀπείρανδρη
Παναγία ἡ Πελαγιανή
Παναγία ἡ Πελαγονήτισσα
Παναγία ἡ Περγιλοῦ
Παναγία ἡ Ὑπέρμαχος
Παναγία ἡ Πλατανιώτισσα (Καλάβρυτα)
Παναγία ἡ Πλημμυριανή (Ῥόδος)
Παναγία ἡ Πολίτισσα
Παναγία ἡ Πολυσπορίτισσα
Παναγία ἡ Πονολύτρια
Παναγία ἡ Πορταΐτισσα (Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων, Ἅγιον Ὄρος)
Παναγία ἡ Ποταμίτισσα (Κάσος)
Παναγία ἡ Προυσιώτισσα (Ἱερὰ Μονὴ Πυρσοῦ, Προυσσὸς Εὐρυτανίας)
Παναγία ἡ Πρωτόθρονη
Παναγία ἡ Ἀρακά
Παναγία ἡ Ὀρθοκώστα
Παναγία ἡ Ἀρκουδιώτισσα (ἐπειδὴ μαρμάρωσε μία ἀρκούδα που πήγαινε να πίει τὸ νερὸ τῶν μοναχῶν)
Παναγία ἡ Ἀρμενοκρατοῦσα (προστατεύει τις λεχῶνες ἀπὸ τὸ «ἀρμένισμα», τὸν ἐπιλόχειο πυρετό)
Παναγία ἡ Ἀρχαγγελιώτισσα (Ξάνθη)
Παναγία ἡ Ἀρχισπορίτισσα
Παναγία ἡ Σαραντασκαλιώτισσα (Μαραθόκαμπος)
Παναγία ἡ Σκαφιδιά ( Ἠλεία)
Παναγία ἡ Σκεπαστή (Αἴγιον)
Παναγία ἡ Σκιαδενή (Ῥόδος) (εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελιστῇ Λουκᾷ)
Παναγία ἡ Σκοπιώτισσα (Ζάκυνθος, βρίσκεται στο χωριὸ Morsbach στην Ῥωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία τῆς St. Gertud τῆς Γερμανίας κατόπιν θαύματος)
Παναγία ἡ Σπηλιανή (Νίσυρος)
Παναγία ἡ Ἄσπιλη
Παναγία ἡ Στεφανᾶ
Παναγία ἡ Συνεμπάστρα (Κεφαλονιά)
Παναγία ἡ Συντριανή (Κέα)
Παναγία ἡ Ἐσφαγμένη
Παναγία ἡ Σωτῆρα
Παναγία ἡ Ταρτάνα (Ἱερὰ Μονὴ Τατάρνας, Καρπενήσι, Εὐρυτανία)
Παναγία ἡ Τουρλιανή (Μῆλος)
Παναγία ἡ Τριτιανή (Σαντορίνη· ἐπειδὴ γιορτάζει τὴν Τρίτη ἡμέρα τοῦ Πάσχα)
Παναγία ἡ Τριχεροῦσα (Ἵερὰ Μονὴ Χιλανδαρίου, Ἅγιον Ὅρος)
Παναγία ἡ Τρουλωτή (Λέσβος)
Παναγία ἡ Τρυπητή (Αἴγιον)
Παναγία ἡ Τσαμπίκα (Ῥόδος)
Παναγία ἡ Τσιπιώτισσα
Παναγία ἡ Φανερωμένη (Λευκάδα)
Παναγία ἡ Φανερωμένη (Σαλαμῖνα)
Παναγία ἡ Φανερωμένη (Αἴγιον)
Παναγία ἡ Φιδοῦσα (Κεφαλονιά)
Παναγία ἡ Φλεβαριανή
Παναγία ἡ Φοδελιώτισσα (Φόδελε Ἠραλείου Κρήτης)
Παναγία ἡ Χαρδακιώτισσα (Κυθραία)
Παναγία ἡ Χαριτωμένη (Κάλυμνος)
Παναγία ἡ Χελιδονοῦ
Παναγία ἡ Ἀχιβάδενα
Παναγία ἡ Χοζοβιώτισσα ἣ Κυνηγημένη (Ἀμοργός)
Παναγία ἡ Χοτάσια
Παναγία ἡ Ἄχραντος
Παναγία ἡ Χρυσαλινιώτισσα (Κύπρος)
Παναγία ἡ Χρυσαφίτισσα (Μονεμβασιά)
Παναγία ἡ Χρυσογαλατοῦσα
Παναγία ἡ Χρυσοκαστριώτισσα (Πλάκα)
Παναγία ἡ Χρυσολεόντισσσα (Αἴγινα)
Παναγία ἡ Χρυσολεοῦσα
Παναγία ἡ Χρυσομαλλοῦσα (Λέσβος)
Παναγία ἡ Χρυσοπαντάνασσα
Παναγία ἡ Χρυσοπηγή (Καπανδρίτι)
Παναγία ἡ Χρυσοπολίτισσα (Νάξος)
Παναγία ἡ Χρυσοσπηλιώτισσα (Ἀθῆναι)
Παναγία ἡ Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου
Παναγία Ῥόδον τὸ Ἀμάραντον
Παναγία στὸ Λιβάδι (Πάτμος)
Παναγία στὴν Μάκρη (Ἀλεξανδρούπολη)
Παναγία τὸ Ἄξιόν ἐστι (Πρωτᾶτον, Καρυαί, Ἅγιον Ὄρος)
Παναγία τῶν Αἰμυαλῶν (Δημητσάνα)
Παναγία τῶν Βλαχερνῶν (Κωνσταντινούπολις)
Παναγία τῶν Βουθυνῶν (Κάλυμνος)
Παναγία τῶν Καστριανῶν (Κῶς)
Παναγία τῶν Παθῶν ( Χῖος)
Παναγία τῶν Ἀργινωντῶν (Κάλυμνος)
Παναγία τῶν Σταυροφόρων
Παναγία τῶν Τσουκχουῶν (Κάλυμνος)
Παναγία τῶν Χαλκέων (Θεσσαλονίκη)
Παναγία τῶν Ἀχαρνῶν
Παναγία τοῦ Γενάτου (Κύπρος)
Παναγία τοῦ Γραβᾶ στὴ Χώρα (Πάτμος)
Παναγία τοῦ Δομανδρίου (Λέσβος)
Παναγία τοῦ Κήπου (Μῆλος)
Παναγία τοῦ Κύκκου (Ἱερὰ Μονὴ Κύκκου, Κύπρος)
Παναγία τοῦ Μακρυμάλλη (Ψαχνὰ Εὐβοίας)
Παναγία τοῦ Μελικαροῦ (Σκύρος, τόπος ὅπου εὑρέθη)
Παναγία τοῦ Μπαλῆ (Σίφνος)
Παναγία τοῦ Μπαφέρου (Στεμνίτσα)
Παναγία τοῦ Πάθους
Παναγία τοῦ Παπαμελέτιου (Σκόπελος)
Παναγία τοῦ Ἀπωλλοῦ στον Κάμπο (Πάτμος)
Παναγία τοῦ Σουμελᾶ (Βέρμιον, ἐπειδὴ βρέθηκε στο ὅρος {στου}Μελᾶ, στον Πόντο)
Παναγία τοῦ Σταυροῦ (Πάτμος)
Παναγία τοῦ Χάρακα (Κρήτη)
Παναγία τοῦ Χάρου (Λειψοὶ Ἰκαρίας)
Παναγία τῆς Ἁγίας Σιὼν (Παναγία τῆς Ἁγιάσου, Λέσβος)
Παναγία τῆς Διαρκοῦς Προστασίας (Κρήτη)
Παναγία τῆς Κάσσου
Παναγία τῆς Ἄμμου (Σίφνος)
Παναγία τῆς Ἀποκουῆς (Σύμη)
Παναγία τῆς Σιάτιπας (Μακεδονίας)
Παναγία τῆς Σκριποῦς
Παναγία τῆς Τελένδου (Κάλυμνος)
Παναγία τῆς Τήνου
Παναγία τῆς Ψερίμου (Κάλυμνος)
Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν
Τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ
Τῶν Πάντων Προστασία
Φοβερὰ Προστασία (Ἱερὰ Μονὴ Κουτλουμουσίου, Ἅγιον Ὅρος)
Προέλευση: ΕΥΔΙΟΣ ΑΡΤΙΤΡΕΧΩΝ


--------------------------------------------------------------------------------

Προσωνυμίες(μερικές από τις 6000περίπου!!!) που έδωσε στην Παναγία ο ευσεβής λαός του Θεού.
«Ιδού, εις αιώνα μακαρίζουσί Σε πάσαι αι γενεαί, Υπερευλογημένη και Κεχαριτωμένη.»

Άξιον Εστίν - Αντιφωνήτρια Άθως, Αγιασώτισσα - Ακλειδιού Λέσβος, Αγία - Αγιογαλούσαινα Άνδρος, Αγγέλων - Αθηνιώτισσα Αθήνα, Αγιοδεκτινή - Ανάληψις – Αρβανίτισσα - Αγρελοπούσαινα Χίος, Αγισηλιώτισσα - Αύλακια - Αρβανιτών Σάμος, Αγιοσωρείτισσα Σινά, Αγριλιώτισσα -Αγρινιώτισσα Κεφ/νία, Αγρού - Αμαλφίτών – Αμουρίου – Αντιφωνήτισσα – Αχειροποίητος - Αγία Σκέπη Κων/πολη, Αερική -Αθηναιώτισσα Σιάτιστα, Αιμιαλών Δημητσάνα, παρά τον Αρτακηνόν κόλπον, Ακρωτηριανή - Αγκαράθου Κρήτη, Αλανιώτισσα Σμύρνη, Αλεθινή Σύμη, Αλινδά εξωκκλήσιον των Βυζαντινών χρόνων, Αρχόντισσα, Αμαρτωλών Σωτηρία Αγία Λαύρα Καλαβρύτων, Αμόλυντος Σίφνος, Αμπελοκήπισσα Λοιδωρίκι, Αμπελακιώτισσα Αρκαδία, Αναφωνήτρια Ζάκυνθος, Άνθος το Αμάραντον Καστελλόριζο, Αντιβουνιώτισσα Κέρκυρα, Ανωμερίτισσα Μακεδονία, Απουτίγιε Απούϊ Παλαιστίνη, Αρμάδας Σπέτσες, Αρείας - Αρεοβίνδου Πελοπόννησος, Αριστεροκρατούσα, Αράπισσα Τρίγλια, Αρμενοκρατούσα Σέρρες, Αρχαγγελιώτισσα Ξάνθη, Αρωμάτων - Ή εν Ασγορίω Κυνουρία, Ασένης - Ασπραγγέλου - Ασπροβουνιώτισσα Αφέντρικα - Αφροδίτισσα – Αχερά – Αράκου - Αψιδιώτισσα - Αψιούς - Αγία Νάπα – Άρσους – Αρτάκης- Αγγελόκτιστος – Αγάπη – Αμαπγού - Ασπροπαναγιά – Ασπροποτάμου – Αιματούσα - Ασπροφορούσα - Αιρκώτισσα - Αιτωλικού - Ακάθιστος – Αμηρού - Αλινιώτισσα Κύπρος, Αλεύρου Μύκονος, Αργοκοιλιώτισσα – Ακαδημιώτισσα - Απειραθίτισσα Νάξος, Αγορίτσα Βόλος, Αχιβάδενα, Αρδευούσα Αλβανία.

Βηθλεεμίτισσα Ιεροσόλυμα, Βηματάρισσα - Βρεφοκρατούσα Άθως, Βαγγελίστρα Μύκονος, Βαλουκλιώτισσα - Βουναρκώτισσα Κύπρος, Βαραγγιώτισα - Βεβαία Έλπίς – Βλαχερνών Κων/πολη, Βαρδιανιώτισσα - Βορειάτισσα Κεφ/νία, Βαρκού Ιθάκη, Βαρνακώβα Δωρίδα, Βασίλισσα Ουρανού και γης Πόρος, Βατοπεδιανή - Βάτος Γαλάζιο, Βατούσαινα Ψαρά, Βελανιδιά - Βουλκάνου Μεσσηνία, Βέργη - Βουργάρα Άνδρος, Βιγλιώτισσα – Βιδιανή – Βιργιωμένη - Βεργοπουλιανή Κρήτη, Βλαχερνίτισσα - Βλασαρού Αθήνα, Βλαχερωνίτισσα Κυδωνία, Βλαχαίρενα Κέρκυρα, Βλαχιόρινα Άρτα, Βορεινή Πεδουλάς, Βορνιώτισσα - Βλέπουσα - Βούλιστα Τήνος, Βουναριώτισσα Σύμη, Βουνάσσα Ήπειρος, Βουνιώτισσα - Βουργαρελίου Ληξούρι, Βουτσάς - Βελλάς Ιωάννινα, Βράχου πλησίον Νεμέας, Βρεφοκομούσα-Βρησάνης Άνδρος, Βροντιανή Σάμος, Βροντοχίου Μύστρας, Βρύσεως-Βυζαντινή Σίφνος, Βυτουμά Μετέωρα, Κρεμαστή Ηλεία, Βοηθούσα, Βουρλιώτισσα, Βουλανιώτισσα, Βροχής - Βουνού Ρουμανία, Βλαδιμήρσκαγια Ρωσία.

Γερόντισσα - Γλυκοφιλούσα - Γαλακτοτροφούσα – Γιαννακοπούλου - Γοργουπήκοος Άθως, Γηροκομίτισσα Πάτρα, Γαλακτινή - Γιαλούσα - Γλωσσά – Γαλατούσα – Γλυκιώτισσα - Γαλαταρκιώτισσα Κύπρος, Γάλακτος Βηθλεέμ, Γάλλου Άνδρος, Γαρδελάκη Ιθάκη, Γενάθ Ιβηρία, Γερανού - Γραβάς Πάτμος, Γηρομερίου Θεσπρωτία, Γιάτρισσα Ταΰγετος, Γιορμουτσάνισσα Λαμπεία, Γλαστριανή - Γρηά Παναγιά Μύκονος, Γαλατινή Κάλυμνος, Γκεχριονιώτιασα Ληξούρι, Γκιζιλκιζιώτισσα Σώκια, Γκιορμιώτισσα - Γριλιώτισσα Κεφ/νία, Γλυκειά Χίος, Γλυκογαλούσα Ρόδος, Γλυφαδιώτισσα Σάμος, Γοργόνα Λέσβος, Γωνιά - Γουβερνιώτισσα - Γουνιώτισσα - Γαλήνη Κρήτη, Γρηγορούσα - Γουδή Αθήνα, Γουμεράς Τραπεζούντα, Γκούρας Τρίκαλα, Γουρλομμάτα Λέρος, Γριλά Ψαρά, Γρηγορίτσα Κύζικος, Γυψένη Ρίδος, Γιάτρισσα Λουτράκι.

Δαμάστας Φθιώτιδα, Δακρυρροούσα – Δαυίδ – Δεκαπεντούσα – Δεμιρλή - Δεμίρ Καπίεν Σινά, Δένδρον Ρουμανία, Δεομένη - Δεξιά Θεσ/νίκη, Δερματά Ζάκυνθος, Δέσποινα Ικαρία, Δευτέρου -Δημακέλων - Διακόνισσα Κων/πολη, Δημοκράνια Θράκη, Δημοσιάνα Κέρκυρα, Διασώζουσα Πάτμος, Διενή Ρόδος, Διότισσα - Δρεπανιώτισσα Κεφ/νία, Δουπιανή Μετέωρα, Δοχειάρισσα Άθως, Διμιοβίτισσα Μεσσηνία, Δυοχούσαινα Ψαρά.

Εγγυήτρια Σινά, Έγκλειστριανή - η εν Έγκρικαπίω Κύπρος, Εικονίστρια Σκιάθος, Εικοσιφοίνισσα Παγγαίο, Εισοδιώτισσα Παγγαίο, Έκατοπυλιανή Πάρος, Έλαία Σύμη, Έλαιοβρύτις - Έλατος - Ελεήμων – Έπακούουσα - Εσφαγμένη - Έφορος του Αγίου Όρους - ο του Ευγενίου - ο της ευεργέτιδος - η παιδεύουσα τον Έκκλησιάρχη Άθως, Ευαγγελίστρια Τήνος, Έλεημονήτρια – Ελέους –Έλεγμών - Έλευθερούσα Πάτμος, Έλιγμότισσα – Ευρετή - Έρυθιανή Χίος, Έλευθερώτρια - Ελεούσα Κοκκιναράς, Έλπίς Κων/πολη, 'Έλωνας Αρκαδίας, Εμπορείου Κάσσος, Έξακουστή Κρήτη, Εξαπτέρου Θράκη, Εξοχική Νίσυρος, Επίσκεψις Νίσυρος, Έπανωχωριανή - Επί Σοι χαίρει Αμοργός, Επισκοπιανή, Επανωκαστρίτισσα, Ευώδες άνθος – Ελεούσα(Βίλνα) Ρωσία.

Ζερμπίτσης Λακωνίας, Ζαλακιώτισσα - Ζωοπηγή Κύπρος, Ζερών - Ζεριχιώτισσα - Ζινδγιγλή Σύμη, Ζυλή – Ζώνη - Ζωοδόχος Πηγή Ήπειρος.

Ηλιόκαλος Σαλαμίνα - Κύπρος.

Θαλασσινή Άνδρος, Θαλασσίστρα Μήλος, Θαλασσομάχισσα Θεμάτων - Θεματισσιάνα Κεφ/νία, Θεοφάνα Κέα, Θημιανή Κρήτη, Θεοσκέπαστη Κύπρος και Άνδρος, Θεοτοκά Αμοργός, Θεραπειώτισσα Κων/πολη, Θερμιανή - Θρηνωδούσσα Νίσυρος, Θρυλιδιώτισσα Λευκωσία.

Ιαματική –Ιβήρων Κύπρος, Ιεροσολυμίτισσα Ιερουσαλήμ, Ιεσσαί Σάμος, Ικεσία των χαμένων Ρωσία.

Καθαρωτάτη Καρδιά- Καγιαμπασίου - Καγιά Προύσα, Καθαρών Ιθάκη, Καθολική - Καισαριανή Ρόδος, Καμπάδενα Λέσβος, Κότσικα - Κακοπερατιανή - Καλαθή – Καλυβιανή - Καληαρμένισσα Σάμος, Καλογηριανή Τρίκαλα, Καλάμου Ξάνθη, Καμαριώτισσα - Καμπαναριώτισσα - Καμπιόνη - Καμένη Χάλκη, Καμπιώτισσα Σύμη, Κανάλα Κύθνος, Καλαμιώτισσα Ανάφη, Καρδιανή Τήνος, Κυρά των Αγγέλων - Κουμαρού Μύκονος, Κερνίτσης Αρκαδίας, Κρητικιά Μονεμβασία, Κατσικάδα Κυπαρισσία, Κανδήλη Κύνθος, Κανίστρα - Κονίστρα - Καντάρας Σκιάθος, Κάπραινα - Καρβίτζιν - Καρακονησαία Χαιρώνεια, Καρδιοφορίτισσα Γανόχωρα, Καρυονίτισσα Ρόδος, Κασσιώπη Κέρκυρα, Καρύπη - Κασσιόπεια – Καστανόλογγον - Κάστρου - Καστριώτισσα – Κασταλλιώτισσα - Καστελλόριζον, Καστριανή - Κατακεκρυμμένη- Κατακλησσεώτισσα - Καταλωνική Μήλος, Καταστάρα -Καταφυγή Ζάκυνθος, Κατεβατή Κως, Κατωπυλιανή - Καφατιανή - Καψοδερματούσα Αμοργός, Κανταριώτισσα - Καπεταγιώτισσα - Κεραυλίδενα – Κελλίου – Κερκού – Κεφαλληνού - Κεφαλαριώτισσα - Κεχαριτωμένη – Κεχρινιώτισσα - Καλορρίττισσα - Καμαριανή - Κορκοδιλιά - Κοσκινιστή Χίος, Κίρτονος - Κισσεώτισσα - Κιτιού – Κλαυθμώνος - Κλεισούρας ή Κλεισουργίων - Κλειστών Ακράγας και Φυλή, Κοιμητηρίων – Κόκκινη – Κολοκυθιώτισσα - Κηπουριώτισσα - Κουμάνας Κάμπου – Καμουχαρέας – Κλωτά - Καγακαρκάς Πάτμος, Κορονιώτεσσα – Κορφιάτισσα – Κορφυνή - Καλαβρέζα Κεφ/νιά, Κοσμοσώτηρα Θράκη, Κοσσινάσσης Καβάλα, Κουβερνιώτισσα - Κουβουκλιώτισσα – Κουδούρη – Κουκουζέλισσα – Κούλουρη - Κρουσταλλένια - Κρύπτη - Κρυφή – Καλυβιανή – Κιρμονζί - Καρδιώτισα – Κεροπολίτισσα - Καταφυγή Κρήτη, Κουμαριώτισσα Νεοχώρι, Κουμνίου – Κτιστή – Κύκκου – Κυνοσάργους - Κρομμυδιώτισσα - Κυρία των Αγγέλων – Κιβωτός - Καστελλιώτισσα Κύπρος, Κούμουλον - Κουράτορος – Κουρίου - Κουρσουνιώτισσα – Κουσουλιώτισσα – Κουρταλή - Κουτούλια – Κοφινού – Κουφή – Κοχλίου – Κρίνα - Κατασύρτης Άνδρος, Κρεμαστή Πύργος και Ρόδος, Κυπαρισιώτισσα, Κτιτόρισσα Άθως, Κύρου Κων/πολη, Καζάν Ρωσίας.

Λακκοσκητιώτισα Άθως, Λαγουδιανή Θεσ/νίκη, Λαμπηδών Πήλιο, Λαμποβίτη Κέρκυρα, Λαμπρινούσα -Λατομίτισσα-Λαύρα-Λαυρέτου - Λειβαδώτισσα – Λέμβων - Λέτσωνα Χίος, Λάχνη Πάτμος, Λεμονήτισσα Σύμη, Λέφαινα - Λευκουσιάς - Λήμνου Ικαρία, Λεμονήτρα Τήνος, Λιμνιά - Λαουτσάνισσα Εύβοια, Λιβαδιώτισσα – Λουβαρά - Λιμενιώτισσα Κύπρος, Λιμνιώτισσα Μύκονος, Λοβός Κων/πολη, Λίμνης Λέρος, Λιόσα Ζάκυνθος, Λουβιάριτσα Ρόδος, Λινοβρόχια Ιθάκη, Λογγοβάρδα - Λούμα - Λύδδης - Λυπημένη - Λυκοδήμου Πάρος, Λυμπιανή Σκύρος, Λουλουδιανή Ήράκλειο, Λουτριώτισσα - Λαμιώτισσα Κεφ/νία, Λωλο-Παναγιά Άνδρος, Λεπαβίνσκαγια Κροατία.

Μαλεβή Αρκαδίας, Μυροβλύτισσα Άθως, Μεγαλοσπηλιώτισσα Καλάβρυτα, Μολυβδοσκεπάστου Κόνιτσα, Μυρτιδιώτισσα Κήθυρα, Μυρσινιώτισσα Λέσβος, Μαγαζιώτισσα - Μούτσαινα Χίος, Μαγγάνα Κεφαλληνία, Μαγδαλινή- Μαδύτου-Μακαριώτισσα-Μακεδονίτισσα Σκόπελος, Μακρυνή Σάμος, Μακρυμάλλη Εύβοια, Μεγαλόχαρη - Μαλαματένια – Μανδαλάκη - Μανδαλούσα Τήνος, Μαραθούντα Σύμη, Μαρμαριώτισσα - Μαρινακίου – Μαρούλη – Μαρδακίου – Μαρτύρων - Μαστών - Ματαριέ Χαλάνδρι, Μαύρη Λέρος, Μαυρογιάννη Ικαρία, Μαυρομωλίτισσα - Μαχαιρώτισσα-Μαχαιρά - Μεγάλη- Μεγαλογένους - Μαυρομάτα Σώκια, Μακρινίτισσα – Μεγαλομμάτα Πήλιο, Μελαθρότισσα Άνδρος, Μελαχροινή Μάδυτος, Μέλισσες - Μερδιώτισσα - Μεσίτρια Χριστιανών - Μάννα των παίδων Κύπρος, Μερτιώτισσα Ήλιούπολις Αθηνών, Μεσοπόντισσα Μετεώρα, Μήλι-Μητροπολίτου – Μοργονήσι - Μαυροκεφάλου -Μοναστηρακίου- Μεσσαμπελίτισσα – Μανωλίτισσα - Μικρά -Μιασηνών - Μισοσπορίτισσα Κρήτη, Μηχανιώνας Θεσ/νίκη, Μισοχωριανή Σκύρος, Μούσενα – Μουχλιώτισσα - Μεγάλη Παναγία Μύκονος, Μουσταπίδαινα Αττική, Μπαλουκλιώτισσα - Μπαλίνου Κων/πολη, Μπόσκου - Μυρολαιότισσα Σαλαμίνα, Μυρτενή Ρόδος, Μελάτων Άρτα, Μαυρώτισσα Καστοριά, Μαρμαριώτισσα, Μοσχοβίτισσα.

Ναυπακτιώτισσα Ναύπακτος, Νευροκοπιώτισσα, Νικηφόρου, Νάπα - Ναυπλιώτισσα Ρόδος, Νέαν Θεσ/νίκη, Νιαμονίτισσα Χίος, Νερατζιώτισσα Αμαρούσιο, Νεοφανείσα Σαλαμίνα, Νεροφορούσα Κύπρος, Νεροχιονίτισσα - εν τω Νεωρίω - Νικητιάτου - Νίκης- Νικηφόρου-Νικοποιός - Νέα Μονή Κρήτη, Νοτική Άνδρος, Ντόλιαννη Καστοριά, Ντολορόζα Ζάκυνθος, Ντουβαριώτισσα Σμύρνη.

Ξενιά Αλμυρός, Ξένων, Ξισώτισσα, Ξιδού, Ξαρφανιώτισσα, Ξηροπηγαδιώτισα, Ξηροκαμπίτισσα.

Οδηγήτρια Άθως - Μυστράς, Οικοκυρά, Οικονόμισσα, Οικονόμου, Ολυμπιώτισσα, Ομπλού Πελοπόνησσος, Ορφανή, Ουρανών, Ουρβικίου, Οφιδιώτισσα.

Παραμυθία - Πορταίτισσα - Πυροβοληθείσα Άθως, Παμακάριστος Κων/πολη, Παζαργιώτισσα, Πάθους, Παλαιοκάστρου, Παλατιανή, Παλαιόχτιστη - Περλιγγού Κεφ/νιά, Παληανή – Πολίτισσα - Πισωτοιχιώτισσα Κρήτη, Παλαιοκαστρίτισσα - Πλατυτέρα Κερκύρας, Παλιοκαστρινή - Παραπορτιανή Μύκονος, Παλιουρής, ΙΙαλίνου, Παληοπαναγιά, Παλουργώτισσα, Παναγούλα, Παναγιούδα, Πετριανή Λέσβος, Παμμακάριστος, Πλατανιώτισσα Καλάβρυτα, Παναγιάριος, Περίβλεπτος - Παντάνασσα Μυστράς, Πανάχραντος, Πελαγονήτισσα Σκόπια, Προυσιώτισσα Ευρυτανία, Πυργιανή Μύκονος, Πυργιώτισσα Αθήνα, Προύσα Αχαΐα, Πυλαίισσα Καλαμάτα, Πορτοκαλεούσσα Άργος, Παναγία του Καλέ Ιεράπετρα, Παναγία Ψηλή Κάλυμνος, Παναγία των Χαλκέων Θεσ/νίκη, Παναγία του Έβρου, Παναγία Γουμένισσα Κιλκίς, Παναγία του Ακαθίστου Άθως, Παναγία με τα βέλη Ρωσία.

Ρόδον το Αμάραντον Πειραιά και Μύκονος, Ραιδιώτισσα Ιωάννινα, Ροβελίστα Άρτα, Ραχοπήδη, Ραγίου, Ραϊθού, Ροδινή, Ροιδίτισσα, Ρευματοκράτειρα, Ρόμβη, Ροχονιάτη.

Σπηλιανή - Σαραντοσκαλιώτισσα Σάμου, Σαμακιώτισσα, Σάριζα, Σεϊδανάγια, Σεντουκιώτισσα, Σερβουνιώτισσα, Σεπετιώτισσα - Σουδιώτισσα Ηλεία, Σηλυβριανή, Σπανιώτισσα Σιάτιστα, Σιδηρόπετρα, Σπιλιώτισσα Σκύρος, Σισανίου, Σώζουσα Πάτμου, Σκαλωτή, Σκουλουδού Μύκονος, Σκορδυλιανή Κρήτη, Σκαφιδιώτισσα, Σκηνιώτισσα Κίσσαμος.

Τριχερούσα Άθως, Ταξιδιάρα, Ταξιαρχών, Τοπλού Κρήτης, Τορτώσης, Τουρλιανή, Τελωναριά - Τουρλωτή Μύκονος, Τρουλωτή Λέσβος, Τουρλομάτα Λέρος, Τρανή, Τραχιάδα, Τρωχωνίτισσα – Τροοδότισσα Κύπρου, Τρεμιθιώτισσα, Τρίκκερη, Τριμάρτυρος Ήράκλειο - Μύκονος - Σκύρος, Τρέμπελη, Τρικοσυκιώτισσα, Τροοδίτισσα ή Αφροδίτισσα Κύπρος, Τρυπητή Αίγιο, Του Αγάθωνα Φθιώτιδα, Της Κόρωνας - Της Σπηλιάς Καρδίτσα, Της Σκριπούς Ορχομενού Βοιωτίας, Της Σιάτιστας Κοζάνη, Της Τήνου, Της Τατάρνης Ευρυτανία, Της Ράβου, Της Τρυφερότητος – Του Πέρα Αλβανία, Της Τσεστόχοβας Πολωνία, Του Αιγαίου, Του Χαίρε, Του Χάρου Λειψώ Δωδ/νησα, Των Λιθινών.

Υπαπαντή Καλαμάτας, Υγείας, Υπακοή, Υπέρμαχος, Υπογειώτισσα, Υποστροφή, Υψηλή.

Φανερωμένη Σαλαμίνα-Αίγιο-Αρτάκη - Λευκάδα - Λέσβος, Φαλάνδρας, Φαναράκια, Φαναριώτισσα - Φιλότισσα Νάξος, Φοβέρα Προστασία Άθως, Φανερουλιώτισσα, Φρόκαλα Σκύρος, Φαρμάκου, Φουρτούνα Σκύρος, Φάρος, Φειδού Μαρκόπουλο Κεφ/νία, Φαρμακολύτρια, Φιδοποταμιανή, Φιλέρημος Ρόδος, Φραγγαβίλλα Αμαλιάδα.

Χρυσοσπηλιώτισσα Καλάβρυτα - Αθήνα, Χιλιαρμενίτισσα – Χρυσοσκαλίστρια – Χωστή Κρήτη, Χρυσαλιθική, Xρυσαυγιώτισσα, Χρυσαφίτισσα Μονεμβασία, Χελιδονού, Χρυσοβίτζα, Χρυσιώτισσα, Χρυσοβουνώτισσα, Χρυσοδαφνιώτισσα, Χρυσογιαλιώτισσα, Χρυσοελεούσα, Χρυσοθείστρια, Χρυσοκάβα, Χρυσοκαμαριώτισσα, Χρυσοκαστριώτισσα, Χρυσοκεφάλου Πόντου, Χρυσοκελαργιά Κορώνη, Χρυσοκονουσιώτισσα, Χρυσοκουβουκλιώτισσα, Χρυσοκουλλουριώτισσα, Χρυσολάκωνα, Χρυσολλογιάτισσα, Χρυσομαλλούσα Λέσβος, Χρυσολεόντισσα Αίγινα, Χρυσονεγκωμίτισσα, Χρυσοπαντάνασσα, Χρυσοπηγή Σκύρος, Χρυσοπατερίνισσα, Χρυσοραγιώτισσα -Χρυσοπολίτισσα Κύπρος, Χρυσοποδαρίτισσα, Χοζοβιώτισσα Αμοργός.

Ψυχοσώστρα Πάνορμο Θεσσαλονίκης και Σερβίας.

28.2.10

Ο Ευαγγελισμό της Θεοτόκου



Η 25η Μαρτίου είναι μία μεγάλη γιορτή και ταυτόχρονα μία μεγάλη Εθνική Επέτειος. Γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την χαρμόσυνη δηλαδή είδηση της γέννησης του Ιησού Χριστού, που έφερε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παρθένο Μαρία.
Η λέξη Ευαγγελισμός σημαίνει αναγγελία χαρμόσυνης είδησης και ετυμολογικά προέρχεται από το ευάγγελος (=ευ+άγγελος , αγγέλω)
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου περιγράφεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (1:26-38) :
26 Εν δε τώ μηνί τώ έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ από τού Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ή όνομα Ναζαρέτ 27 προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ώ όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. 28 και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού ευλογημένη σύ εν γυναιξίν. 29 η δε ιδούσα διεταράχθη επί ώ λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος. 30 και είπεν ο άγγελος αυτή Μή φοβού, Μαριάμ εύρες γάρ άριν παρά τώ Θεώ. 31 και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. 32 ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ τού πατρός αυτού, 33 και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος. 34 είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; 35 και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού. 36 και ιδού Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνεληφυία υιόν εν γήρει αυτής, και ούτος μην έκτος εστίν αυτή τή καλουμένη στείρα 37 ότι ουκ αδυνατήσει παρά τώ Θεώ πάν ρήμα. 38 είπεν δε Μαριάμ Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου. και απήλθεν απ' αυτής ο άγγελος.

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά, το γεγονός του Ευαγγελισμού συνέβη στη Ναζαρέτ, ένα μικρό χωριό. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με εντολή του Θεού, εμφανίζεται στην Μαρία και της απευθύνει ένα πρωτόγνωρο για τη ηλικία του κοριτσιού, χαιρετισμό: “Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου, ευλογημένη συ εν γυναιξί”. Λουκάς α:28. Έτσι ξεκινάει το σχέδιο του Θεού, ένα σχέδιο που υπήρχε “προ καταβολής κόσμου”, για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Το νεαρό κορίτσι, η Μαρία, διερωτάται: "ποταπός είη ο ασπασμός ούτος", δηλαδή αν είναι θείας ή εκ του πονηρού η προέλευση του χαιρετισμού αυτού.
Τότε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της απαντάει: "Μη φοβού Μαριάμ, διότι εύρες χάριν παρά τω Θεώ. Και ιδού, θέλεις συλλάβει εν γαστρί και θέλεις γεννήσει υιόν και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος θέλει είσθαι μέγας και Υιός Υψίστου θέλει oνομασθή και θέλει δώσει εις αυτόν Κύριος ο Θεός τον Θεόν Δαβίδ του Πατρός αυτού. Και θέλει βασιλεύσει επί τον οίκον του Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας Αυτού δεν θέλει είσθαι τέλος”. Λουκάς α:30-33 "
Η Παρθένος Μαρία τότε διερωτάται: "Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;που σημαίνει: "πως θα γίνει αυτό, αφού ως τώρα δεν έχω συζυγικές σχέσεις", και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της εξηγεί ότι: "Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού". Λουκάς α:35. Σε αυτό το σημείο αναγνωρίζονται ενεργά τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας: Ο Πατέρας (δύναμις υψίστου), ο Υιός (υιός Θεού) και το Άγιο Πνεύμα (Πνεύμα άγιον επελεύσεται).
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ δίνει, έτσι, την είδηση στην Παρθένο Μαρία αλλά δεν φεύγει. Η αποστολή του δεν έχει ακόμα τελειώσει και περιμένει. Περιμένει τη συγκατάθεση της Μαρίας. Η μητρότητα, δηλαδή, είναι θεληματική και για τον Λουκά δείχνει ότι ούτε μια τέτοια σπουδαία ενέργεια του Θεού δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο το χάρισμα της συνδημιουργίας.
Η Μαρία δίνει την συγκατάθεσή της λέγοντας: "Ιδού η δούλη του Κυρίου. Γένοιτο εις εμέ κατά τον Λόγον Σου". Λουκάς α:35-38

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι από τις μεγαλύτερες γιορτές της Εκκλησίας μας. Είναι ημέρα χαράς και ελπίδας και γιορτάζεται πανηγυρικά από τον απανταχού Ελληνισμό.


Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, περιγράφεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον 1:26-38:

26 Εν δε τώ μηνί τώ έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ από τού Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ή όνομα Ναζαρέτ 27 προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ώ όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. 28 και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού ευλογημένη σύ εν γυναιξίν. 29 η δε ιδούσα διεταράχθη επί τώ λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος. 30 και είπεν ο άγγελος αυτή Μή φοβού, Μαριάμ εύρες γάρ χάριν παρά τώ Θεώ. 31 και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. 32 ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ τού πατρός αυτού, 33 και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος. 34 είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; 35 και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού. 36 και ιδού Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνεληφυία υιόν εν γήρει αυτής, και ούτος μην έκτος εστίν αυτή τή καλουμένη στείρα 37 ότι ουκ αδυνατήσει παρά τώ Θεώ πάν ρήμα. 38 είπεν δε Μαριάμ Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου. και απήλθεν απ' αυτής ο άγγελος.

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά το γεγονός του Ευαγγελισμού έλαβε χώρα στη Ναζαρέτ, το ασήμαντο αυτό χωριό που δεν συναντάμε ούτε στην Παλαιά Διαθήκη, ούτε στο Ταλμούδ, ούτε στα κείμενα του Ιώσηπου. Η περιφρονημένη αυτή περιοχή, από την οποία οι άνθρωποι σκέπτονταν αν δύναται τι αγαθόν είναι; (Ιωάν. 1:46), αποτελεί την πατρίδα των γονέων της Μαρίας (Μαριάμ) και της ίδιας της μητέρας του Ιησού και πιθανόν και του μνήστορος Ιωσήφ. Τελικά όμως, η Ναζαρέτ τιμήθηκε ιστορικά ως η ιδιαίτερη πατρίδα του Ιησού Χριστού, του επονομαζόμενου και "Ναζωραίου".
Σύμφωνα με την παράδοση και στοιχεία που αντλούνται από πολλά απόκρυφα κείμενα, το κορίτσι που έμελλε να γίνει η μητέρα του Ιησού Χριστού, έζησε σ' ένα φτωχικό σπίτι της Ναζαρέτ, όπου η καθημερινή ζωή της περιελάμβανε μεταξύ άλλων, τις πνευματικές ενασχολήσεις που επέβαλλε το τυπικό της ιουδαϊκής θρησκείας (προσευχή, μελέτη των Γραφών, συμμετοχή στις λατρευτικές εκδηλώσεις της Συναγωγής). Ο Λουκάς άλλωστε, περιγράφει τη Μαρία ως μια ευσεβή Ιουδαία (Λκ. 2:22, 27, 39).

Τον έκτο μήνα από την σύλληψη του Προδρόμου, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, σταλμένος από τον θεό, συναντά την Μαρία στο μέρος όπου διέμενε και της απευθύνει τον χαιρετισμό: "Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου". Το "χαίρε" του αγγέλου δεν είναι ένας απλός χαιρετισμός, αλλά θυμίζει τις επαγγελίες για την έλευση του Κυρίου στην αγία πόλη του (π.χ. "Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ· ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι..." Ζαχ. 9:9).

Στον χαιρετισμό αυτό, η Μαρία αντιδρά φυσιολογικά για ένα κορίτσι περίπου δεκατεσσάρων ετών, που θα είχε σχεδόν μηδενικές κοινωνικές συναναστροφές. Οι λέξεις του Γαβριήλ "κεχαριτωμένη", "ευλογημένη συ εν γυναιξίν" δεν από αυτές που συνήθιζε να ακούει ένα κορίτσι αντίστοιχης ηλικίας και κοινωνικής θέσης. Αρχίζει έτσι να διερωτάται "ποταπός είη ο ασπασμός ούτος", δηλ. ποιας προέλευσης (θείας ή μή) ήταν αυτός ο χαιρετισμός, συνετιζόμενη ίσως από το παράδειγμα της σχετικής εμπειρίας που είχε η Εύα στον παράδεισο.
Ο άγγελος, βλέποντας τον δισταγμό της, την καθησυχάζει με τη φράση "Μή φοβού", που παρόμοιες συναντάμε συχνά στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη σε γεγονότα θείων αποκαλύψεων (Μτ. 1:20, 14:27 -Μκ. 5:36 -Λκ. 1:13, 1:30, 2:10 - Ιησ. 1:9, Κρ. 6:23, Ιερ. 1:8, Δαν. 10:12 κ.ά.). Αμέσως μετά της δηλώνει ότι βρήκε χάρη από το Θεό, πράγμα που δείχνει πως η Μαρία συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα σε εκείνα τα πρόσωπα που έγιναν αποδέκτες της εύνοιας του Θεού (Γέν. 6:8, Έξ. 33:13 κ.ά.).

Ακολούθως, ο Γαβριήλ φανερώνει το περιεχόμενο της ευαγγελίας του. Η Μαρία πρόκειται να φέρει στον κόσμο ένα γιο τον οποίο θα ονομάσει Ιησού και ο οποίος "έσται μέγας" και θα αναγνωριστεί από όλους ως "υιός υψίστου". Για να δηλωθεί πως ο υιός αυτός θα είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, αναφέρει την καταγωγή του εκ του Δαυίδ όπως προείπαν οι προφήτες και το αιώνιο της Βασιλείας του κατά τον Δανιήλ: "δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ τού πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος" (βλ. 2Σαμ. 7:12 - Ησ. 9:6-7 - Δαν. 2:44, 4:3, 6:26, 7:14).

Αμέσως μετά, η Μαρία εφράζει μια εύλογη απορία, που δείχνει ότι ο Λουκάς αποδίδει μεγάλη σημασία στην παρθενία της Μαρίας, όπως και σ' όλο του το έργο άλλωστε ενδιαφέρεται για την εγκράτεια (Λκ 2:36, 14:26, 18:29) και για την παρθενία (Πραξ. 21:9). Αναφέρει βέβαια το γάμο της Μαρίας με τον Ιωσήφ (Λκ 1:27, 2:5), γιατί βλέπει στο γεγονός αυτό τη βάση της μεσσιανικής νομιμότητας του Ιησού (3:23 εξ) καθώς η αποκάλυψη του θεού, ανταποκρίνεται πάντοτε στα συγκεκριμένα δεδομένα της ιστορίας. Ο "γάμος" της με τον Ιωσήφ έδωσε την αναγκαία νομιμότητα στα γεγονότα που επακολούθησαν, χωρίς καμιά υποψία και μομφή. Μέσα στο μυστήριο αυτό της γέννησης του Ιησού, πίσω από το ιστορικό και κοινωνικό προσκήνιο, υπάρχει και μια άλλη αλληλουχία πραγμάτων, εκείνη που ανήκει σε μιας άλλης φύσεως πραγματικότητα, που δεν είναι θεατή και αποδεκτή από όλους. Στα ιερά κείμενα η αλληλουχία αυτή εκφράζεται με την επισήμανση ότι ο Ιησούς ήταν μόνο "ο υιός της Μαρίας" και απλώς "ενομίζετο" ως υιός του Ιωσήφ (Λκ. 3:23).

Ο Λουκάς λοιπόν τονίζει για τη νεαρή σύζυγο ότι είναι παρθένος και αυτό φαίνεται από την αντίρρηση που απευθύνει στον άγγελο, όταν της αναγγέλλει ότι θα γίνει η μητέρα του Μεσσία: "Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;" που σημαίνει: "πως θα γίνει αυτό, αφού ως τώρα δεν έχω συζυγικές σχέσεις". Ο Λουκάς υπαινίσσεται πως η Μαρία ρωτάει όχι από απιστία αλλά για να μάθει τον τρόπο, αφού την ερώτησή της δεν ακολουθεί κάποιο αντίστοιχο επιτίμιο όπως στον Ζαχαρία που έδειξε να μην πιστεύει την γέννηση του Προδρόμου (Λκ. 1:20). Καταλαβαίνει ίσως η Μαρία πως θα γίνει αμέσως μητέρα, όπως άλλωστε συνέβει στη μητέρα του Σαμψών που συνέλαβε μόλις ο άγγελος της ανήγγειλε τη μητρότητα της (Κρ. 13:5-8). Το ερώτημά της Μαρίας, οδηγεί τον Γαβριήλ να της αναγγείλει την παρθενική σύλληψη του Ιησού με τρόπο υπερφυσικό. Για την πλειοψηφία των χριστιανών, ο στίχος "Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού'' ερμηνεύεται "Τριαδολογικά", που σημαίνει ότι αναγνωρίζονται στον στίχο αυτόν δρώντα τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας: Ο Πατέρας (δύναμις υψίστου), ο Υιός (υιός Θεού) και το Άγιο Πνεύμα (Πνεύμα άγιον επελεύσεται).
Κατόπιν, ο άγγελος συνεχίζει, και ως πιστοποίηση της δύναμης του Θεού για το θέμα αυτό της σύλληψης, φέρνει το παράδειγμα της Ελισσάβετ η οποία αν και ήταν σε προχωρημένη ηλικία ήταν ήδη στον έκτο μήνα της κυοφορίας της.

Στο τέλος της Ευαγγελικής περικοπής, ένα σημαντικό, θεολογικό μήνυμα περιέχεται: ο Γαβριήλ τελείωσε μεν την ευαγγελία του προς την Παρθένο, όχι όμως και την αποστολή του. Περιμένει τη συγκατάθεση της Μαρίας. Για τον Λουκά, ούτε μια τέτοια σπουδαία ενέργεια του Θεού δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο το χάρισμα της συνδημιουργίας: "Ευτυχισμένη Μαρία, ο κόσμος όλος περιμένει τη συγκατάθεσή σου" αναφέρει ο ιερός Αυγουστίνος. Πράγματι, η μητρότητα αυτή είναι θεληματική. Μπροστά στην απροσδόκητη κλήση που της αναγγέλλει ο Γαβριήλ, η Μαρία ενδιαφέρεται να καταλάβει το κάλεσμα του Θεού. Οταν η Μαρία διαφωτίζεται πλήρως, δέχεται, και η διακονία της, είναι προπάντων ελευθερία.

Ευαγγελισμός και Εκκλησία
Αν εωρηθεί ότι τα πιο επείγοντα ζητήματα που απασχόλησαν τους μαθητές του Χριστού ήταν η δημόσια δράση του Ιησού, από τη Βάπτιση του ως το Πάσχα, καταλαβαίνουμε για πιο λόγο το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο αγνοεί τις διηγήσεις για την παιδική ηλικία του Ιησού και αρκείται να μνημονεύσει δύο φορές τη μητέρα του (Μκ 3:31-35, 6:3).
Στoν Ματθαίο, οι διηγήσεις αυτές υπάρχουν, αλλα εξιστορούνται με επίκεντρο τον Ιωσήφ ως απόγονο του Δαβίδ, που δέχεται τα ουράνια μηνύματα και δίνει το όνομα Ιησούς στο παιδί της Παρθένου (1:18-25).
O Λουκάς είναι εκείνος που φωτίζει πλήρως τη Μαρία, τη μητέρα του Ιησού στο γεγονός του Ευαγγελισμού αλλά και αλλού (βλ. Πραξ 1, 14).
Αν στα παραπάνω προσθέσουμε τις αναφορές του Ιωάννη που τοποθετεί την Μαρία να πλαισιώνει τη δημόσια ζωή του Ιησού σε δύο περιπτώσεις (στην Κανά και στον Γολγοθά) παρατηρείται μια προοδευτική συνειδητοποίηση από την Εκκλησία του ρόλου της Μαρίας ως μέρος του μυστηρίου του Ιησού, που εξελίσσεται αχώριστα από τη γυναίκα που τον γέννησε.
Ο Ευαγγελισμός στα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα
Καθώς τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια επικεντρώνουν την προσοχή τους στα βασικά γεγονότα της ζωής, του θανάτου και της ανάστασης του Χριστού και στο μήνυμα που απορρέει από τα γεγονότα αυτά, για τη Μαρία δεν γίνεται λόγος αυτοτελώς, αλλά πάντα σε σχέση με τον Ιησού οπότε και οι βιογραφικές πληροφορίες των Ευαγγελίων είναι περιορισμένες. Στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πολλές βιογραφικές πληροφορίες για την Μαρία προέρχονται από τα λεγόμενα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα.

Το αρχαιότερο και σημαντικότερο από τα απόκρυφα, το ονομαζόμενο Πρωτευαγγέλιον Ιακώβου προέρχεται από το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα, πιθανώς από την Αίγυπτο.
Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, ένας άγγελος ευαγγελίζεται τη Μαρία, ενώ βρίσκεται στο φρέαρ με το σταμνί της, ότι θα συλλάβει με τη δύναμη του Θεού και θα γεννήσει γιο. Η σκηνή αυτή ονομάζεται "Ευαγγελισμός παρά το φρέαρ" και επαναλαμβάνεται όταν η Μαρία επέστρεψε στο σπίτι της. Το γεγονός υποτίθεται ότι συνέβει όταν ήταν δεκαέξι ετών.

Επίσης, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, περιγράφεται αλλά με ποιο έντονο και μυστηριώδη τρόπο, στο απόκρυφο Ευαγγέλιο Βαρθολομαίου, του 4ου μ.Χ. αιώνα:


Συγκεντρώνονται οι απόστολοι για να ρωτήσουν πως συνέλαβε η Μαρία τον Κύριο. Διστάζουν όμως και τελικά την πλησιάζει ο Βαρθολομαίος και τη ρωτάει "πως συνέλαβες τον ασύλληπτο, πως βάσταξες αυτόν που είναι αβάσταχτος;". Ή Μαρία απαντά ότι την πλησίασε ο άγγελος και τότε "το καταπέτασμα του Ναού σχίστηκε και έγινε ένας πολύ μεγάλος σεισμός [...] Εκείνος άπλωσε το χέρι του και με σήκωσε. Κοίταξα ψηλά στον ουρανό και ήρθε ένα σύννεφο δροσιάς και με ράντισε [...]".

Ο άγγελος τότε πήρε ένα ψωμί "και το έβαλε πάνω στο βωμό του ναού και έφαγε απ' αυτό πρώτα ο ίδιος και έδωσε επίσης και σε μένα [...] και...ένα ποτήρι γεμάτο κρασί και ήπιε πρώτα ο ίδιος και έδωσε κατόπιν σε μένα".

Καθώς η Μαρία έλεγε αυτά "εμφανίσθηκε όμως ο Κύριος ξαφνικά και είπε στη Μαρία. Μη φανερώσεις τούτο το μυστήριο, ειδάλλως ολόκληρη η κτίση σήμερα θα φτάσει στο τέλος της".
Στη διάρκεια των αιώνων, από το σύνολο των απόκρυφων κειμένων, άλλα καταδικάστηκαν από την Εκκλησία και άλλα, παρά το ότι συγκρινόμενα προς τα κανονικά Καινοδιαθηκικά κείμενα υπολείπονταν σαφώς από πλευράς θεολογικής εμβάθυνσης, έγιναν αγαπημένα λαϊκά αναγνώσματα ή ενέπνευσαν έργα τέχνης όπως οι σκηνές από την παιδική ηλικία της Μητέρας του Ιησού και την κοίμησή της. Παρόλα αυτά, το σύνολο των αποκρύφων δεν προσφέρει ουσιαστικά κανένα νέο στοιχείο, αλλά κυρίως αναλύει γεγονότα που δεν τυγχάνουν εκτεταμένης αναφοράς στα κανονικά Ευαγγέλια.

ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ - ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ


ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ - ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ
Στην αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής, στο μεγάλο απόδειπνο των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών διαβάζεται χωρισμένος σε τέσσερα μέρη ο Μεγάλος Κανόνας και ολόκληρος την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών. Ψάλλεται σε ήχο πλ. β΄ που είναι ιδιαίτερα κατανυκτικός, εκφραστικός του πένθους και της συντριβής της καρδιάς
Μπορούμε να περιγράψουμε το κανόνα αυτό σαν ένα θρήνο μετάνοιας που μας μεταφέρει στο βάθος και στο πεδίο δράσης της αμαρτίας, κλονίζοντας τη ψυχή μας με την απόγνωση, τη μετάνοια και την ελπίδα. Με μιά μοναδική τέχνη ο Άγιος Ανδρέας συνυφαίνει τα μεγάλα βιβλικά θέματα: Αδάμ και Εύα, Παράδεισος και Πτώση, Πατριάρχες, Νώε και κατακλυσμός, Δαβίδ, Χώρα της Επαγγελίας και τελικά Χριστός και Εκκλησία, ομολογία των αμαρτιών και μετάνοια. Τα γεγονότα της ιερής ιστορίας παρουσιάζονται σαν γεγονότα της ζωής μου. Οι ενέργειες του Θεού στο παρελθόν αποβλέπουν σε μένα και στη σωτηρία μου, η τραγωδία της αμαρτίας και η προδοσία παρουσιάζονται σαν προσωπικά δική μου τραγωδία. Η ζωή μου παρουσιάζεται σαν ένα κομμάτι της μεγάλης πάλης ανάμεσα στο Θεό και τις δυνάμεις του σκότους που επαναστατούν εναντίον του.
Η πνευματική ιστορία του κόσμου είναι επίσης και δική μου ιστορία. Γίνονται για μένα μια πρόκληση με τα αποφασιστικά γεγονότα και τις πράξεις από το παρελθόν, που το νόημά τους και η δύναμή τους είναι αιώνια, γιατί κάθε ανθρώπινη ψυχή - μοναδική και ανεπανάληπτη - συγκινείται από το ίδιο δράμα, αντιμετωπίζει την ίδια τελικά εκλογή, ανακαλύπτει την ίδια πραγματικότητα.
Το έργο και ο σκοπός του Μεγάλου Κανόνα είναι να ξεσκεπάσει την αμαρτία και έτσι να μας οδηγήσει στη μετάνοια. Η αποκάλυψη αυτή, δεν γίνεται με ορισμούς και απαριθμήσεις, αλλά με μια βαθειά ενατένηση στη μεγάλη βιβλική ιστορία που είναι η ίδια η ιστορία της αμαρτίας, της μετάνοιας και της συγγνώμης.
Καταλαβαίνουμε ότι αμαρτία είναι, πρώτα απ' όλα, η άρνηση ότι η ζωή είναι προσφορά ή θυσία στο Θεό, με άλλα λόγια δηλαδή, η άρνηση ότι η ζωή έχει θεϊκό προσανατολισμό, ότι η αμαρτία, επομένως, είναι από τις ρίζες της, η παρέκκλιση της αγάπης μας από τον τελικό σκοπό της.
Για να καταλάβουμε σωστά τον Μεγάλο Κανόνα θα πρέπει να ξέρουμε την Αγία Γραφή και να έχουμε την ικανότητα να μεταφέρουμε τα νοήματά του στη ζωή μας.
<<Κανόνες>> στην εκκλησιαστική υμνογραφία λέγονται ύμνοι μεγάλοι, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται <<Ωδές>>. Κάθε <<Ωδή>> (σημαίνει άσμα θρησκευτικό, από το ρήμα άδω) αποτελείται από τον <<ειρμό>>, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα και βάση των στροφών που ακολουθούν, τα λεγόμενα τροπάρια (τρέπονται σύμφωνα με τον ειρμό).
Μέγας ονομάσθηκε για την έκτασή του, αποτελείται από εννέα ωδές, έντεκα ειρμούς (η β΄και η γ΄ ωδή έχουν από δύο ειρμούς) και 250 τροπάρια (25 η α΄ ωδή, 41 η β΄, 28 η γ΄, 29 η δ΄, 23 η ε΄, 33 η στ΄, 22 η ζ΄, 22 η η΄ και 27 η θ΄).
Συντάχθηκε από τον Άγιο Ανδρέα αρχιεπίσκοπο Κρήτης, ο οποίος γεννήθηκε γύρω στα 660 στη Δαμασκό. Έγινε μοναχός στα Ιεροσόλυμα και κληρικός στη Κωνσταντινούπολη. Ψηφίσθηκε μετά το 710 αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, κυρίως υμνογραφικό και ομηλιτικό.
Την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών, στα μοναστήρια ψάλλεται ολόκληρος την δ΄ ώρα της νύκτας, γύρω στα μεσάνυχτα και στους ενοριακούς ναούς το βράδυ της Τετάρτης μαζί με το μικρό απόδειπνο, της ίδιας εβδομάδας.
Το θέμα και το σκοπό του Κανόνα περιγράφει το συναξάρι της Ε΄ Εβδομάδας των Νηστειών: <<Ο ποιητής, με πλήθος αγιογραφικών ιστορημάτων και παραδειγμάτων, θετικών και αρνητικών, από την πλάση και τη πτώση του Αδάμ ως την Ανάληψη του Χριστού και τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητος από τους Αποστόλους, παρακινεί κάθε ψυχή να μιμείται τις καλές πράξεις, ν' αποφεύγει τις φαύλες και να καταφεύγει πάντα στο Θεό με μετάνοια, δάκρυα, εξομολόγηση και κάθε ευαρέστηση.>>

Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ


Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ
Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται <<Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης>>. Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς.
Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή τη κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μεχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.
Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, είναι η εμπειρία - περιορισμένη βέβαια - που αποκομίζουμε από την εντολή του Χριστού που ακούγεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής: <<όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του ας σηκώσει το σταυρό του, και έτσι ας με ακολουθεί>> (Μαρκ.8,34).
Αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε το σταυρό μας και ν' ακολουθήσουμε το Χριστό αν δεν ατενίζουμε το Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός είναι εκείνος που δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους. Αυτό μας εξηγεί το συναξάρι της Κυριακής:
Στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών, κατά κάποιο τρόπο, και μείς σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι' αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, για αναψυχή και υποστήριξή μας. Μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου και μας παρηγορεί.. Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο που, κατάκοποι, κάθονται για λίγο να αναπαυθούν. Με το ζωοποιό Σταυρό γλυκαίνει την πίκρα που νοιώθουμε από τη νηστεία, μας ενισχύει στη πορεία μας στην έρημο έως ότου φθάσουμε στην πνευματική Ιερουσαλήμ με την ανάστασή Του.. Επειδή ο Σταυρός λέγεται Ξύλο Ζωής και είναι εκείνο το ξύλο που φυτεύθηκε στον Παράδεισο, γι' αυτό και οι θείοι Πατέρες τοποθέτησαν τούτο στο μέσο της Σαρακοστής, για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή, να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε>>.

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Θέμελης) 3 ετης μνημοσυνο


Image and video hosting by TinyPic

Ο Χρυσόστομος (κατά κόσμον Αδάμ Θέμελης του Ζαφειρίου) ήταν Μητροπολίτης Μεσσηνίας.

Γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1918 στην Ιστιαία Εύβοιας. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από όπου αποφοίτησε με βαθμό πτυχίου «άριστα» το 1944. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1944, ιερέας - αρχιμανδρίτης το 1945 και επίσκοπος το 1957. Διετέλεσε Γραμματέας (1950-1952) και Αρχιγραμματέας (1952-1957) της Ιεράς Συνόδου, οπότε και επελέγη βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου το 1957. Διετέλεσε επίσης το 1945 Πρωτοσύγγελος και Ιεροκήρυκας της Μητρόπολης Γυθείου και Οιτύλου και από το 1945 μέχρι 1950 πρωτοσύγγελος, ιεροκήρυκας, κατηχητής και εξομολόγος της Μητρόπολης Μεσσηνίας. Από το 1950 μέχρι το 1957 ήταν γραμματέας και αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, και ιερατικός προϊστάμενος της εκκλησίας του Προφήτη Ηλία Καστέλας (Πειραιά) αρχικά και του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών αργότερα. Στη συνέχεια από το 1957 ήταν Αρχιερατικός επίτροπος του Πειραιά με τον τίτλο «επίσκοπος Θαυμακού» και το 1965 εξελέγη Μητροπολίτης Μεσσηνίας.

Ήταν επίτιμος διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Ως Μητροπολίτης Μεσσηνίας φρόντισε για την λειτουργία και αναδιοργάνωση των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, ανοικοδόμησε το Άσυλο Ανιάτων, ανακαίνισε όλες τις Μονές, θεμελίωσε και εγκαινίασε πολλούς Ναούς. Συνέγραψε πολλά βιβλία ιστορικού, λαογραφικού και εκκλησιαστικού περιεχομένου πολλά των οποίων έχουν ανατυπωθεί όπως:

«Η Ιερά Μητρόπολις Ευρίπου δια μέσου των αιώνων», 1952.
«Ποιμαντικαί ενασχολήσεις», 1952
«Γάμος και Διαζύγιον», 1953
«Λόγος εις τον Άγιον Απόστολον Παύλον και εις το έργο του εν Ελλάδι», 1963
«Εκκλησιαστικοί Κανονισμοί», 1963
«Ο Μέγας Αθανάσιος στην Υμνογραφία», 1973 κ.ά.
Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων (Καλαμάτα 1947), τακτικός εταίρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας Ελλάδος, τακτικό μέλος της Εταιρίας Ιστορικών Νεωτέρου Ελληνισμού και αντιπρόεδρος της Εταιρίας Ευβοϊκών Σπουδών (1978). Τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο της Μητρός των Εκκλησιών, με τον Ταξιάρχη Γεωργίου Α΄ (από τον Βασιλέα Παύλο), καθώς επίσης και με το Χρυσό Σταυρό των Ορθοδόξων Σταυροφόρων του Παναγίου Τάφου και με διεθνές παράσημο Φίλων του Προσκοπισμού.

Πέθανε στις 28 Φεβρουαρίου 2007 σε ηλικία 89 ετών. Κατά την ημερομηνία του θανάτου του ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο αρχαιότερος κατά τα πρεσβεία χειροτονίας.